
Το ταλέντο και η φιλοδοξία, προδομένα από την αφηγηματική ανισότητα.
Η ΕΚΡΗΞΗ
A BLAST
Σκην.: Σύλλας Τζουμέρκας
Πρωτ.: Αγγελική Παπούλια, Βασίλης Δογάνης, Μαρία Φιλίνη, Θέμις Μπαζάκα, Γιώργος Μπινιάρης, Μάκης Παπαδημητρίου.
Η Μαρία είναι παντρεμένη με τον ναυτικό Γιάννη, ο οποίος τον περισσότερο καιρό λείπει σε μπάρκα, οπότε εκείνη έχει επωμιστεί μόνη της την ανατροφή των τριών μικρών παιδιών τους, αλλά και την κακή οικονομική κατάσταση των γονιών της που της αποκαλύπτεται ξαφνικά και απειλεί την επιβίωση ολόκληρης της οικογένειας.
Μετά από τη «Χώρα προέλευσης» (2010), αυτό το κοινωνικο-αισθηματικό δράμα είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του 36χρονου σκηνοθέτη, γραμμένη ξανά από τον ίδιο μαζί με τη συν-σεναριογράφο του, Γιούλα Μπούνταλη. Συνεχίζοντας την πορεία του ελληνικού κινηματογράφου στις διεθνείς διοργανώσεις, η ταινία πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα του φετινού φεστιβάλ του Λοκάρνο και συνέχισε, μεταξύ άλλων, σ’ εκείνα του Σεράγεβο και του Λονδίνου, ενώ μόλις την προηγούμενη εβδομάδα εξασφάλισε τη συμμετοχή της στο τμήμα Limelight του 44ου φεστιβάλ του Ρότερνταμ, που θα πραγματοποιηθεί στα τέλη Ιανουαρίου.
Το ταλέντο και οι δυνατότητες των Τζουμέρκα και Μπούνταλη είχαν διαφανεί ήδη από τις δύο εξαιρετικές μικρού μήκους ταινίες τους, «Τα μάτια που τρώνε» (1999) και «Βροχή» (2002), στην οποία μάλιστα ο σκηνοθέτης είχε συνεργαστεί για πρώτη φορά με την τωρινή πρωταγωνίστριά του, Αγγελική Παπούλια. Παρά τις ανισότητές της, η «Χώρα προέλευσης» επιβεβαίωσε ότι το δημιουργικό δίδυμο έχει να προσφέρει μια κατεργασμένη κι αιχμηρή δήλωση για τη σημερινή Ελλάδα- παρέμβαση που συνεχίζεται στο φετινό τους εγχείρημα. Αφήνοντας πίσω τούς φρενήρεις ρυθμούς της «Χώρας», εδώ το μοντάζ είναι πιο ψύχραιμο και βατό, ο Τζουμέρκας δείχνει ξανά την εύστοχη κι επιμελημένη δουλειά που κάνει στην επιλογή και την καθοδήγηση των ηθοποιών, αποσπώντας πολύ καλές ερμηνείες, αλλά η φορτωμένη πλοκή μοιάζει περιστασιακά ελλιπής και αδικαιολόγητα βιαστική στις μεταβάσεις της, με αποτέλεσμα να μην εξυπηρετούνται τα πολλαπλά ζητήματα που προκύπτουν στην εξέλιξή της και ν’ αποδυναμώνεται η κριτική που επιχειρεί ν’ ασκήσει το φιλμ.
Μία από τις πιο προφανείς αφηγηματικές ιδιομορφίες του δίδυμου Τζουμέρκα-Μπούνταλη είναι ένα είδος ‘νευρικότητας’ και υποβόσκουσας οργής, που μεταδίδει η συνεχής, γρήγορη εναλλαγή σκηνών, ανάμεσα σε διαφορετικά χρονικά σημεία της πλοκής. Με μοντέζ τη γερμανίδα Κατρίν Ντίτσελ, αυτή τη φορά ο ρυθμός της εναλλαγής διατηρεί το νεύρο του αλλά γίνεται συγκριτικά πιο αργός, αρκετά τουλάχιστον για να παράσχει τον απαραίτητο χρόνο στους χαρακτήρες και τις σκηνές ν’ απλωθούν και να εκθέσουν με σαφήνεια συμπεριφορές και διακυβεύματα. Επίσης, εκτός από τη διάρθρωση της ιστορίας, ακόμα μία ένδειξη λειτουργικού μοντάζ αποτελεί η ένταση της -σύντομης αλλά κρίσιμης για τη συναισθηματική καμπή της ηρωίδας- καταδίωξης από το περιπολικό, όταν η Μαρία αποφασίζει να οδηγήσει προς την ελευθερία της.
Επίσης, μία από τις εύστοχα αναπτυγμένες πτυχές του σεναρίου, είναι η σχέση ανάμεσα στις δύο αδερφές, τις οποίες υποδύονται η Παπούλια και η Φιλίνη, αποδίδοντας με απολαυστική άνεση τη χιουμοριστικά αναιδή αμοιβαία οικειότητα των δύο κοριτσιών, η οποία με την ίδια ευκολία μετατρέπεται σε σύγκρουση μόλις χρειαστεί. Η Παπούλια έγινε ευρέως γνωστή μέσα από τις δύο ταινίες του Γιώργου Λάνθιμου, «Κυνόδοντας» (2009) και «Άλπεις» (2011), όπου υποδυόταν καταπιεσμένες ηρωίδες που εσωτερίκευαν την αντίδρασή τους, η οποία ξεσπούσε ξαφνικά στο τέλος. Αυτό που όμως ίσως να μη θυμούνται πολλοί, είναι ότι μερικά χρόνια νωρίτερα η ηθοποιός είχε υποδυθεί μια διαμετρικά αντίθετη χαρακτήρα, την ασυγκράτητα οργισμένη και ξεδιάντροπα αθυρόστομη Κική, κόρη του Ερρίκου Λίτση στο «Σπιρτόκουτο» (Γιάννης Οικονομίδης, 2003).
Η Μαρία που ερμηνεύει εδώ, θα μπορούσε να ιδωθεί ως μια εξέλιξη της Κικής. Είναι μια συνηθισμένη κοπέλα, χαρούμενη, εξωστρεφής, αφοσιωμένη στους στόχους της και στην οικογένειά της, αλλά νευρική κι ετοιμοπόλεμη, μ’ ένα κρυμμένο ηφαίστειο μέσα της ικανό να εκραγεί με την κατάλληλη αφορμή, όπως δείχνουν τα θυμωμένα ξεσπάσματα προς τους γονείς της και η βίαιη επίθεσή της στον Κώστα. Αυτή η ροπή της αποτελεί ακριβώς το διακύβευμα της πλοκής και διαφαίνεται από την άνεση με την οποία η Μαρία χειρίζεται τη βωμολοχία είτε χιουμοριστικά είτε επιθετικά, το ερωτικό της πάθος, τη φυσική δύναμη και την πρωτοβουλία της σε σύγκριση με την παθητικότητα του πατέρα και της αδερφής, καθώς και τη σωματική αναπηρία της μητέρας. Η Παπούλια δείχνει ξανά την ικανότητα διακυμάνσεών της, όπως και οι άλλες δύο γυναίκες του βασικού καστ, με τους δύο άντρες να είναι πιο αδύναμοι συγκριτικά, ειδικά ο Δογάνης, η γοητευτική αρρενωπότητα του οποίου, υπονομεύεται από τη μάλλον επιφανειακή ερμηνεία, που προδίδεται από την αδύναμη εκφορά του λόγου του.
Ωστόσο, το σενάριο μοιάζει να βιάζεται να εκτροχιάσει την ηρωίδα, αφού τα χρέη της μητέρας δε φαίνονται αρκετά για ν’ αναποδογυρίσουν μια ολόκληρη ζωή, ακόμη κι αν φορτίζονται ως κοινωνικό σύμπτωμα, πλαισιωμένα από το διάγγελμα του Γιώργου Παπανδρέου στο Καστελόριζο το 2010. Προηγουμένως, η Μαρία έχει εγκαταλείψει τις σπουδές της, αλλά αυτό δε φαίνεται ούτε απαραίτητο (οι δικαιολογίες που προβάλλει η Γωγώ δίνονται γρήγορα, εύκολα και αόριστα), ούτε μοιάζει να την απασχολεί ή να της έχει αφήσει κάποιο απωθημένο, αφού το μοναδικό σχετικό σχόλιο γίνεται μετά από ερώτηση της αδερφής της κι η Μαρία απαντάει με το γνωστό περιπαιχτικά υβριστικό ύφος της, δείχνοντας ότι ενοχλείται από την κατάσταση αλλά την προσπερνά με ευκολία, παρασυρμένη από το πάθος της για τον Γιάννη, μοιάζοντας ευτυχισμένη και μόνο με την προοπτική να δημιουργήσει οικογένεια μαζί του. Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι εξαιρετικά γυρισμένες ερωτικές σκηνές, με το ζεστό φως, το στενό καδράρισμα και τη “φυσικότητα” των ηθοποιών, διατρέχουν την ταινία, όπως κάνουν και άλλες σκηνές από την ιστορία της σχέσης ανάμεσα στον Γιάννη και τη Μαρία, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η δεύτερη έχει όλα όσα επιθυμεί. Εκείνος βέβαια διατηρεί διπλή ζωή λόγω της αμφιφυλοφιλίας του, κάτι που όμως εκείνη δε γνωρίζει. Ακόμη και όταν στιγμιαία το μοντάζ δίνει την εντύπωση ότι η ομόφυλη σχέση του έχει πια πάρει προτεραιότητα έναντι εκείνης με τη Μαρία, όταν μια ερωτική σκηνή με τον Τζόι ακολουθεί την απογοήτευση της Μαρίας στο τηλεφώνημα μαζί του μετά την κηδεία της μητέρας της, μετά από λίγο αυτή η απογοήτευση διαψεύδεται, καθώς ο Γιάννης και στο σπίτι επιστρέφει και την κηδεμονία των παιδιών σπεύδει ν’ αναλάβει.
Έτσι, το μόνο που απομένει για να την οδηγήσει στην έκρηξη του τίτλου, είναι τα οικονομικά προβλήματα, τα οποία θεωρητικά είναι μια εύλογη αιτία, όμως στον βαθμό που φορτίζονται στην ταινία και δεδομένης της τροχιάς του χαρακτήρα της Μαρίας που σκιαγραφεί μια κάθε άλλο παρά “γελοία” και “μάταιη” ζωή, όπως τη χαρακτηρίζει στην ομάδα στήριξης όπου συμμετέχει, δε μοιάζουν αρκετά για να την ωθήσουν να “θυσιάσει” τον πατέρα της και να εγκαταλείψει χωρίς σκέψη ακόμη και τα παιδιά της. Σαν το σενάριο να μην την περνάει από αρκετά στάδια απογοήτευσης μέχρι να τη φτάσει στην απόγνωση, όσο κι αν αυτή προετοιμάζεται από την πρωθύστερη διάρθρωση της πλοκής. Το αποτέλεσμα είναι, το σχέδιο διαφυγής της Μαρίας να μοιάζει εξεζητημένο και η ελευθερία προς την οποία κατευθύνεται όχι όσο αναγκαστική και αμετάκλητη θα μπορούσε, ώστε να “κουβαλήσει” και να μεταδώσει το κοινωνικο-πολιτικό σχόλιο της ταινίας, το οποίο τελικά αποδυναμώνεται, αφού προηγουμένως έχει διαρραγεί η συνέπεια της ιστορίας που θα το υποστήριζε πιο ολοκληρωμένα.

