
Δύο από τις χειρότερες ταινίες της χρονιάς
OUIJA: ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ
OUIJA
Σκην.: Στάιλς Γουάιτ
Πρωτ.: Ολίβια Κουκ, Άννα Κότο, Ντάρεν Καγκάσοφ, Μπιάνκα Α. Σάντος
Μετά από την αυτοκτονία της φίλης τους, μια παρέα εφήβων αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τον πίνακα Ουίτζα που βρίσκει στο σπίτι της, για να επικοινωνήσει μαζί της. Αντ’ αυτής όμως, οι νεαροί έρχονται σ’ επαφή με το μοχθηρό πνεύμα ενός μικρού κοριτσιού.
Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Γουάιτ, είναι μία από τις πιο κοινότοπες, απλοϊκές και παράλογες σε βαθμό ανοησίας ταινίες τρόμου που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια.
ΠΡΟΜΑΧΟΣ
Σκην.: Κέρτε Βόρχις, Τζον Βόρχις
Πρωτ.: Παντελής Κοντογιάννης, Τζιανκάρλο Τζιανίνι, Κασσάνδρα Βογιατζή, Μάικλ Μπερν, Πωλ Φρίμαν, Γιώργος Χωραφάς, Γιώργος Βογιατζής, Σπύρος Φωκάς
Ένας έλληνας δικηγόρος αποφασίζει να διεκδικήσει δικαστικά την κυριότητα των γλυπτών του Παρθενώνα που έχει στην κατοχή του το Βρετανικό Μουσείο.
Ένα κακότεχνο, απλοϊκό δράμα, εντελώς ανάξιο θέασης αφού δεν πληροί στοιχειώδεις τεχνικές και αφηγηματικές προδιαγραφές, ενώ η ρητορική του είναι τόσο στομφώδης, αφελής και παρωχημένη, ώστε προκαλεί γέλιο.
Καταρχάς, η πλοκή είναι τόσο κενή από γεγονότα, ώστε τα μόνα που μπορεί να υπολογιστούν ως περιστατικά, είναι οι δύο δικαστικές ακροάσεις, μία σε βρετανικό δικαστήριο και μία στο Δικαστήριο της Χάγης- σκηνή γυρισμένη στην αίθουσα συνεδριάσεων του δημοτικού συμβουλίου της Αθήνας (!), χαρακτηριστικό δείγμα της αδυναμίας της ταινίας να εκπληρώσει τις σκηνοθετικές φιλοδοξίες της. Ανάμεσα στις δύο αυτές σκηνές δικαστηρίου, οι ήρωες δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να περιφέρονται στους δρόμους της Αθήνας, με την κάμερα να εξαντλεί την υπομονή μας, προσφέροντας περισσότερα πλάνα της Ακρόπολης κι από διαφημιστικό σποτ του Υπουργείου Τουρισμού.
Η τεχνική πλευρά της ταινίας είναι εξίσου πρόχειρη. Το μοντάζ αρχίζει τις ‘παραφωνίες’ από την πρώτη κιόλας σκηνή, όπου ο Αντρέας συναντάει τον διευθυντή του Μουσείου της Ακρόπολης και η διαδοχή των πλάνων ξαφνικά πραγματοποιείται με αδικαιολόγητα dissolve που προϊδεάζουν για το συνολικά πομπώδες στιλιζάρισμα που πρόκειται ν’ ακολουθήσει, και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων μια μάλλον άρρυθμα τοποθετημένη αργή κίνηση του Αντρέα και της Ελένης μέσα στο μπαρ, τα ένθετα πλάνα από την πόλη που επίσης απορρυθμίζουν τις σκηνές στις οποίες παρεμβάλλονται με υπερβολική συχνότητα και οι μεγάλοι επεξηγηματικοί τίτλοι, τοποθετημένοι στο κέντρο των πλάνων, να μεγαλοποιούν χωρίς λόγο τη σημασία των τοποθεσιών.
Κι αν τα παραπάνω αποτελούν κατά τη γνώμη μας άστοχες, παρόλαυτά θεμιτές εκ μέρους των δημιουργών επιλογές, η κακή ηχοληψία στη σκηνή του κρασιού, στη συνάντηση με τους βρετανούς και στο φαρμακείο είναι εύκολα αντιληπτή και δεν αποτελεί θέμα γνώμης. Το ίδιο ισχύει για την υπερβολικά σκοτεινή φωτογραφία ξανά στη σκηνή με τον υπεύθυνο του Βρετανικού Μουσείου, όπου υπάρχει φανερή αναντιστοιχία ανάμεσα στο γενικό πλάνο του δωματίου, που είναι πολύ φωτεινότερο από τα σκοτεινά επιμέρους κοντινά. Εξίσου κακοφωτισμένη, η σκηνή στην έδρα των Προμάχων σε μια κοινή συνοικιακή πολυκατοικία, που είναι επίσης μία από τις πιο ακατάληπτες στιγμές της ταινίας, αφού ο ρόλος των εμπλεκόμενων χαρακτήρων αφήνεται διακοσμητικός και ασαφής.
Άλλα σεναριακά ‘μαργαριτάρια’, περιλαμβάνουν την ατάκα “κατέβα απ’ το σκάφος μου” με την οποία ο Κάδμος διώχνει τον Αντρέα από τη θαλαμηγό του ενώ αυτή βρίσκεται σε κίνηση μεσοπέλαγα και το “η ελιά είναι αειθαλή” που εκστομίζει η Ελένη σε άλλο σημείο. Όσο για τη ρητορική της ταινίας, η αντιπαραβολή του δικαστικού αγώνα του Αντρέα με τις ταραχές στις διαδηλώσεις του 2011 και 2012, μαζί με ατάκες του τύπου “σ’ αυτές τις πέτρες είναι γραμμένη η λύτρωσή μας” και “πρέπει να είμαστε μια γροθιά”, πλασάρουν το εγχείρημα της επιστροφής των γλυπτών ως καταλύτη της ανάστασης του έθνους, ένα σχήμα τόσο αφελές και αναχρονιστικό, όσο κιτς είναι η ανάμιξη των ορθόδοξων ψαλμών και των τσολιάδων με την εξ ορισμού ανυπόφορη αρχαιολαγνεία, στην οποία είναι πνιγμένο το φιλμ.

