Μπορεί ν’ ακούγεται παράξενο… όμως, η μετάβαση από το «βουβό» στον «ομιλούντα» κινηματογράφο δεν ήταν ομαλή. Ούτε και ήταν αποκλειστικά πρόβλημα τεχνικό. Κάτι δηλ. ανάλογο με το σημερινό πρόβλημα στην Ελλάδα, το οποίο δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά κυρίως κοινωνικό… όμως, ας μη μας παρασύρει η … πραγματικότητα και μάλιστα η σημερινή.
Λέγαμε για τον κινηματογράφο και το μεγάλο του άλμα να περάσει από το «βωβό» στον «ομιλούντα». Πριν η τεχνολογία κατορθώσει να βάλλει ήχο στις ταινίες, το τι έλεγε ο ηθοποιός εμφανιζόταν σε εμβόλιμες κάρτες στην οθόνη. Όμως, για να μην είναι βουβή και η αίθουσα, υπήρχε ένας πιανίστας(ακόμη και ορχήστρα, σε προχωρημένες περιπτώσεις), ειδικός για την περίσταση, ο οποίος μετά από κάποια προετοιμασία έπαιζε μουσική, ανάλογη με τα τεκταινόμενα στην ταινία. Αυτό, βέβαια, δεν είναι η πιο εύκολη λύση. Αφενός διότι πιανίστες δεν είναι δυνατό να βρίσκονται παντού και να καλύπτουν όλες τις αίθουσες προβολής. Αφετέρου, δεν υπήρχε ομοιομορφία στη μουσική, αφού ο κάθε μουσικός ενεργούσε από μόνος του. Έτσι, η ίδια ταινία είχε άλλη μουσική όταν παιζόταν στη Νέα Υόρκη και άλλη στο Σαν Φρανσίσκο. Κι όχι μόνο αυτό. Υπήρχαν περιπτώσεις, όπου η μουσική δεν ήταν «σύμφωνη» με το περιεχόμενο και το πνεύμα της σκηνής που εμφάνιζε η ταινία. Δηλ. μπορούσε (από αδιαφορία ή λάθος του πιανίστα) σε μια κηδεία ή άλλο θλιβερό γεγονός η μουσική να ήταν εύθυμη και ζωηρή, ενώ αντίθετα, μια κατάσταση χαράς και ευθυμίας να συνοδεύεται από μια θλιμμένη μουσική … ένα ρέκβιεμ!
Αυτά και άλλα ευτράπελα συνέβαιναν τότε, στα τέλη του 1920, όταν ξεκίνησε η προσπάθεια για να γυρίζονται ταινίες «ομιλούσες». Και φυσικά, ασπρόμαυρες, ακόμη. Το πρώτο βήμα έγινε το 1926 από τη Warner Brothers με μια συσκευή ονόματι Vitaphone, η οποία συγχρόνιζε ένα δίσκο μουσικής με τη μηχανή προβολής. Ας προσέξουμε στην ονομασία Vitaphone, το «phone», που είναι από το ελληνικό «φωνή», ενώ το vita που θα πει «ζωή», «ζωντανή», είναι λατινικό. Δηλ. «Ζωντανή φωνή». Ας θυμηθούμε ότι όταν οι εφευρέτες θέλουν να ονομάσουν μια εφεύρεσή τους, τις περισσότερες φορές προστρέχουν στην ελληνική γλώσσα. Υπάρχει μάλιστα η φράση: «The Greeks have the word for it» δηλ. «οι Έλληνες έχουν τη λέξη γι’ αυτό»
Η πρώτη ταινία, που θεωρείται ως ομιλούσα, ήταν η ταινία The Jazz Singer και περιείχε διαλόγους, αν και στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν βουβή. Αυτά το 1927. Αργότερα, η ανταγωνίστρια της Warner Bros, η 20th Century Fox γνώρισε την επιτυχία με το σύστημα (sound-on-film) παρουσιάζοντας τα ηχητικά «επίκαιρα». Αυτά γαλούχησαν πολλές γενιές, ως και αυτές των αρχών του ’50, με το Επίκαιρα της Fox Movietone News, φιλμάκια που αναφέρονταν στις τελευταίες (sic) ειδήσεις και γεγονότα, σε ενημερωτικά στιγμιότυπα και παίζονταν –κάτι σαν ζέσταμα του ακροατηρίου- πριν τα «προσεχώς» και πριν την έναρξη του κυρίως έργου. Φυσικά, με το βραδύ ρυθμό μετάδοσης της πληροφορίας, τότε, τα «νέα» όταν έφταναν στο ελληνικό κοινό δεν ήταν πια «νέα», όμως το διψασμένο (ελλείψει τηλεόρασης και διαδικτύου) κοινό, τα έβλεπε ευχάριστα, μια και τα έβλεπε… ζωντανά, άσχετα αν η είδηση είχε προηγηθεί με τις εφημερίδες! Τα θέματά τους ήταν οι διεθνείς επισκέψεις των πολιτικών της εποχής, περίεργα γεγονότα, αθλητικές συναντήσεις κ.ά.
Κι όλα αυτά –μην το ξεχνάμε- … ασπρόμαυρα. Ο έγχρωμος κινηματογράφος, χάρη στη σχετική τεχνολογία, επικράτησε μετά το 1960. Ευτυχώς, δηλαδή, γιατί πολλά αθάνατα κινηματογραφικά έργα θα είχαν χαθεί… μέσα στο χρώμα. Όπως το Καταδρομικό Ποτέμκιν, το Καζαμπλάνκα, άπειρα γνήσια γουέστερν και πολλά άλλα… για να μην αφήσουμε έξω το Σαρλώ, τους Χοντρό & Λιγνό κ.λπ.
Μπορεί ν’ ακούγεται παράξενο… όμως, η μετάβαση από το «βουβό» στον «ομιλούντα» κινηματογράφο δεν ήταν ομαλή. Ούτε και εύκολη. Και όπως είπαμε δεν ήταν μόνο το θέμα της τεχνολογίας. Πρώτα – πρώτα, οι παραγωγοί είχαν μεγάλα αποθέματα βουβών ταινιών, στις οποίες είχαν επενδύσει μεγάλα χρηματικά ποσά και προσέβλεπαν στην απόσβεσή τους. Αυτό μας θυμίζει στις μέρες μας τη δυσκολία εισόδου στην αγορά του «ηλεκτρικού» αυτοκινήτου, επειδή οι απίστευτα μεγάλες επενδύσεις σε όλο τον κόσμο αφορούν στο συμβατικό αυτοκίνητο. Θα πρέπει, λοιπόν, να αλλάξει (και να καταργηθεί) σχεδόν όλη η υπάρχουσα υποδομή, για να επικρατήσει το ηλεκτρικό αυτοκίνητο, σε παγκόσμια κλίμακα. Το πώς θα είναι ένα μελλοντικό εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικών αυτοκινήτων μπορούμε να το δούμε στη διεύθυνση: http://www.youtube.com/embed/8_lfxPI5ObM?rel=0
Εκτός από τα αποθέματα (stock) των παραγωγών σε βουβές ταινίες, υπήρχε μεγάλος αριθμός ηθοποιών με μακροχρόνια συμβόλαια. Ηθοποιών εκ των οποίων λίγοι είχαν δραματουργική κατάρτιση, ενώ αντίθετα, ακριβώς λόγω του «βωβού» κινηματογράφου είχαν ειδικευθεί στην παντομίμα. Από την άλλη, πολλοί ηθοποιοί, άνδρες και γυναίκες, δεν είχαν την κατάλληλη φωνή για να περάσουν επάξια στη νέα τάση του «ομιλούντος» κινηματογράφου. Το ίδιο πρόβλημα υπήρχε και με τα πλατό και τα στούντιο, τα οποία είχαν εξοπλιστεί ειδικά για το «βωβό» κινηματογράφο. Ένα άλλο πρόβλημα ήταν εκείνο της γλώσσας. Καθώς δεν είχε εφευρεθεί ο υποτιτλισμός, εθεωρείτο απίθανο ένας ηθοποιός να μπορεί να παίζει ρόλους σε όλες τις γλώσσες! Κατόπιν τούτου, δεν πρέπει να θεωρούνται φανταστικές οι απόψεις πολλών ειδικών της εποχής, οι οποίοι αμφισβήτησαν και πολέμησαν την έλευση του «ομιλούντος» κινηματογράφου.
Επειδή, όμως, το ρεύμα προς τη νέα τάση δεν μπορούσε να αντιστραφεί, πολλοί ηθοποιοί του «βωβού» κινηματογράφου χρειάστηκε να ντουμπλαριστούν στη φωνή από άλλους αφανείς ηθοποιούς, καθώς και σε περιπτώσεις τραγουδιών το ντουμπλάζ γινόταν από επαγγελματίες τραγουδιστές. Ο ομιλών κινηματογράφος κατέστρεψε πολλούς αστέρες της εποχής. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις, όπου ηθοποιοί έχασαν τη δουλειά τους, λόγω ελλείψεως προσόντων. Το ίδιο συνέβη και με τους μουσικούς, οι οποίοι, τώρα, δεν ήταν απαραίτητοι, καθόσον η μουσική ήταν ενσωματωμένη στην ταινία.
Ηθικό δίδαγμα: κάθε νέα τάση δημιουργεί νέα αστέρια ενώ ταυτόχρονα αποστρατεύει άλλα. Αυτό το φαινόμενο το ζούμε και στις μέρες μας. Δεν είναι πολύς καιρός… ίσως μερικά χρόνια … η τεχνολογία επέτρεψε τη χρήση της γιγαντοοθόνης. Έτσι, κυρίως στις ειδήσεις, αλλά και σε άλλες εκπομπές, οι παρουσιαστές είναι υποχρεωμένοι να εγκαταλείπουν την καρέκλα τους, να πηγαίνουν και να στέκονται μπροστά στη γιγαντοοθόνη, ώστε να φαίνονται ότι συνομιλούν με τον τηλεοπτικό καλεσμένο τους και να μην έχουν πίσω τους. Η τάση αυτή δεν επινοήθηκε στην Ελλάδα. Ο καθένας στον τομέα του αντιγράφει ό,τι καλύτερο κυκλοφορεί στην αγορά. Και φυσικά, η τάση αυτή ξεκίνησε από τις ΗΠΑ. Στην περίπτωση αυτή, τα δεδομένα αλλάζουν, καθώς όλοι οι τηλεπαρουσιαστές, οι οποίοι μέχρι τώρα εμφανίζονταν σε «μπούστο» στην οθόνη, τώρα η εμφάνισή τους είναι ολόσωμη. Αυτό απαιτεί επιπλέον σωματικά προσόντα, γιατί θέλοντας και μη, ο θεατής εστιάζει στην εμφάνιση και στο … σωματότυπο του τηλεπαρουσιαστή ή της τηλεπαρουσιάστριας. Ιδιαίτερα της τελευταίας. Έτσι, η ενδιαφέρουσα τηλεοπτική εμφάνιση του παρουσιαστή παίζει πολύ σημαντικό ρόλο. Εννοείται, ότι τηλεπαρουσιαστές και τηλεπαρουσιάστριες με ακατάλληλη ολόσωμη εμφάνιση θα χάσουν τη θέση τους από άλλους που έχουν τα προσόντα.
Οι παραγωγοί προγραμμάτων, μέσα στον κυκλώνα των τηλεοπτικών σφυγμομετρήσεων χρησιμοποιούν όλα τα μέσα, προκειμένου να επιτύχουν υψηλά ποσοστά τηλεθέασης. Και πάλι ξεκινώντας από αντίστοιχα παραδείγματα σταθμών του εξωτερικού (εδώ οι ΗΠΑ με τον αμφίσημο πουριτανισμό τους έχουν χάσει τα πρωτεία), είχαμε βιώσει και την εμφάνιση καλλίγραμμης τηλεπαρουσιάστριας στο δελτίο του καιρού, όπου μαζί με το χάρτη με τα βαρομετρικά ψηλά και χαμηλά, τους ανέμους και τις σποραδικές βροχές και καταιγίδες, θαυμάζαμε και τα σωματικά προσόντα της περίπου ημίγυμνης … μετεωρολόγου. Φυσικά, η συμπαθής τηλεπαρουσιάστρια μπορεί να μην ήταν ακριβώς ειδικευμένη στη μετεωρολογία, όμως προκαλούσε εγκαύματα στους οφθαλμούς και θύελλες στη φαντασία πολλών φανατικών θαυμαστών της. Αυτονόητο είναι ότι η πλειονότης των τηλεθεατών κάθε άλλο παρά στο μετεωρολογικό χάρτη εστίαζε. Αυτό είναι και ένα από τα μειονεκτήματα της νέας αυτής τάσης στην τηλεπαρουσίαση. Μπορεί να έχει περισσότερη κίνηση και ζωντάνια, όμως πολλές φορές ο τηλεθεατής αφαιρείται και αντί για τα νέα ή τον καιρό, εστιάζει στην εμφάνιση του τηλεπαρουσιαστή ή της τηλεπαρουσιάστριας. Και αφού η τηλεπαρουσιάστρια μπορεί να παρουσιάζει το νέα ενώ κάθεται, γιατί να είναι όρθια… με όλα τα συνακόλουθα μειονεκτήματα; «Δουλειές του ποδαριού»… μπορεί να πει κανείς!
Τελικά, μήπως και η περίπλοκη –όπως έχει εξελιχθεί η κατάσταση- επιλογή και πρόσληψη της κατάλληλης τηλεπαρουσιάστριας δεν περιέχει και ψήγματα ρατσισμού, αφού όσες υποψήφιες υστερούν εμφανισιακά, όσα άλλα πνευματικά προσόντα και πτυχία κι αν διαθέτουν, είναι χαμένες από χέρι;
[email protected]

