Μία από τις σπουδαίες ταινίες της χρονιάς.

IDA

Σκην.: Πάβελ Παβλικόφσκι

Πρωτ.: Αγκάτα Κουλέζα, Αγκάτα Τρεμπούτσοφσκα, Νταβίντ Ογκρόντνικ

Στην κομμουνιστική Πολωνία της δεκαετίας του ’60, η Άννα είναι μια νεαρή δόκιμη μοναχή που ετοιμάζεται για τη χειροτονία της, όταν η πρεσβυτέρα τής ανακοινώνει ότι η θεία της και μοναδική συγγενής της θα ήθελε να τη συναντήσει. Η Άννα επισκέπτεται τη θεία της, και μαζί ξεκινούν ένα οδικό ταξίδι στο παρελθόν της οικογένειας, το οποίο θα δοκιμάσει τις αποφάσεις που έχουν πάρει για τη ζωή τους.

Πέμπτη μυθοπλασία του 57χρονου πολωνού σκηνοθέτη, από τη φιλμογραφία του οποίου δεν έχω δει το διακεκριμένο «Last resort» (2000), αλλά θυμάμαι το πολύ καλό «Το καλοκαίρι του έρωτά μου» («My summer of love», 2004) και το άνισο «Η γυναίκα του πέμπτου» («La femme du Vème», 2011). Το φετινό του φιλμ, είναι ένα εξαιρετικό υπαρξιακό και πολιτικο-κοινωνικό δράμα, που τοποθετεί τις δύο ηρωίδες του σ’ ένα συγκεκριμένο ιστορικό περιβάλλον και τις αφήνει επηρεασμένες απ’ αυτό ν’ αναζητήσουν διαφορετικούς τρόπους, όχι απλώς για να ζήσουν, αλλά να υπάρξουν εξαρχής.

Η «Ida» είναι απ’ αυτές τις ταινίες που ευχόμαστε να συναντάμε κάθε χρονιά: λιτή, ευθεία, υποβλητική και υποδειγματικά μεστή. Με την αριστουργηματική φωτογραφία των Ρίσαρντ Λεντσέφσκι και Λούκας Ζαλ, τις συγκλονιστικές, βαθιά επεξεργασμένες εσωτερικές ερμηνείες των Κουλέζα (Βάντα) και Τρεμπούτσοφσκα (Ίντα), και έξυπνη μεταχείριση του ήχου, το φιλμ καταθέτει ένα θλιβερό σχόλιο για το ιστορικό παρελθόν της χώρας, αλλά και τη ζωή γενικότερα.

Η έναρξη της ταινίας είναι χαρακτηριστική του συνολικού ύφους της, με το οποίο κατασκευάζει έναν κόσμο ψυχρό, αποξενωμένο, αδιέξοδο, χωρίς νόημα για τους ήρωές του: σχεδόν τετράγωνο περιοριστικό κάδρο, μελαγχολική ασπρόμαυρη φωτογραφία σε απαλούς τόνους γκρίζου, και λιτή, καθαρή, γραμμική αλλά ανισομερής σύνθεση πλάνου με αντιπαράθεση καθέτων, οριζοντίων και περιστασιακά καμπύλων γραμμών, με τους χαρακτήρες συχνά να καταλαμβάνουν ένα μικρό μέρος του κάδρου και τις φιγούρες τους μερικώς έξω απ’ τα όριά του, με ενδεικτικά παραδείγματα το εναρκτήριο πλάνο, τη γνωριμία της Ίντα με τον σαξοφωνίστα, την επίσκεψη στο νοσοκομείο, τη συμφωνία με τον χωρικό, τη συνομιλία της Ίντα και του Λις στο μπαλκόνι, τον κατοπινό χορό τους κ.α.

Ακόμα και οι δύο ηρωίδες εντάσσονται στη γραμμικότητα των συνθέσεων, σαν έκφραση της στάσης τους προς τη ζωή. Η Βάντα συχνά τοποθετείται σε οριζόντια θέση, καθώς είναι μια γυναίκα παραδομένη στα πάθη της, το ποτό και τον έρωτα. Η Ίντα, αντιθέτως, στη συντριπτική πλειοψηφία των πλάνων της τοποθετείται όρθια, εκφράζοντας την ηθική της πειθαρχία- ακόμη και στο πλάνο στο οποίο, παρότι ξαπλωμένη, τη βλέπουμε σε κάθετη διάταξη να κάνει έρωτα με τον Λις. Αν δε με απατά η μνήμη μου, η μοναδική φορά που τη βλέπουμε οριζόντια, σε ένα ή δυο πλάνα, είναι αμέσως μετά τη συνεύρεσή τους, όταν δηλαδή η Ίντα έχει ακολουθήσει τη συμβουλή της Βάντας κι έχει γευτεί το πάθος. Χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης τακτικής, όπου διασταυρώνονται οι δύο στάσεις των ηρωίδων, είναι το πλάνο στο δωμάτιό τους, όπου η Βάντα ξαπλώνει με ανάποδη φορά στο κρεβάτι της και δίπλα η Ίντα προσεύχεται στο δικό της.

Ωστόσο, ο ήχος συμβάλλει εξίσου εκφραστικά με την εικόνα στη διαμόρφωση του αποξενωτικού κόσμου του φιλμ. Η ταινία μοιάζει ουσιαστικά βουβή, αφού η Ίντα στο μεγαλύτερο μέρος της πλοκής παραμένει σιωπηλή, οι συνομιλίες γενικότερα παραμένουν εξαιρετικά σύντομες, όπως και τα διαλείμματα έντονου θορύβου, τα οποία υπενθυμίζουν ότι έξω από τους ήρωες υπάρχει ζωή, την οποία όμως εκείνοι θα επιλέξουν ν’ απαρνηθούν (π.χ. οι διαδρομές της Ίντα με τη συγκοινωνία ή οι μουσικές βραδιές στο ξενοδοχείο). Η ταινία προεκτείνει τη λακωνικότητά της στο μοντάζ και στη σκηνοθεσία, με χαρακτηριστικά δείγματα την ελλειπτικότητα με την οποία παρουσιάζεται το αυτοκινητιστικό ατύχημα των δύο γυναικών, και την οικονομία με την οποία προετοιμάζεται η αυτοκτονία της Βάντας, δοσμένη με τρομακτική πεζότητα και πεποίθηση.

Μπορεί το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας να είναι η Ίντα, αλλά αυτή με τη μεγαλύτερη συναισθηματική εμπλοκή είναι η Βάντα, η οποία είναι η συντετριμμένη από τις δύο όταν βρίσκεται ο τάφος της αδερφής και του γαμπρού της, ενώ η Ίντα παρακολουθεί με την ίδια φαινομενική συναισθηματική απόσταση που τη χαρακτηρίζει σε όλο το φιλμ. Η Βάντα είναι ένας εξαιρετικά δυνατός άνθρωπος, ατρόμητη κι επιθετική, με πλήρη συναίσθηση της εξουσίας της, όπως δείχνει η άνεσή της στο μπαρ, ο τσαμπουκάς της προς τον χωρικό και η απόπειρα παραβίασης της πόρτας του ηλικιωμένου πατέρα του. Παράλληλα όμως είναι και βαθιά τραυματισμένη, όπως αφήνεται να παρασυρθεί στα πάθη της από το βάρος του παρελθόντος. Η σκηνοθεσία συστήνει πανέξυπνα τις δύο αντιφατικές πλευρές του χαρακτήρα της, μέσα από την αρχική υπόνοια για το επάγγελμά της. Όταν την επισκέπτεται για πρώτη φορά η Ίντα, τη βλέπουμε με μια ρόμπα και μ’ έναν άντρα που ετοιμάζεται να φύγει από το κρεβάτι της, με τη Βάντα να ρωτάει την Ίντα αν ξέρει τι δουλειά κάνει, αφήνοντάς κι αυτήν κι εμάς με την υπόνοια της πορνείας. Το ίδιο παραπλανητικό είναι και το στήσιμο της αποχώρησής της από την ιστορία, καθώς το ανοιχτό παράθυρο, το διάχυτο φως στο δωμάτιο και η ζωηρή δυνατή κλασική μουσική δίνουν την εντύπωση ότι η Βάντα αποφασίζει να ξεκινήσει από την αρχή τη ζωή της, έχοντας πια θάψει τα φαντάσματα του παρελθόντος. Κι όμως…

Αν η Βάντα συντρίβεται από το παρελθόν, η Ίντα αποφασίζει να το παραμερίσει, επιλέγοντας την απομόνωση από μια ζωή που είτε απλώς δε μπορεί να χειριστεί, είτε της φαίνεται κοινότοπη, προδιαγεγραμμένη και μάταιη, αφού το καλύτερο που έχει να της προτείνει ο Λις είναι απλώς “να ζήσουμε” όπως όλος ο κόσμος, με το σπίτι και την οικογένειά τους. Χωρίς να έχει γνωρίσει οικογένεια, έχοντας χάσει και τον τελευταίο άνθρωπο που θα μπορούσε να την υποκαταστήσει, με τον Λις να αποτελεί περισσότερο έναν πειραματισμό κι όχι μία πρόσφορη συναισθηματική επένδυση, μέσα στο απάνθρωπο περιβάλλον που χτίζει το ύφος του φιλμ, η Ίντα επιλέγει ν’ αποτραβηχτεί απ’ τον κόσμο. Κατ’ επίφαση απαθής κι ανέκφραστη, αλλά με συνεχή εσωτερική επεξεργασία των απανωτών αποκαλύψεων και ερεθισμάτων που δέχεται ξαφνικά και καλείται να χειριστεί σε διάστημα λίγων ημερών, τη βλέπουμε στην τελική της διαδρομή, να επιστρέφει στο μοναστήρι μόνη (υποθέτουμε ότι γυρνάει εκεί, επειδή προηγουμένως έχει φορέσει τα καλογερικά ρούχα), σιωπηλή, όμως όχι σκυφτή ή διστακτική, αλλά με το κεφάλι ψηλά, το πρόσωπο ανέκφραστο και το βλέμμα αποφασισμένο, περπατώντας σε αντίθετη φορά με τον πολιτισμό που συμβολίζουν τα οχήματα που περνούν από δίπλα της και ο θόρυβος που κάνουν.

Ο ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ

KILL THE MESSENGER

Σκην.: Μάικλ Κουέστα

Πρωτ.: Τζέρεμι Ρένερ, Ρόζμαρι ΝτεΓουίτ, Ρέι Λιότα, Μπάρι Πέπερ, Μαίρη Ελίζαμπεθ Γουίνστεντ, Άντι Γκαρσία

Το 1996, ο αμερικανός ερευνητής δημοσιογράφος μιας εφημερίδας τοπικής εμβέλειας, Γκάρι Γουέμπ, πραγματοποιεί και δημοσιεύει μια μακροσκελή έρευνα, στην οποία κατηγορεί τη CIA και την κυβέρνηση Ρέιγκαν, ότι γνώριζαν, ανέχονταν και προστάτευαν το κύκλωμα διακίνησης κρακ στο Λος Άντζελες κατά τη δεκαετία του ’80, ώστε τα κέρδη να διοχετεύονται στην ενίσχυση των Κόντρας εναντίον των Σαντινίστας στη Νικαράγουα.

Δημοσιογραφικό δράμα, βασισμένο σε αληθινή ιστορία, όπως αυτή καταγράφεται στα βιβλία «Dark alliance» του ίδιου του Γκάρι Γουέμπ, που κυκλοφόρησε το 1998 και «Kill the messenger» του Νικ Σου, το οποίο εκδόθηκε το 2006.

Εκτός από την πληροφοριακή σημασία της ταινίας, για ένα γεγονός που αποδεικνύει ότι η αξία της δημοσιογραφίας δεν καθορίζεται από την κυκλοφορία και την εμβέλεια του μέσου από το οποίο ασκείται, το φιλμ διαθέτει ζωηρό ρυθμό και προσφέρει καλές αλλά στο πλαίσιο του αναμενόμενου ερμηνείες από ένα αξιόλογο καστ, ακολουθώντας μια επίσης προβλέψιμη πλοκή χωρίς ένταση ή αγωνία, καταλήγοντας ν’ αποπνέει ένα διεκπεραιωτικό αίσθημα, ειδικά σε σύγκριση με υποδειγματικούς τίτλους του είδους, όπως τα «The insider» (Μάικλ Μαν, 1999) και «Καληνύχτα, και καλή τύχη» («Good night, and good luck.», Τζωρτζ Κλούνι, 2005).

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

HORNS

Σκην.: Αλεξάντρ Αζά

Πρωτ.: Ντάνιελ Ράντκλιφ, Μαξ Μινγκέλα, Τζούνο Τεμπλ

Μετά από τη δολοφονία της κοπέλας του για την οποία όλοι τον κατηγορούν, ο Ιγκ ξυπνάει μια μέρα με δύο κέρατα φυτρωμένα στο κεφάλι του.

Ταινία μυστηρίου και φαντασίας, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του 42χρονου αμερικανού Τζο Χιλ, που κυκλοφόρησε το 2010. Το πρόβλημα κατά τη γνώμη μου, είναι ότι η ταινία διαθέτει ελάχιστο μυστήριο και ακατάσχετη φαντασία, αφού από τη μία το σενάριο δε μοιάζει να αγωνιά για τη λύση της υπόθεσης, η οποία προκύπτει σε ανύποπτη στιγμή, κι από την άλλη το τέλος είναι τόσο εξεζητημένο και αταίριαστο με τον μέχρι τότε τόνο της ιστορίας, ώστε το συνολικό εγχείρημα καταλήγει άνευρο κι εξωφρενικό.