
Ταινία δράσης και φιλοσοφικός στοχασμός μπερδεύονται, με απογοητευτικά αποτελέσματα.
LUCY
Σκην.: Λυκ Μπεσόν
Πρωτ.: Σκάρλετ Γιοχάνσον, Μόργκαν Φρίμαν, Τσόι Μιν-σικ, Αμρ Γουακέντ
Η Λούσι είναι μια νεαρή αμερικανίδα που ζει στην Ταϊπέι, ώσπου ο φίλος της την αναγκάζει να παραδώσει έναν χαρτοφύλακα με άγνωστο σ’ αυτήν περιεχόμενο, σ’ έναν εξαιρετικά επικίνδυνο έμπορο ναρκωτικών. Μέσα στον χαρτοφύλακα βρίσκονται τέσσερα σακουλάκια με μια νέα χημική ουσία, το ένα από τα οποία τοποθετείται χειρουργικά μέσα στο σώμα της Λούσι, προκειμένου να το μεταφέρει στις Η.Π.Α. χωρίς να εντοπιστεί. Όταν το σακουλάκι σπάει μέσα της και η ουσία αναμειγνύεται με το αίμα της, η Λούσι αρχίζει να αξιοποιεί συνεχώς μεγαλύτερο τμήμα του εγκεφάλου της και αποκτά συνεχώς περισσότερες υπερφυσικές δυνάμεις.
Η 15η μυθοπλασία μεγάλου μήκους του 55χρονου γάλλου Μπεσόν, προσθέτει ακόμα μία δυναμική γυναίκα στη φιλμογραφία του, ακολουθώντας εκείνες των «Nikita» (1990), «Ιωάννα της Λωραίνης» («Joan of Ark», 1999), «Ο φύλακας-άγγελός μου» («Angel-A», 2005), «Οι απίστευτες περιπέτειες της Αντέλ» («Les aventures extraordinaires d'Adèle Blanc-Sec», 2010) και «Η δύναμη του έρωτα» («The lady», 2011). Το μοτίβο του ενισχυμένου οργανισμού μέσω φαρμάκου, συνδέει θεματικά την ταινία με το «Απόλυτη ευφυΐα» («Limitless», Νιλ Μπέργκερ, 2011), ενώ οι υπερφυσικές δυνάμεις της ηρωίδας την κατατάσσουν επίσης στην άτυπη κατηγορία των ‘ανεπίσημων υπερ-ηρώων’, μαζί με τα «Jumper» (Νταγκ Λάιμαν, 2008) και «Push: το επικίνδυνο χάρισμα» («Push», Πωλ Μαγκουίγκαν, 2009).
Η ταινία έγινε η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία του σκηνοθέτη στις Η.Π.Α., πλησιάζοντας τα 120 εκατομμύρια δολάρια σε εισπράξεις, γεγονός που προσωπικά δυσκολεύομαι να εξηγήσω, αφού πρόκειται για ένα άνισο, επιπόλαιο και στομφώδες εγχείρημα, το οποίο επιχειρεί να μεταδώσει ένα (αμπελο-) φιλοσοφικό δίδαγμα για τον σκοπό του ανθρώπου στη ζωή, κάνοντας το «The Matrix» (Άντι και Λάρι Γουατσόφσκι, 1999) να μοιάζει με Αριστοτέλη.
Η Λούσι από μια συνηθισμένη κοπέλα που είναι, σταδιακά κατακτά την πλήρη λειτουργία του εγκεφάλου της, ώσπου καταλήγει ν’ αποκτήσει την απόλυτη αυτοσυνείδηση, η οποία την οδηγεί να εξαϋλωθεί και να ενωθεί με το σύμπαν. Σα να μην έφτανε η εκζήτηση της ίδιας της κεντρικής σεναριακής ιδέας, αυτή ‘στριμώχνεται’ σε χρονική έκταση μικρότερη της μιάμισης ώρας, ανάμεσα σε βίαιες αναμετρήσεις, απλοϊκές και διεκπεραιωτικές επιμέρους σχέσεις χαρακτήρων, ομολογουμένως καλοφτιαγμένα οπτικά εφέ που όμως λειτουργούν σχεδόν αποκλειστικά για εντυπωσιασμό, χωρίς να προσφέρουν κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί, και μια σέξι Γιοχάνσον η οποία στο μεγαλύτερο μέρος της πλοκής απλώς τριγυρνά και δέρνει σαν ρομπότ.

