Χαίρε, τερπνόν Έαρ,
πλημμύρα στιλπνού φωτός αναστάσιμου,
εκρήξεις ανθών, κελαδισμών χαρμονή, πανδαισία χρωμάτων.
Οι νάρκισσοι ανθούν, οι ασπάλαθοι ανθούν
κι αναθάλλουν απρόσμενα
νεκρές προσδοκίες κι ελπίδες ανέλπιδες.
Χαίρε, ήδιστον Έαρ!
Ως πέρα, στο βάθος των ατέρμονων οριζόντων,
μια μαγεία κι ένα όνειρο ολάκερη η πατρίδα μου.
Ο βοριάς ξεπλυμένος στο κύμα
και στου Μάρτη το τελευταίο ψιλόβροχο
σκαρφαλώνει ασθμαίνοντας στις δασώμένες βουνοπλαγιές
και ξεχύνεται από τα διάσελα με τις βαριές οσμές του
από ρίγανη, θυμάρι και σκίνα, σάπιο φύκι κι αρμύρα
στον καταπράσινο, λιπόσαρκο κάμπο της γενέθλιας γης.
Στην κατάχρυση αμμουδιά ανθίζουν όλο πάθος
τα πρώτα ερωτικά ιδεογράμματα των ερωτύλων
και οι θερμοί διάλογοι πλάι στο φλοίσβο των κυμάτων.
Εδώ σπατάλησα κι εγώ την πρώτη νιότη μου αφελώς
κι επιστρατεύοντας, πρεσβύτης τώρα, τις όποιες εφεδρείες μου,
επιμένω να δηλώνω νοσταλγικά παρών.
Και να ομιλώ. Για να υπάρχω!
Τη γλώσσα της ερημίας μου, θαρρώ,
ορθά τη συλλαβίζω ακόμη.
Των αχράντων αναμνήσεων ευλαβικός προσκυνητής
και συλλέκτης των αποξηραμένων δακρύων μου
περιφέρομαι ανυπόδητος μήπως διαταράξω τη γοητεία
των άσπιλων παρθενικών οραματισμών μου
μέσα στο αρχέγονο έκπληκτο κάλλος των παραδείσιων τόπων.
Η πολυκαιρία ανάλγητη έχει απλώσει κατάσαρκα
πάνω στην αισθαντική τους στιλπνότητα
ένα κατασκόνιστο αραχνοΰφαντο πέπλο λήθης,
αλλά, εντούτοις, ακτινοβολούν ένα ζεστό πάθος και θάμβος κι εκπέμπουν αδιάλειπτα οσμές μεθυστικές που λιγώνουν.
Και τις τρυγώ! Και μεθώ! Και ταξιδεύω!
Κατάμονος, χωρίς αποσκευές, δίχως πυξίδα.
Και όπου με βγάλει η μέθη μου και οι ροές των ανέμων.
Εκείνες ξέρουν.
Όπου αγάπησα κι ας με υποδέχονται μονάχα πικρές μνήμες.
Όπου αγαπήθηκα. Αλίμονο, τι ερημία!
Η επιστροφή με τρομάζει.
Κι είναι αργά.
Και δεν προλαβαίνω!
Ηρακλής Βουλγαράκης

