«Βασικό αδίκημα» που μπορεί να συνδεθεί με διώξεις για «ξέπλυμα» μαύρου χρήματος θεωρεί πλέον η εφορία το να έχει κάποιος ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο. Στοχοποιούνται όμως έτσι και ιδιοκτήτες ακινήτων που δεν έχουν ρευστό για να πληρώνουν φόρους και χαράτσια, ή και όσοι «ενοχοποιούνται» για αδικαιολόγητο πλουτισμό μέσω των έμμεσων τεχνικών ελέγχου (δηλαδή με διασταυρώσεις εξ αποστάσεως και χωρίς να έχει πιαστεί κανείς σε φορολογικό έλεγχο πχ για μη έκδοση αποδείξεων, εικονικά τιμολόγια κλπ).
Ειδικότερα, τα βασικά αδικήματα που ενδιαφέρουν τις φορολογικές Αρχές είναι σύμφωνα με την εγκύκλιο του υπουργείου Οικονομικών τα εξής:
i) Μη υποβολή δήλωσης ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των 15.000 ευρώ, καθώς και η αποφυγή πληρωμής φόρου πλοίων.
ii) Μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση ΦΠΑ, παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του ΦΠΑ που συμψηφίστηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς υπερβαίνει τις 3.000 ευρώ σε ετήσια βάση.
iii) Εκδοση ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ευρώ, καθώς και μη έκδοση ή ανακριβής έκδοση στοιχείων.
iv) Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει τις 10.000 ευρώ, με την εξαίρεση της μη καταβολής χρεών που προκύπτουν από χρηματικές ποινές ή πρόστιμα που επιβλήθηκαν από τα δικαστήρια ή από διοικητικές Αρχές.
Οι Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα ελεγκτικά κέντρα, όταν διαπιστώνουν περιπτώσεις παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας, καθώς και των λοιπών αδικημάτων αρμοδιότητάς τους που υπάγονται στα βασικά αδικήματα, υποβάλλουν αναφορές στην Αρχή ενημερώνοντας συγχρόνως και τη Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, εφόσον το ποσό των παραβάσεων υπερβαίνει τις 50.000 ευρώ.