Ένας καθηγητής μου –καλή του ώρα- με έντονα προσωπικό και δηκτικό χιούμορ συνήθιζε να λέει: «Ο Έλληνας για να καθίσει βολικά χρειάζεται πέντε καρέκλες. Μία για να κάθεται, από μία για κάθε χέρι και από μία για κάθε πόδι.
Όταν, όμως, έχει μόνο μία καρέκλα, τότε κάθεται έχοντας την καρέκλα στα δυο της πόδια». Βέβαια, με τις κοινωνικές συναναστροφές, όπως είναι η θητεία του νεοέλληνα στην ταβέρνα ή στο καφενείο, οι απαιτήσεις ελαχιστοποιούνται. Κλασική είναι η εικόνα όπου οι δύο φίλοι τα πίνουν και ο καθένας τους απασχολεί –μόνο- δύο καρέκλες. Μία αυτή που κάθεται και άλλη μία για να πατάει τα πόδια του ή να ακουμπάει τον αγκώνα του. Χαρακτηριστική είναι η δυσανασχέτησή του νεοέλληνα, όταν αποχωρίζεται την καρέκλα του, επειδή κάποιος θαμώνας του τη ζητά, με την ερώτηση: «Κάθεται κανείς;» … και τελικά του την απομακρύνει.
Ωστόσο, ακόμη και με μια καρέκλα ο έλληνας είναι … ανοικονόμητος. Απλώνει χέρια, απλώνει πόδια … απλώνει την αρίδα του... Και, φυσικά, καταλαμβάνει επιπλέον χώρο, εις βάρος της χωρητικότητας του σεμνού και απλοϊκού οινοποτείου, του κλασικού καφενείου ή του υπό εξαφάνιση ζαχαροπλαστείου. Όμως, τα χρόνια περνούν και οι νέες τάσεις απειλούν, εκτοπίζουν και εκδιώκουν η μία την άλλη. Φτάνουμε, τελικά, στα σημερινά καφέ – μπαρ με τα περίφημα «σκαμπώ»...
Σκοπίμως, γράφω το «σκαμπώ» με «ω», όπως γραφόταν αρχικά και όχι «σκαμπό», όπως σήμερα. Ο λόγος είναι ότι με «ω» η λέξη διατηρεί τον ξενόφερτο χαρακτήρα της, όπως Πεζώ, Μπαρντώ, κρασιά Μπροντώ, Φοντενεμπλώ κ.λπ. και αντιμετωπίζεται διαφορετικά και με προσοχή. Δημιουργεί δηλ. μιαν «απόσταση», που αποτρέπει αυτόν που τη διαβάζει από το να προχωρήσει και να την κλίνει ως να ήταν ελληνική. Έτσι, αποφεύγονται λάθη και κωμικές καταστάσεις, όπως: το σκαμπό, του σκαμπού … το Πεζό, του Πεζού. Αλλά και η πρόσφατη φράση ιδιοκτήτριας παραθαλάσσιου τουριστικού καφέ-μπάρ, σε νότια παραλία του νησιού μας, η οποία απευθυνόμενη σε αλλοδαπή υπάλληλο (μαύρη, όχι στο δέρμα, αλλά στη σχέση εργασίας…), όταν σε απότομη αλλαγή του καιρού άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς, της φώναξε επιτακτικά: «Μάζωξε, μωρή, τα σκαμπά να μη βραχούνε»!!!
Και πριν προχωρήσουμε στα … σκαμπά και στη φιλοσοφία τους, να μη μας διαφεύγει η λέξη «καφετέρια», που ήρθε (περίπου κατά τη μεταπολίτευση) για να αντικαταστήσει τους τετριμμένους όρους «Καφενείον» και «Ζαχαροπλαστείον». Η λέξη δεν είναι τεχνητή, δηλ. δεν έγινε επί τούτου και με το σκοπό του εκμοντερνισμού των κέντρων όπου συχνάζουν όσοι έχουν χρόνο και χρήμα (το στοιχειώδες). Η λέξη προϋπήρχε και ως εύηχη, αλλά και εν μέρει μοντερνίζουσα χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται όπως είναι σήμερα. Όμως, η «καφετέρια» δεν είναι ούτε καφέ, ούτε μπαρ, ούτε ζαχαροπλαστείο, ούτε κάποιος συνδυασμός των παραπάνω. Η καφετέρια είναι ένας ειδικός χώρος εστίασης σε ένα σχολείο, κολλέγιο, εργοστάσιο, νοσοκομείο, πολυκατάστημα, σε πλοίο ή … σε μια φυλακή! Είναι ο χώρος όπου περνάμε με το δίσκο μπροστά από ένα μπουφέ σερβιρίσματος και αφού σερβιριστούμε συνεχίζουμε στη μεγάλη αίθουσα που έχει τραπέζια ή πάγκους για να καθίσουμε. Αυτό που ξεκίνησε στην Αθήνα στη δεκαετία του ’60 στου ΦΛΟΚΑ. Δηλ. αυτό που ξέρουμε … επί το ελληνικότερον, ως … self service. Αυτό είναι η καφετέρια…
Έτσι, λοιπόν, από καφετέριες (έστω και με δανεισμό του όρου) έχει γεμίσει το κέντρο της πόλης μας. Έχει αποδειχθεί ότι, ειδικά στις μέρες μας, είναι το είδος της επιχείρησης που ευδοκιμεί. Πολλές φορές, η εξάπλωση των τραπεζοκαθισμάτων είναι τέτοια, που υποβοηθούμενη και από το εύκρατο κλίμα μας, καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της οδού, καθιστώντας δύσκολη (και συχνά περιπετειώδη έως και αδύνατη) τη διέλευση των πεζών. Μάταια και ανεπιτυχώς έχει επιχειρηθεί η διαγράμμιση και η οριοθέτηση του χώρου όπου επιτρέπεται η τοποθέτηση των τραπεζοκαθισμάτων έξω από κάθε καφετέρια. Η θρασύτητα και η ασυδοσία ή η αδιαφορία του επιχειρηματία προς τους κανόνες της πολιτείας, η προφανής αδυναμία ή η αποφυγή του δήμου να ελέγξει, αλλά και η γνώση ότι το κέρδος από την παράβαση υπερκαλύπτει την απώλεια από το σπάνια επιβαλλόμενο και σπανιότερα εισπραττόμενο πρόστιμο, καθιστά σχεδόν θεσμό την επιχειρηματική επεκτατικότητα … καταλήγοντας σε μια μάλλον γραφική εικόνα, την οποία αποδέχονται (χωρίς να την κατανοούν) και την απαθανατίζουν φωτογραφικά οι αλλοδαποί επισκέπτες μας.
Φτάνουμε, τώρα, στο σκαμπώ και τη … φιλοσοφία του. Η περίεργη αυτή λέξη για το συγκεκριμένο είδος καθίσματος είναι γαλλική. Escabeau … scabeau ή scabel, που προέρχεται από τη λατινική λέξη scabellum. Η ιστορία του σκαμπώ ξεκίνησε από τα μπαρ. Εκεί, οι πελάτες, όρθιοι μπροστά από τη μακρόστενη μπάρ-α έπιναν το ποτό τους, είτε επειδή ήταν μόνοι, είτε επειδή περίμεναν το ραντεβού τους είτε διότι το ζεύγος ή η παρέα περίμενε κάποιο τραπέζι να αδειάσει. Γενικά, όταν είσαι χωρίς παρέα, συνηθίζεται να κάθεσαι (δηλ. να στέκεσαι ή να μισοκάθεσαι) στο μπαρ. Εκεί, το βέβαιο είναι ότι θα πιάσεις κουβέντα με τον μπάρμαν ή την μπαργούμαν. Είναι κι αυτό ένα επάγγελμα με πολύ συγκεκριμένη εξειδίκευση και προσόντα, που απαιτεί το χώρο ιδιαίτερου άρθρου. Για όσους, λοιπόν, περιμένουν στο μπαρ, πίνοντας, δημιουργήθηκε το σκαμπώ. Όταν κάθεσαι σ’ αυτό βρίσκεσαι μεταξύ ορθίου και καθιστού. Τα σκαμπώ στα μπαρ είναι βιδωμένα στο πάτωμα. Ο σκοπός είναι να μην μπορούν να μετακινηθούν. Έτσι, αφού δεν μπορούν να απομακρυνθούν, κανείς δεν θα προσπαθήσει να τα κλέψει, ή να τα χρησιμοποιήσει για να χτυπήσει κάποιον άλλο υπό την επήρεια του οινοπνεύματος, όπως γινόταν με τις καρέκλες στις γουέστερν σκηνές. Πολλές φορές τα σκαμπώ μπορεί να είναι περιστρεφόμενα. Απαραιτήτως έχουν στήριγμα για το πόδι. Σπανιότερα έχουν πλάτη και ακόμα πιο σπάνια στηρίγματα για τα χέρια… γενικά, το σκαμπώ είναι ένα κάθισμα για σύντομη, προσωρινή ανάπαυση – και αυτό συνοδεύεται από ή επιβάλλει την ανάλογη ψυχολογία στο χρήστη. Δηλ. την ψυχολογία του κάθομαι για λίγο, κάθομαι προς το παρόν, ώσπου να βολευτώ, μέχρι να βρω κάτι καλύτερο, κάθομαι … μέχρι να φύγω!
Οι απανταχού της υφηλίου επιχειρηματίες, αλλά και εκείνοι της πόλης μας, έχοντας εμπεδώσει (ενσυνείδητα ή υποσυνείδητα) την ψυχολογία που υποβάλλει ή επιβάλλει το σκαμπώ … προχώρησαν στο παρασύνθημα. Δηλ. έδωσαν στο σκαμπώ … «προαγωγή». Το πήραν από το φυσικό του χώρο, εκείνο δίπλα στη μπάρα και το άφησαν να απλωθεί και στον υπόλοιπο χώρο του καταστήματος. Και συγκεκριμένα, στο οδόστρωμα και στην πλατεία. Έτσι, είναι κοινότυπη πια η θέα τραπεζοκαθισμάτων με τραπεζάκι ψηλό και γύρω του … σκαμπώ. Με τη διάταξη αυτή, ο πελάτης έχει την ψυχολογία ότι βρίσκεται ψηλά και βλέπει γύρω του τα τεκταινόμενα «αφ’ υψηλού». Έχει τον αέρα του ύψους, της εξουσίας. Το σκαμπώ δίνει την ευκαιρία για επίδειξη. Όλοι βλέουν το νέο φόρεμα, διακρίνουν την καινούρια κόμμωση, ακόμα και το νεοαποκτηθέν κινητό! Πολύ πιο εύκολα απ’ όταν βρίσκεσαι λουφαγμένος/η σε μια βαθειά και περίκλειστη πολυθρόνα. Παράλληλα, οι γύρω μπορούν να τον/την βλέπουν (θαυμάζουν ή χαλβαδιάζουν ή φλερτάρουν ή μπανίζουν ή …) πράγμα που είναι και το ζητούμενο σε μια τέτοια κοινωνική έξοδο. Ας μη λησμονούμε ότι ποτέ, μα ποτέ δεν ευδοκίμησε καφετέρια σε όροφο και όπου οι θαμώνες δεν ήταν σε ελεύθερη και ανεμπόδιστη θέα –για πολύ καιρό. Οι θαμώνες επιθυμούν να εκτεθούν. Να δουν και να τους δούνε. Να επικοινωνήσουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Επιδιώκουν να δουν αλλά και να τους δουν όχι μόνο οι θαμώνες αλλά και οι διερχόμενοι, που είναι και οι περισσότεροι.
Με αυτή τη συλλογιστική, οι επιχειρηματίες ποντάρουν σε δυο πράγματα. Αφενός παρέχουν με το σκαμπώ την περίοπτη θέση που αναζητεί ο πελάτης και αφετέρου, γνωρίζουν ότι η ψυχολογία που υποβάλλει το σκαμπώ είναι η προσωρινή παραμονή. Έτσι, το τραπεζάκι θα γεμίσει, αλλά και θα αδειάσει σύντομα. Γιατί το μυστικό για το κέρδος στις καφετέριες είναι η ανακύκλωση των πελατών κι όχι η επί ώρες κατάληψη των καθισμάτων από τους ίδιους και τους ίδιους θαμώνες!!!
Ταυτόχρονα, αυτός που κάθεται στο σκαμπώ δεν έχει τη δυνατότητα να ξαπλώσει, ούτε και να απλώσει τα χέρια ή τα πόδια του, όπως στο χιουμοριστικό παράδειγμα του καθηγητή μου, που αναφέραμε στην αρχή. Ο πελάτης δεν έχει απαιτήσεις σε εμβαδόν. Αντίθετα, κάθεται μαζεμένος πάνω στο κάθισμα και υποσυνείδητα προσπαθεί να διατηρήσει την ισορροπία του, λόγω του υψηλού κέντρου βάρους που του δίνει το σκαμπώ. Έτσι, ο επιχειρηματίας έχει τη δυνατότητα να φιλοξενεί στον ίδιο χώρο περισσότερα άτομα. Δηλ. κάτι σαν τις Καρυάτιδες, που βρίσκονται ψηλά, τις βλέπουν από παντού και τις θαυμάζουν, βλέπουν τους πάντες και … καταλαμβάνουν τον ελάχιστο χώρο!
[email protected]

