
Ένας από τους δημοφιλέστερους και πιο αγαπητούς υπερ-ήρωες, αντιμετωπίζει τους κρισιμότερους εχθρούς της κινηματογραφικής του καριέρας: την απλοϊκότητα και την επανάληψη.
THE AMAZING
SPIDER-MAN 2
Σκην.: Μαρκ Γουέμπ
Πρωτ.: Άντριου Γκάρφιλντ, Έμα Στόουν, Σάλι Φιλντ, Τζέιμι Φοξ, Ντέιν ΝτεΧάαν, Πωλ Τζιαμάτι, Ντένις Λίρι, Κάμπελ Σκοτ.
Ο Πίτερ Πάρκερ απολαμβάνει τη ζωή του ως Spider-Man, ενώ παράλληλα προσπαθεί να διατηρήσει τη σχέση του με την αγαπημένη του, Γκουέν Στέισι, και να την προφυλάξει από τους κινδύνους που κρύβει η ζωή του ως υπερ-ήρωας. Δύο απ’ τις πιο σοβαρές απειλές που καλείται ν’ αντιμετωπίσει, είναι ο ηλεκτρολόγος της Oscorp, Μαξ Ντίλον, και ο νεαρός ιδιοκτήτης της εταιρείας, Χάρι Όσμπορν, ο καθένας από τους οποίους θ’ αποκτήσει έναν δεύτερο μοχθηρό εαυτό, που επιθυμεί να σκοτώσει τον Spider-Man για διαφορετικούς λόγους.
Μετά από μία -περισσότερο εμπορικά απ’ ό,τι καλλιτεχνικά- εξαιρετικά επιτυχημένη τριλογία με τον διασημότερο ήρωα της Marvel Comics, σε σκηνοθεσία του Σαμ Ράιμι («Spider-Man» 2002, «Spider-Man 2» 2004 και «Spider-Man 3» 2007), η Sony/Columbia αποφάσισε περιέργως να επανεκκινήσει τη σειρά με διαφορετικούς συντελεστές και μια νέα ιστορία καταβολών, μόλις πέντε χρόνια μετά από την τελευταία ταινία. Έτσι, το 2012 ο σκηνοθέτης Γουέμπ και ο πρωταγωνιστής Γκάρφιλντ, μας έδωσαν το «The amazing Spider-Man» με μια οπτική πολύ πιο μοντέρνα κι ελκυστική από εκείνη του Ράιμι.
Η σταθερή δημοφιλία του ήρωα, οι χαμηλότερες της σειράς μέχρι τώρα αλλά υποσχόμενες παγκόσμιες εισπράξεις των 752 εκατομμυρίων δολαρίων που απέφερε το πρώτο φιλμ και η επιθετική στρατηγική του στούντιο της Marvel (στην οποία δεν ανήκουν τα κινηματογραφικά δικαιώματα του Spider-Man και των X-Men, παρότι αποτελούν δικές της δημιουργίες), ώθησαν στο μεταξύ τη Sony να ανακοινώσει ήδη από πέρυσι το μακροπρόθεσμο σχέδιό της για δύο ακόμη συνέχειες με τον Spider-Man, που προγραμματίζονται για το 2016 και το 2018, ενώ εν τω μεταξύ προετοιμάζονται ξεχωριστές ιστορίες για μερικούς από τους πιο γνωστούς αντιπάλους του ήρωα, όπως ο Venom και οι Sinister Six, που θα πρέπει να περιμένουμε να δούμε τον τρόπο με τον οποίο θα ενταχθούν στην αφηγηματική συνέχεια της τρέχουσας σειράς.
Η φετινή προσθήκη πάντως προδίδει το άγχος της Sony αφενός ν’ αποκαταστήσει την εμπορική ισχύ του ήρωά της, αφετέρου να “προφτάσει” τη Marvel στον ανταγωνισμό. Συγκρίνοντας κανείς τις πρώτες φετινές ταινίες των δύο στούντιο (μέσα στην καλοκαιρινή σεζόν ακολουθούν το «X-Men: days of future past» της Fox και οι «Guardians of the galaxy» από τη Marvel), διαπιστώνει εύκολα ότι η Marvel παραμένει ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του παιχνιδιού, αφού το «Captain America: ο Στρατιώτης του Χειμώνα» διαθέτει τη σεναριακή και σκηνοθετική στιβαρότητα που λείπουν από την ταινία του Γουέμπ, η οποία προσφέρει όλο το προσδοκώμενο θέαμα (με την πάντα εντυπωσιακή αιώρηση του ήρωα πάνω απ’ τους δρόμους της Νέας Υόρκης), αλλά υποφέρει από κοινοτοπία και επανάληψη.
Ένα στοιχείο που εξελίχθηκε αφηγηματικά και ερμηνευτικά από την προηγούμενη ταινία και αποτελεί το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του φετινού φιλμ, είναι το πρωταγωνιστικό ζευγάρι των Γκάρφιλντ και Στόουν, οι οποίοι αναδεικνύονται στο πιο χαριτωμένο ζευγάρι αυτή τη στιγμή στο είδος των υπερ-ηρώων. Πραγματικό ζευγάρι και στη ζωή, αποπνέουν νεανική ζωντάνια, ενέργεια, αμοιβαίο σεβασμό και τρυφερότητα, και φτιάχνουν ένα ιδανικό ζευγάρι που γίνεται επάξια το σημαντικότερο διακύβευμα της πλοκής, με τους κακούς της ιστορίας να παρεμβάλλονται ανάμεσα στις σκηνές οικειότητας του ζευγαριού, σαν να υπάρχουν απλώς για να καλύψουν τις ανάγκες της ταινίας για δράση. Ειδικότερα, ο Γκάρφιλντ ‘μεγαλώνει’ στον ρόλο, πιο ανέμελος ως Spider-Man αλλά πιο προβληματισμένος ως Πίτερ, χωρίς να χάνει το χιούμορ του. Ενδεικτικό μάλιστα του εύστοχου κάστινγκ, είναι ότι το πρωταγωνιστικό δίδυμο αποδίδει τις πιο χιουμοριστικές στιγμές της ταινίας (π.χ. η σκηνή του Πίτερ με τις δοκιμές των μπαταριών και το τηλεφώνημα του επόμενου πρωινού, η κατά λάθος από τη Γκουέν δημόσια προσφώνηση του Spider-Man με τ’ όνομα του Πίτερ), σε αντίθεση με πολλές από τις υπόλοιπες που είναι μάλλον άστοχες (π.χ. μετά το ατύχημα του Μαξ η ανακοίνωση ότι “το σύστημα επανήλθε”, μια άκαιρη και αναληθοφανής στο πλαίσιο της σκηνής ατάκα- ένδειξη του βεβιασμένου χιούμορ του σεναρίου). Επίσης, πρόοδο σημειώνει η σχέση του Πίτερ με τη θεία Μέι, την οποία υποδύεται ξανά η Φιλντ, σε μια ερμηνεία εξίσου συγκινητική και αστεία- ακόμα ένα από τα προτερήματα της ταινίας.
Από ‘κει και πέρα, δεδομένου του σπουδαίου ρόλου που το στούντιο έχει αναθέσει στους κακούς σαν στυλοβάτες της προέκτασης του αφηγηματικού σύμπαντος του Spider-Man από δω και στο εξής, οι κακοί της ταινίας παραμένουν αναπάντεχα απλοϊκοί: ο Rhino ενσαρκώνεται από τον Τζιαμάτι στο όριο της καρικατούρας, ο ΝτεΧάαν δίνει μια πολύ καλή ερμηνεία αλλά ο Goblin μοιάζει πια ένας εξαντλημένος χαρακτήρας, έχοντας προβληθεί και στις δύο εκδοχές του (πατέρα και γιου) στην τριλογία του Ράιμι, ενώ ο Φοξ είναι υποτυπωδώς διεκπεραιωτικός ως Electro, ο οποίος δε θα μπορούσε να είναι πιο συνηθισμένος, προφανής και μονοδιάστατος, με ατάκες του τύπου “I am nobody”, “είμαι τόσο θυμωμένος που η εταιρεία για την οποία έχω κάνει τόσα δε μ’ αφήνει να γιορτάσω” κτλ.
Γενικότερα όλο το φιλμ αφήνει μια δευτερογενή αίσθηση, την οποία δημιουργούν τα στοιχεία που επαναλαμβάνονται τόσο μέσα από την ίδια τη σειρά του ήρωα (π.χ. o Goblin, ο “γέννηση” του Electro κ.α.), όσο και γενικότερα από τον κόσμο των κόμικ και που έχουμε ξαναδεί πρόσφατα σε κινηματογραφικές διασκευές, όπως η έμφαση στη σχέση του ήρωα με τους νεκρούς γονείς του, που είναι πολύ βασικό στοιχείο στον μύθο του Batman, και η παρουσία στην πλοκή μιας επιχείρησης που παρέχει καθαρή και βιώσιμη ενέργεια, μοτίβο που επίσης έχουμε ξαναδεί στο «Batman begins» (Κρίστοφερ Νόλαν, 2005) και στις ταινίες του Iron Man.
Μια τελευταία παρατήρηση, αφορά τη μουσική, ένα εξαιρετικά βασικό στοιχείο στις ταινίες υπερ-ηρώων. Η αλλαγή συνθέτη από τον Τζέιμς Χόρνερ του προηγούμενου φιλμ, στον Χανς Τσίμερ σ’ αυτό εδώ είναι τουλάχιστον συζητήσιμη, καθώς προσφέρει μερικά εύστοχα πιο μοντέρνα ακούσματα πέρα από την αναμενόμενη ορχηστρική σύνθεση, η οποία επενδύει μεν τρυφερά τις ρομαντικές σκηνές, φτιάχνει δε ένα ηρωικό θέμα το οποίο -συγνώμη για την υπερβολική υποκειμενικότητα- εμένα τουλάχιστον μου μοιάζει με σήμα δελτίου ειδήσεων.
Το αντίστοιχο θέμα του Τζέιμς Χόρνερ από την πρώτη ταινία ήταν πολύ καταλληλότερο, ενώ -για να επανέλθουμε στη σύγκριση με τη Marvel- κανένα τους δε διαθέτει τη βαρύτητα και την κρισιμότητα του θέματος του Χένρι Τζάκμαν που ακούγεται στους τίτλους τέλους του «Captain America: ο Στρατιώτης του Χειμώνα».

