
Στα αρχαία χρόνια (χοντρικώς από τον 8ο αιώνα π.Χ., οπότε οι Έλληνες άρχισαν να χρησιμοποιούν το αλφάβητο που έχομε κι εμείς σήμερα, ως τον 4ο αιώνα π.Χ., οπότε αρχίζει η ελληνιστική περίοδος) πολλά από τα γράμματα του αλφαβήτου μας προφέρονταν διαφορετικά από ό,τι τα προφέρομε εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες.
Τότε χρησιμοποιούσαν μόνο κεφαλαία γράμματα.
Η μικρογράμματη γραφή προέκυψε πολύ αργότερα, από την προσπάθεια να γραφούν τα γράμματα με σύντομο τρόπο.
Υπήρχαν τα πέντε γνώστα μας φωνήεντα:
Α,Ε, Ι, Ο, Υ, (το Υ προφερόταν ως ου)1, τα οποία προφέρονταν α) βραχύχρονα, όπως τα προφέρομε κι εμείς σήμερα, αλλά και β) μακρόχρονα δηλ. περίπου σαν διπλά αα, εε, ιι, ουου. Το μακρόχρονο ο προφερόταν ως ου ή ως οου.
Π.χ. στη λέξη ΠΡΑΓΜΑ το πρώτο Α ήταν μακρό (αα) και το δεύτερο βραχύ (α) και η προφορά της λέξης στην πραγματικότητα ήταν ΠΡΑΑΓΜΑ.
Από το 403 π.Χ. και εξής καθιερώθηκε το μακρόχρονο Ε να συμβολίζεται με το ήτα (Η) (ευκλείδια μεταρρύθμιση), το οποίο ως τότε χρησιμοποιούνταν για δήλωση της δασύτητας, όπως σήμερα το αγγλικό H π.χ. στη λέξη HAND. Και ακόμη αργότερα χρησιμοποιήθηκε το ωμέγα (Ω) για παράσταση του μακρόχρονου Ο.
Με τη βραχύχρονη και τη μακρόχρονη προσφορά των φωνηέντων εξηγείται γιατί ο τόνος κατέβαινε από την προπαραλήγουσα στην παραλήγουσα, όταν η λήγουσα της λέξης ήταν μακρόχρονη, π.χ. αιτιατική ενικού: τον πόλεμον, αλλά γενική πληθυντικού: των πολέμων (αρχαία προφορά: τόον πολέμοον, όπου ο νόμος της τρισυλλαβίας εμποδίζει τον τονισμό στην προπαραλήγουσα).
Οι δίφθογγοι (σήμερα νομάζονται δίψηφα φωνήεντα) προφέρονταν έτσι ώστε να διακρίνονται τα δύο φωνήεντά τους, αλλά συντόμως, σαν ένας διπλόμορφος φθόγγος: ΑΙ (προφ. άι, όπως στη σημερινή λέξη χάιδευε), ΕΙ (προφ. έι), Οι (προφ. όι), ΟΥ (προφ. όου), ΥΙ (προφ. ούϊ), ΑΥ (προφ. άου), ΕΥ (προφ. έου), ΗΥ (προφ. έεου)2.
Και από τα σύμφωνα άλλα προφέρονταν όπως σήμερα:
Κ, Λ, Μ, Ν, Ξ, Π, Ρ, Σ, Τ, Ψ. Άλλα όμως είχαν διαφορετική προφορά.
Τα Β, Γ, Δ ακούονταν όωπς τα σημερινά b, g, d του λατινικού αλφαβήτου.
Το Ζ προφερόταν σαν sd ή σαν dj.
Το Θ, Φ, Χ προφέρονταν ως th, ph, ch, δηλ. ταυ με δασεία, πι με δασεία και κάπα με δασεία, όπως φαίνεται π.χ. και στο: κατ’ hοδόν →καθ’ οδόν, όπου το ταυ ενούμενο με τη δασεία της λέξης “οδόν” ακούεται ως Θ (th).
Με δασεία, όμως στην αρχή λέξης, προφερόταν και το ελληνικό Ρ (Rh).
Αποδείξεις για όσα είπαμε υπάρχουν πολλές.
Ο αρχαίος κωμικός Κρατίνος βάζει αν μιλούν δύο φίλοι και ο ένας λέει στον άλλο: Κάνεις σαν πρόβατο “βη βη βελάζον”. Με την αρχαία προφορά αυτά διαβάζονται “μπέε μπέε”, όπως πραγματικά βελάζει το πρόβατο.
Σύμφωνα με την αρχαία προφορά ο βους (βόδι) “μυ-κάται” με υ (μούου), ενώ η αιξ (αίγα, κατσίκα) “μη-κάται” με η (μέε).
Άλλη απόδειξη είναι οι μεταγραφές ελληνικών λέξεων στα λατινικά: Βαβυλών→Babylon, Γόρτυνα→Gortyna, Δαίδαλος→Daedalus, Φίλιππος→Philippus (οι Ρωμαίοι είχαν το F, το οποίο όμως προφερόταν όπως το νεοελληνικό φ, όχι ph όπως στα αρχαία), Θεσσαλία→Thessalia, Χάρις→Charis, Ρόδος→Rhodos, ρυθμός→rhythmus κτλ.
Η αρχαία προφορά άρχισε να αλλάζει ιδίως από τα ελεξανδρινά χρόνια (ελληνιστική περίοδος 323 π.Χ.-31π.Χ.), οπότε, με τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, πολλοί “βάρβαροι”3 λαοί μίλησαν ελληνικά. Τότε ξεκίνησαν οι μεγάλες αλλαγές (αρχικά θεωρήθηκαν “φθορά” της ελληνικής) που κατέληξαν στην προφορά που έχομε σήμερα.
Σε μερικές ειδικές πάντως περιπτώσεις κρατήθηκε η αρχαία προφορά μέχρι σήμερα, σε λέξεις βέβαια που σώθηκαν στο στόμα του λαού, όχι εκείνες που επανήλθαν μέσω της λόγιας παράδοσης.
Π.χ. το ήτα (Η) κράτησε την αρχαία του μετευκλείδεια προφορά, εφόσον βρίσκεται προ του ρ: ξηρός→ξερός, κηρός→κερί, μηρός→μερί... Προφέρεται όμως βραχύχρονα, διότι μακρόχρονα φωνήεντα δεν έχει σήμερα η γλώσσα μας.
Τα Β, Γ, Δ κράτησαν την αρχαία τους προφορά (b,g,d) μετά από ένρινο (μ,ν) φθόγγο, π.χ. εμβαίνω-μπαίνω, συν-γενής→συγγενής (προφ. syngenis), δένδρον→δέντρο, οι άνδρες (αρχ. προφ. hoi andres)→οι άντρες...
Οι ξένοι που μελετούν αρχαία ελληνικά τα προφέρουν με την αρχαία τους προφορά (ερασμιακή προφορά).
Σημ.: 1 Το Υ αργότερα άρχισε να προφέρεται σαν το γαλλικό u ή το γερμανικό u umlaut (u). Οι Ρωμαίοι για να το ξεχωρίζουν από το δικό τους λατινικό u, το συμβόλιζαν με το y (y Graecum).
Σημ.: 2 Ως δίφθογγοι λογιαράζονταν και τα μακρά φωνήεντα που έπαιρναν υπογεγραμμένη (υπογεγραμμένον ιώτα).
Σημ.: 3 Βάρβαρος: λέξη ηχομιμητική, με επανάληψη της συλλαβής βαρ-βαρ (αρχ. προφ. μπαρ-μπαρ).
Σήμαινε αυτόν που δεν καταλαβαίνομε τα λόγια του, επειδή μιλά άλλη γλώσσα, όχι ελληνικά, όπως λέμε σήμερα: μπουρ-μπουρ με ζάλισε με τα λόγια του.
*Ο Αιμίλιος Ψαθάς είναι πτυχιούχος ελληνικής και αγγλικής φιλολογίας, επίτιμος σύμβουλος φιλολόγων

