
Η δήλωσή της θα μείνει ιστορική, ενώ ο αγώνας της για τον διάλογο των πολιτισμών της Ευρώπης, αλλά και την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα, παραμένουν επίκαιρα κι ας έχουν περάσει 20 χρόνια από τον θάνατό της.
«Όταν ανακοινωθεί ο θάνατός μου να το διασταυρώσετε πάλι και πάλι. Γιατί μάλλον δεν θα έχω πεθάνει», είχε πει στον δημοσιογράφο Βασίλη Καββαθά. Εκείνο το κυριακάτικο πρωινό της 6ης Μαρτίου του 1994, η είδηση μεταδόθηκε σαν αστραπή από τη Νέα Υόρκη στην Ελλάδα. Πάγωσαν όλοι...Σήμερα συμπληρώνονται 20 χρόνια απουσίας...
Yπήρξε πολύμορφη προσωπικότητα, γυναίκα σύμβολο. Σπάνια ένας άνθρωπος, μόνο με το μικρό του όνομα, μένει στη συνείδηση του κόσμου και η Μελίνα Μερκούρη τo είχε καταφέρει. Ήταν η Μελίνα της «Στέλλας», του «Ποτέ την Κυριακή», των «Παιδιών του Πειραιά», η Μελίνα του Θεάτρου, της Πολιτικής, των Μαρμάρων, η Μήδεια, η Φαίδρα, η Ίλια Ντάρλινγκ, η Μελίνα όλων των Ελλήνων.
Γεννήθηκε το 1920 στην Αθήνα, σε ένα υπέροχο νεοκλασικό της οδού Τσακάλωφ, πρωτότοκη κόρη του Σταμάτη Μερκούρη και της Ειρήνης Λάππα. Τη βάφτισαν Αμαλία – Μαρία, δεν τη φώναξαν όμως έτσι ποτέ. Το όνομα που θα χρησιμοποιούσαν σε όλη της τη ζωή, και με το οποίο έγινε πασίγνωστη, ήταν το «Μελίνα». Πολλές φορές δεν χρειαζόταν καν το επίθετο «Μερκούρη» για να συστηθεί. Ήταν η Μελίνα όλων των Ελλήνων, αλλά και η Μελίνα των ξένων. Μεγάλωσε μέσα σε ένα περιβάλλον που ήταν ποτισμένο με τις αγωνίες, τις εκρήξεις και τις χαρές που προσφέρει η πολιτική: ο παππούς της, Σπύρος Μερκούρης –«ο πρώτος άνδρας που αγάπησα»– ήταν ένας από τους πιο επιτυχημένους και δημοφιλείς δημάρχους της Αθήνας για περισσότερα από τριάντα χρόνια. Και ο πατέρας της, Σταμάτης, υπήρξε βουλευτής, εκπρόσωπος της Ελλάδας στο Συμβούλιο της Ευρώπης και υπουργός Δημόσιας Τάξης και Δημοσίων Έργων. Στα 16 της ερωτεύεται τον ηθοποιό Γιώργο Παππά και για χάρη του θα επιχειρήσει να αυτοκτονήσει. Λίγο αργότερα γνωρίζει τον Πάνο Χαροκόπο, με τον οποίο και παντρεύεται.
Τελειώνει το γυμνάσιο και δίνει εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού. Εμφανίζεται το 1944 στο θέατρο με το Μονοπάτι της Λευτεριάς του Αλέξη Μινωτή, παίρνοντας ωστόσο κακές κριτικές για το ντεμπούτο της: «Η Μελίνα Μερκούρη με την επιβλητική της παρουσία, την αστική της καταγωγή και την έντονη προσωπικότητα, σαν να προκαλεί την καθωσπρέπει κοινωνία της εποχής με τις καλλιτεχνικές της φιλοδοξίες» ή «Πολύ ψηλή, πολύ νέα, πολύ ξανθιά, πολύ αδέξια. Δεν έχει ταλέντο».
Θα περάσει μια δεκαετία σχεδόν, για να τιμηθεί με το βραβείο Κοτοπούλη –Δεκέμβριος 1953– και όλοι να μιλούν για το ταλέντο της. Ένα χρόνο μετά, αρχίζει και η μεγάλη καριέρα της στον κινηματογράφο, με τη Στέλλα του Μιχάλη Κακογιάννη. Με τη Στέλλα θα βρεθεί στις Κάνες, όπου θα κλέψει την καρδιά του Ζυλ Ντασσέν και θα μείνουν μαζί ως το τέλος.
Το πραξικόπημα των συνταγματαρχών βρίσκει τη Μελίνα μαζί με τον Ντασσέν στη Νέα Υόρκη. Με την αίγλη τής σταρ και την προσωπική της ακτινοβολία, αναδεικνύεται σε αγωνίστρια του εξωτερικού. Γεννημένη Ελληνίδα, κι ας της αφαιρεί ο Παττακός την ιθαγένεια, γίνεται η σκληρότερη κριτικός του στρατιωτικού καθεστώτος. Η περιουσία της δημεύεται, η επιστροφή στην πατρίδα της απαγορεύεται και τρεις δολοφονικές απόπειρες παραλίγο να της στερήσουν τη ζωή.
Με την πτώση της χούντας επιστρέφει στην Ελλάδα και πολιτεύεται πλάι στον Ανδρέα Παπανδρέου.
Το Νοέμβριο του ʼ77 εκλέγεται από τους Πειραιώτες βουλευτής. Έκτοτε δεν έλειψε από το ελληνικό Κοινοβούλιο. Η Μελίνα διοχέτευσε όλη της την ενέργεια στο υπουργείο Πολιτισμού (1981-1989). Σύνδεσε το όνομά της με τη δημιουργία του θεσμού «Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης», με τη διεκδίκηση των μαρμάρων του Παρθενώνα από τη βρετανική κυβέρνηση, με την πολιτιστική ανάπτυξη της ελληνικής επαρχίας, με την προσπάθεια προώθησης του ελληνικού πολιτισμού στο εξωτερικό και υπήρξε για άλλη μια φορά η πιο λαμπερή εκπρόσωπός μας στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο. Δεν εξελέγη δήμαρχος Αθηναίων, αλλά επέστρεψε στο ΥΠ.ΠΟ. το 1993 με νέα δύναμη.
Στις 6 Μαρτίου του 1994, η Μελίνα θα φύγει από τη ζωή. Δεν θα φύγει όμως ποτέ από τις καρδιές μας.

