Toυ Χρήστου Καραγιάννη*

Χθες κάθισα λόγο περισσότερο στον καθρέφτη!Όχι, όχι Μη μου καταλογίσετε τάσεις ...ναρκισσισμού! Το πρωινό ψευτο-ξύρισμα και ένας στοιχειώδης ευπρεπισμός (πλύσιμο-χτένισμα), δε χρειάζεται περισσότερο από 2-3 λεπτά! Χθες όμως καθυστέρησα περισσότερο! Η φάτσα που είδα μέσα στο γυαλί-ομολογουμένως όχι τόσο αντιπαθητική!-ενός ασπρομάλλη,ασπρογένη 65ντάρη (σχεδόν!), μου αιχμαλώτισε την προσοχή! Μου θύμισε τον... εαυτό μου όταν ήταν 20 χρονών!

Τότε είχα στα μάτια την αστραπή! (να λάμψει, να καταυγάσει, να ζεστάνει και ενδεχομένως να... κάψει την πλάση!)

Είχα στην ψυχή τη ζέστα και το γέλιο (να απελπίσει την απελπισιά και να τρομάξει τον ...τρόμο του θανάτου!).

Είχα μια αγκαλιά γεμάτη όνειρα (που μπορούσαν να... σνομπάρουν-και να δικαιολογούνται!- τη φρονιμάδα του “αργαλέου γήραος!”).

Είχα στα χέρια μου τα ανίκητα όπλα της νιότης και τα ανέμιζα-λάβαρα και παντιέρες θριάμβου!- και ο κόσμος ήταν -φαινόταν!- τόσο δα μικρός,τόσο δα εύκολο λάφυρο και στεφάνι πλεγμένο μόνο και μόνο να μου στολίσει το κεφάλι!

Είχα τόσο μεθύσει από ένθεο ενθουσιασμό και δε σ’ έβλεπα, ύπουλε,ασχημομούρη, αδυσώπητε, χαιρέκακε,σαδιστή παντοκαταλύτη. Χρόνε! Δε σ’ έβλεπα που ήσουνα κρυμμένος πίσω από κάθε μου στιγμή! Κι αν κάποτε μου φαινόσουν να μου γελάς, το δηλητηριασμένο σου ειρωνικό χαμόγελο, το ’λεγα δουλικό και δείγμα ...αδυναμίας!

Εσύ όμως δούλευες! Δούλευες ύπουλα και ασταμάτητα! Σιγά-σιγά απομυζούσες από πάνω μας τη δροσιά, ρούφαγες την ικμάδα μας, θάμπωνες τη λάμψη από το “μαλαματένιο σκέπασμα της ύπαρξής μας”, ξέπλενες την ομορφιά των χρωμάτων απ’ τη ζωή μας έσβηνες απ’ τα γραφτά μας τόνους και πνεύματα και μας άφησες άτονους και απνευμάτιστους, μια γενιά απρόσωπη σαν τόσες άλλες!

“Γενιά μου-γέννα της Φωτιάς

κακός σε σκούριασε Νοτιάς!

Σου κούρσεψαν τα όνειρα ρουφιάνοι!”

Χρόνε, κανάγια! Πώς, μωρέ, την κατάντησες μια τέτοια νιότη; Πώς τηνε μάρανες τέτοια δροσιά;

Μας έσχισες ...λουρίδες λέει - και πόσο δίκιο έχει! -ο φίλος μου ο Γιώργης!

Τώρα όμως σ’ αναγνωρίζω, μαύρε Τύραννε, που ό τι κι αν κάνεις το χαλάς, που ό τι κι αν στέκει το γκρεμίζεις! Σε αναγνωρίζω και δε με γελάς! Δε θέλω, λέω, συμμαχίες μαζί σου! Δε σε θέλω φίλο μου! Σε σιχαίνομαι και σε μισώ! Και αυτό που μου στοιχίζει περισσότερο, είναι ότι μ’ έχεις... (προ) γραμμένο!

Πώς όμως και να τα βάλω και να χτυπηθώ μαζί σου:Εσύ είσαι σαν το κρασί και εγώ σαν το ...νεράκι! Παλιώνεις; Αντρειεύεις! Παλιώνω; Φυραίνω κι εξατμίζομαι! Ο αγώνας είναι άνισος! Ομως και “παραδίνομαι!” δε θα πω! Δεν παραιτούμαι! Θα σε πολεμήσω με όπλα ανίκητα! Βάζω στο τόξο μου “βέλη” που δεν μπορείς να αγνοήσεις και σε σημαδεύω κατάστηθα!

Παιδιά μου κι εγγόνια μου, παιδιά κι εγγόνια της γενιάς μου, να μας ζήσετε!

Αφιερωμένο στη Γενιά μου που άστραψε μα δε ..ΒΡΟΝΤΗΣΕ! (... ακόμα!)

Σιγά που θα κωλώναμε * επέφταμε, ματώναμε.

Μα πάντα ορθοί στεκόμαστε, πάντα ίσιοι

Γενιά με κότσια, τσαγανό * βαστούσαμε τον Ουρανό

μην πέσει πα στη Γη και την τσακίσει!

Μα ήρθανε χρόνοι δίσεκτοι * κι οι στόχοι δυσεπίτευκτοι

μας φρίκαραν μας έχουνε λυγίσει!

Μπροστά στα ερείπια στέκουμε * κοιτάμε, μα δε βλέπουμε!

Σαν ξυπνημένοι από βαρύ μεθύσι!

Θε μου, και πώς κινήσαμε * και πώς στο δρόμο ίσαμε

να φτάσουμε στου ονείρου το παλάτι

μας κλέψαν τη Βροντή! Ντροπή! * Κι έμεινε μόνο η Αστραπή,

να μας πονεί και να μας καίει το μάτι!

Γενιά μου-γέννα της Φωτιάς * κακός σε σκούριασε Νοτιάς!

Σου κούρσεψαν τα όνειρα ρουφιάνοι!

Γενιά μου - πιπερόριζα, * τη Μοίρα σου αν την όριζα,

θ’ άστραφτες με της Νίκης το στεφάνι!

*Ο Χρήστος Καραγιάννης είναι φιλόολογος