
Η συμβολή του στην τρίτη μεγάλη συνέχεια της πνευματικής και επιστημονικής καρποφορίας του Ηρακλείου
Ο σημαντικότερος σταθμός εξέλιξης της πνευματικής πορείας του Ελληνικού έθνους κατά τα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια είναι ίσως ο 17ος αιώνας έτσι όπως διαμορφώθηκε ιστορικά με την Κρητική Αναγέννηση, η οποία διακόπηκε απότομα το 1669.Η θεμελιακή αυτή χρονολογία για την πνευματική πορεία του ελληνισμού, ο χαμός δηλαδή του Χάνδακα στα 1669 «έπνιξε στα γενοφάσκια της μια ξανανθισμένη ελληνική πνευματικότητα, που αν εξακολουθούσε να λουλουδίζει ως τις μέρες μας, θα ζούσαμε τώρα σε μια Ελλάδα πολύ διαφορετική... Τι θα ήταν η σημερινή Ελλάδα, αν δεν είχε κοπεί στα 1669, ο Κρητικός ομφάλιος λώρος και εξακολουθούσαν οι Νεοέλληνες να τρέφονται με τους ίδιους εκπολιτιστικούς χυμούς, που γαλουχήσανε κάποτε έναν Κορνάρο κ’ έναν Χορτάτζη;…
…Έτσι στην Ελλάδα σήμερα δε θα βασίλευε η γνωστή μας γλωσσική κακοδαιμονία, μήτε θα υποφέραμε από την ποιοτική φτώχεια που δέρνει την πνευματική μας ζωή…» (Διον. Ρώμα ,Ο θρήνος της Κάντιας, τομ. Α-Β, προλεγόμενα, σελ.13-14)
Η μεταφύτευση της Κρητικής Αναγέννησης στα Επτάνησα, κατά την οποία ο Διον. Σολωμός έπιασε το χαμένο νήμα του Ερωτόκριτου, όπως αναφέρει ο Λίνος Πολίτης στην ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, δημιούργησε μια νέα κυοφορία με το Δ.Σολωμό και ολόκληρη την Επτανησιακή σχολή. Όμως ανάμεσα στη νέα σπορά και στην άνθηση της Σολωμικής πνευματικής παραγωγής εμφιλοχώρησε ένας βουβός αιώνας κύησης που λείπει σήμερα από το curriculum της ελληνικής δημιουργικής σκέψης.
Το 1811 με την έκδοση των «Λυρικών» του Χριστόπουλου ενάμιση αιώνα από το πέσιμο του Μεγάλου Κάστρου, ακούγεται μια γνήσια λυρική φωνή έστω και αδύναμη. Ο Χριστόπουλος μαζί με τον Βηλαρά είναι σε εθνική πλέον κλίμακα οι πραγματικοί πρόδρομοι του Σολωμού.
Η Κρήτη και το Ηράκλειο ειδικότερα, ως έδρα του Βασιλείου της Κρήτης , μετά το 1669 θα οπισθοχωρήσει πνευματικά, θα ταλανιστεί ποικιλότροπα από την οθωμανική κατάκτηση και θα περιοριστεί σε μια έντονη πνευματική καχεξία. Χρόνια αργότερα, μετά την Ένωση με την Ελλάδα, μετά τη μεγάλη εξόρμηση των βαλκανικών πολέμων και το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, δημιουργούνται κατάλληλες συνθήκες για μια πνευματική ανθοφορία στο Ηράκλειο.
Ο παλιός Χάνδακας έχει αναπτυχθεί, έχει δεχτεί ποικίλα πνευματικά ρεύματα και έχει αρχίσει να δυναμώνει οικονομικά παρέχοντας άνεση για πνευματικές αναζητήσεις.
Τη μεσοπολεμική δεκαετία 1930-1940 η πόλη του Ηρακλείου, συνεχίζοντας την ιστορική παράδοση, κατόρθωσε να κλείσει μέσα της όλες τις καλλιτεχνικές και λογοτεχνικές ανησυχίες του καιρού της. Εφημερίδες, λογοτεχνικά περιοδικά ,θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, διαλέξεις, εκδόσεις βιβλίων λογοτεχνικές συντροφιές έλκουν και συγκεντρώνουν στο Ηράκλειο όχι μόνο τους πνευματικούς ανθρώπους της Κρήτης αλλά και της Ελλάδας γενικότερα. Το δίδυμο -Λευτέρης Αλεξίου και Νίκος Καζαντζάκης- συσπειρώνει γύρω του ανθρώπους ικανούς για μια νέα πορεία και μια ελπιδοφόρα ανθοφορία.
Αυτό το θαυμάσιο πνευματικό δένδρο του Ηρακλείου στο τέλος αυτής της φημισμένης δεκαετίας θα ξερίζωνε ο πόνος και η αγωνία του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.
Με το τέλος του πολέμου το Ηράκλειο γνωρίζει μια Τρίτη περίοδο πνευματικής και επιστημονικής ανάπτυξης γύρω από ένα δυνατό επιστημονικό πυρήνα που αποτελείται από τους Ν. Πλάτωνα, Μεν. Παρλαμά, Επίσκοπο Λάμπης και Σφακίων Ευμένιο Φανουράκη και Ανδρέα Καλοκαιρινό.
Ο νεότατος τότε Ανδρέας Γ. Καλοκαιρινός άρχισε να φανερώνει τις πνευματικές του ανησυχίες με την έκδοση το 1945 ενός αξιόλογου περιοδικού με τον τίτλο «Εποχή». Το περιοδικό αυτό από τις εκδόσεις του τυπογραφείου Αλικιώτη στο Ηράκλειο ολοκλήρωσε την παρουσία του με πέντε εβδομαδιαία τεύχη.
Από την εποχή αυτή η παρουσία και ενεργή συμμετοχή του Ανδρ. Γ. Καλοκαιρινού στα πνευματικά, επιστημονικά και εκδοτικά πράγματα του Ηρακλείου υπήρξε καθοριστική.
Ο στενός αυτός πυρήνας που ο Βασ. Λαούρδας θα ονομάσει «κρητολογικό θίασο», θα αρχίσει γρήγορα να ξεδιπλώνει τις δράσεις του που είναι κατά σειρά: Η Επιτροπή Προστασίας και Περισυλλογής Μεσαιωνικών Μνημείων, τα «Κρητικά Χρονικά», η ίδρυση της Εταιρίας Κρητικών Ιστορικών Μελετών, η ίδρυση και λειτουργία του Ιστορικού Μουσείου Κρήτης και η καθιέρωση των Διεθνών Κρητολογικών Συνεδρίων.
Από αυτό το θίασο θα αρχίσει η πνευματική καρποφορία του Ηρακλείου στην οποία η προσφορά του Α. Καλοκαιρινού υπήρξε σημαίνουσα, διαμορφωτική, αποτελεσματική και ιδιαίτερα στα οικονομικά θέματα υπήρξε καταλυτική.
Ο Α. Γ. Καλοκαιρινός ως ταμίας της Επιτροπής Προστασίας Μεσαιωνικών Μνημείων, στην οποία προήδρευε ο Επίσκοπος Ευμένιος, μαζί με τα άλλα μέλη διέτρεξαν την Κρήτη από άκρο σε άκρο εντοπίζοντας, διαφυλάττοντας, συλλέγοντας και προστατεύοντας τα πολυάριθμα μεσαιωνικά μνημεία και κειμήλια σε κάθε επαρχία.
Λίγους μήνες πριν την έναρξη του πολέμου τους αεί πνευματικά γρηγορούντες Ν, Πλάτωνα και Μεν. Παρλαμά βασάνιζε η επιθυμία της έκδοσης ενός επιστημονικού περιοδικού με μελέτες για την Κρήτη. Δεν έγινε τότε κατορθωτό εξαιτίας του πολέμου. Αργότερα μετά τον πόλεμο η επιθυμία αυτή πραγματοποιήθηκε με την καθοριστική σύμπραξη του «υπό παρομοίου ονείρου κατατρυχομένου Ανδρ. Καλοκαιρινού» (Μεν.Παρλαμά –Talem accepi Platonem- ΕΙΛΑΠΙΝΗ τ. Α Ηράκλειο 1987, σελ. 9)
Ο Α.Γ. Καλοκαιρινός ανέλαβε τη δαπάνη έκδοσης ιδρύοντας ιδιωτικό τυπογραφείο και αναλαμβάνοντας τη συνολική εκδοτική επιμέλεια.(Θ. Δετοράκης –Ο Ανδρέας Καλοκαιρινός και το έργο του-Παλίμψηστον τ. 13 ,1993,σελ.37-42).
Έτσι δημιουργούνται τα «Κρητικά Χρονικά», το ρωμαλέο αυτό επιστημονικό περιοδικό από τα σημαντικότερα της χώρας του οποίου συνεργάτες υπήρξαν μεγάλες μορφές της φιλολογικής και ιστορικής επιστήμης της Ελλάδας και του εξωτερικού.Το υψηλό επίπεδο των δημοσιευμάτων αλλά και τα κατοπινά Κρητολογικά Συνέδρια είναι αυτά που εντυπωσίασαν τον Αναστάσιο Ορλάνδο, ο οποίος εδήλωσε έστω και καθ’ υπερβολήν ότι «Η Κρήτη προβάλλεται ως υπόδειγμα επαρχίας με ιθαγενή επιστήμην κατ΄ουδέν φθονούσαν ουδένα».
Ο Ανδρέας Καλοκαιρινός με την πλατειά παιδεία του, τη χαλκέντερη εργατικότητά του και τις οργανωτικές του ικανότητες αποδείχτηκε η ψυχή της έκδοσης των «Κρητικών Χρονικών». Με την ασταμάτητη φιλοπονία του υπήρξε ο κινητήριος μοχλός στις τυπογραφικές εργασίες και την εν γένει προετοιμασία της έκδοσης.
Την Άνοιξη του 1947 είναι έτοιμος ο πρώτος των «Κρητικών Χρονικών» με συνεργασίες επιφανών επιστημόνων. Συμμετείχαν: Ι. Καλιτσουνάκης,Μ Χατζηδάκης, Ν Τωμαδάκης, Μ. Μανούσακας, Ε. Κριαράς, ΣΠ. Μαρινάτος, Α. Ξυγγόπουλος, Ν. Πλάτων, Μ. Παρλαμάς, Ν, Σταυρινίδης ,Επίσκοπος Ευμένιος Φανουράκης κ.α
Έτσι με τη συμμετοχή λαμπρών εκπροσώπων του πνεύματος και την αξιοπρεπή τυπογραφική μορφή, που οφείλεται στον Α. Καλοκαιρινό, προσφέρεται στον επιστημονικό κόσμο της χώρας, θεμελιώνοντας τις Κρητολογικές σπουδές και φανερώνοντας το κύρος της νέας επιστημονικής έκδοσης του Ηρακλείου. Από κει και πέρα πλήθος διαπρεπών συνεργατών Ελλήνων και ξένων συνεισφέρουν στην ύλη του περιοδικού όπως ο Στ. Αλεξίου, ο Θ. Δετοράκης κ.α.
Ο αρχικός όμως κρητολογικός θίασος συνεχίζει την ανελικτική πνευματική του πορεία με νέα εισήγηση του Α. Καλοκαιρινού. Αυτός ως εκτελεστής της διαθήκης του Ανδρέου Λυσ. Καλοκαιρινού προτείνει την εκτέλεση των όρων της διαθήκης από το 1929 που όριζαν την ίδρυση ιστορικού μουσείου Κρήτης και τη στέγασή του στο μέγαρο των Καλοκαιρινών.Ο Καλοκαιρινός αρνείται να δοθεί η πρωτοβουλία στο κράτος και προτείνει τη δημιουργία σωματείου το οποίο θα αναλάβει την εκτέλεση των όρων της διαθήκης με την οικονομική στήριξη των ιδρυμάτων Καλοκαιρινού. Τις επόμενες μέρες ιδρύεται η Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών(Ε.Κ.Ι.Μ.) με κεντρικό σκοπό τη διάσωση, τη συντήρηση και προβολή όλων των μορφών του μ.Χ. πολιτισμού της Κρήτης.
Σε διάστημα δύο ετών(1951-1953) με ένταση και άριστο συντονισμό των εργασιών τον οποίο επέβαλε ο Α. Γ. Καλοκαιρινός κατορθώθηκε η μετασκευή του μεγάρου Καλοκαιρινού, η περισυλλογή και συντήρηση των εκθεμάτων, η κατασκευή προθηκών, η σύνθεση των συλλογών και η έκθεσή τους σε δέκα αίθουσες.
Το Ιστορικό Μουσείο Κρήτης αποτελούσε διαρκή μέριμνα για τον Α.Γ. Καλοκαιρινό. Αναλαμβάνει τη διεύθυνσή του και αδιαλείπτως φροντίζει για τον πλουτισμό των προθηκών και για τη δημιουργία και στερέωση της βιβλιοθήκης του. Από τα πεπραγμένα της Ε.Κ.Ι.Μ. πληροφορούμαστε για τις συνεχείς δωρεές του σε βιβλία αλλά και την παρότρυνση άλλων για την αποστολή βιβλίων.
Το 1960 εισηγείται την επέκταση του Μουσείου με νέα πτέρυγα δίπλα στο υπάρχον αρχοντικό των Καλοκαιρινών. Δωρίζει το οικόπεδο και χρηματοδοτεί τη μελέτη για το νέο κτίσμα.Παράλληλα αφιερώνεται στην οργάνωση του Α΄Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου που ορίζεται για το 1961 στην αναστηλωμένη ενετική Βασιλική του Αγίου Μαρκού, έργο και αυτό της Εταιρίας Κρητικών Ιστορικών Μελετών.
Ο Α. Γ. Καλοκαιρινός με ισάξιους συνεργάτες υψηλού πνευματικού και πατριωτικού αναστήματος(Ν. Πλάτων, Μ. Παρλαμάς, Σ. Αλεξίου, Σ. Σπανάκης, Θ. Φανουράκης, Α. Χατζηδάκης, Ν. Σταυρινίδης, Θ. Δετοράκης, Β. Λαούρδας, Κ. Λασσιθιωτάκης, Επίσκοπος Ευμένιος Φανουράκης Ε. Πλατάκης κ. α.)θα συντελέσει καθοριστικά στην επιστημονική καρποφορία του Ηρακλείου από το 1945 μέχρι το θάνατό του το Φεβρουάριο του 1993.
Η Επιτροπή Προστασίας και Περισυλλογής Μνημείων, το επιστημονικό περιοδικό τα «Κρητικά Χρονικά», η ίδρυση λειτουργία και επέκταση του Ιστορικού Μουσείου Κρήτης, η ίδρυση της Εταιρίας Κρητικών Ιστορικών Μελετών η οργάνωση και καθιέρωση των Διεθνών Κρητολογικών Συνεδρίων είναι κορυφαίες δημιουργίες του Α.Γ.Καλοκαιρινού και του περίφημου «κρητολογικού θιάσου», οι οποίες εθεμελίωσαν τις Κρητολογικές μελέτες και πολλαπλασίασαν σε παγκόσμια κλίμακα τους εραστές της κρητικής ιστορίας, λαογραφίας και πολιτισμού εν γένει.
Έτσι δημιουργείται η Τρίτη μεγάλη πνευματική και επιστημονική καρποφορία του Ηρακλείου, η οποία έβγαλε την επαρχιακή πόλη του Ηρακλείου από τον πνευματικό της απομονωτισμό, προσέδωσε πνευματική ακτινοβολία και την όρισε ως παράδειγμα προς μίμηση στην υπόλοιπη Ελλάδα. Η Ε.Κ.Ι.Μ. στάθηκε και στέκει ισάξια δίπλα στις μεγάλες επιστημονικές εταιρίες της πρωτεύουσας, της Θεσσαλονίκης και της αλλοδαπής.
Παράλληλα με τις παραπάνω δραστηριότητες ο Α.Γ.Καλοκαιρινός διαχειρίστηκε επί 48 χρόνια υποδειγματικά και αποτελεσματικά τα Φιλανθρωπικά Ιδρύματα Ανδρέου και Μαρίας Καλοκαιρινού και εκλέχτηκε Δήμαρχος Ηρακλείου το 1964 παραμένοντας μέχρι το 1967 τότε που η δικτατορία διέκοψε το δημιουργικό του έργο.
Αργότερα ως δημοτικός σύμβουλος εισηγείται την ίδρυση Πολιτιστικού κέντρου και ορίζει το γενικό πλαίσιο σκέψεων και προτάσεων για το σημαντικό αυτό έργο του Ηρακλείο.(Θ. Δετοράκης, Παλιμψηστον, τευχ.13, 1993, σελ.37-42).
Αυτός ο ακάματος εργάτης του πνεύματος και της άμεσης δράσης, ο αληθινός Μαικήνας για την ιστορική πόλη του Ηρακλείου, μακριά από το θόρυβο της προβολής-εξάλλου τα βαθιά ποτάμια δε βουίζουν – υπήρξε ο μεγάλος ευεργέτης της πόλης μας. Τα παγκοσμίου φήμης σήμερα κρητολογικά συνέδρια και ο χωριστός κλάδος σπουδών – κρητολογικός – σ΄αυτόν οφείλουν τη γέννηση και την ύπαρξή τους. Μόνο η ίδρυση ιδιωτικού τυπογραφείου για την εκτύπωση των «Κρητικών Χρονικών» και των άλλων εκδόσεων της Ε.Κ.Ι.Μ. εναργέστατα φανερώνει το διακαή πόθο του Α.Γ.Καλοκαιρινού για την επιστημονική θεμελίωση και διάδοση των ερευνών και μελετών που αφορούν στη συνολική ιστορία και τον πολιτισμό της Κρήτης. Δε θα ήταν άσκοπο ,νομίζω, να παραθέσω τις σκέψεις του Α.Γ.Καλοκαιρινού από τον πρόλογο που κάνει ο ίδιος στο μικρό πόνημά του με τον τίτλο"Απολογισμός μιας εικοσαετίας-τα «Κρητικά Χρονικά»,η έκδοσις-οι συνεργάται- τα δημοσιεύματα" . Ηράκλειον Κρήτης 1968.
«Τας ζοφεράς ημέρας της Κατοχής, όταν η σκέψις ενός νεαρού σπουδαστού αναζητούσα νέους προσανατολισμούς ησθάνετο ως μόνην ασφαλήν «θέσιν» τας ρίζας της εθνικής παραδόσεως και εύρισκε καταφύγιον εις την μελέτην της πατρίου ιστορίας, εκυοφορήθη το πρώτον η έκδοσις των «Κρητικώ ν Χρονικών».
Αργότερον, μετά την λήξιν του πολέμου, το θέρος του 1946, συζητών με τον Νικόλαον Πλάτωνα και τον Μενέλαον Παρλαμάν, απεκάλυψα την πρόθεσίν μου να συνεχίσω και να προεκτείνω ό,τι τριάκοντα και πλέον έτη παλαιότερον είχον αρχίσει οι Ευμένιος Ξηρουδάκης και Στέφανος Ξανθουδίδης με την «Χριστιανικήν Κρήτην». Οι καιροί ήσαν ακόμη χαλεποί και το κλίμα ελάχιστα πρόσφορον δια πνευματικά τολμήματα. Υπήρξεν όμως τόσον ισχυρά η ενθάρρυνσις των δύο φίλων, κινουμένων από πίστιν βαθείαν και ενθουσιασμόν ανάλογον της ευθύνης, την οποίαν οι ίδιοι, ως συντάκται, εδέχοντο να επωμισθούν,ώστε οι δισταγμοί εκάμφθησαν και το έργον ήρχισεν.
Εις τον Νικόλαον Πλάτωνα και τον Μενέλαον Παρλαμάν πρωτίστως, αλλά και εις τον αείμνηστον επίσκοπον Λαμπης και Σφακίων Ευμένιον Φανουράκην τον Νικόλαον Σταυρινίδην και τον Βασίλειον Λαούρδαν ,οι οποίοι απετέλεσαν το πρώτον επιστημονικόν επιτελείον, οφείλεται κυρίως η έκδοσις του περιοδικού.Προς αυτούς τους άλλους συντάκτας – τον Ιωνα Παπαιωάννου, τον Κωνσταντίνον Λασσιθιωτάκην και τον Στυλιανόν Αλεξίου-, τον επιμελητήν της εκδόσεως Στέργιον Σπανάκην και όλους τους διακοσίους έλληνας και ξένους συνεργάτας αισθάνομαι βαθυτάτην ευγνωμοσύνην, διότι κατέστησαν πραγματικότητα έν νεανικόν μου όνειρον.
Δεν είμαι, βεβαίως, ο πλέον κατάλληλος δια την αξιολόγησιν του έργου.Έχων,εν τούτοις, ενώπιον μου σήμερον τους είκοσι εκδοθέντας τόμους, επισκοπών τας υπερδεκακισχιλίας σελίδας και τους υπερπεντακοσίους εκτός κειμένου πίνακας των και αναλογιζόμενος σειράν όλην ετέρων επιτευγμάτων( την ίδρυσιν της Εταιρίας Κρητικών Ιστοτικών Μελετών, την δημιουργίαν του Ιστορικού Μουσείου Κρήτης, την οργάνωσιν των Κρητολογικών Συνεδρίων),τα οποία εθεμελιώθησαν εις την έκδοσιν αυτήν, δύναμαι να υποστηρίξω ότι απεδείχθη βάσιμος η διατυπωθείσα εις το προλογικόν σημείωμα του πρώτου τεύχους των «Κρητικών Χρονικών» προσδοκία δια την ανάπτυξιν και καρποφορίαν της πνευματικής καταβολής των…… Αλλά το έργον δεν ετερματίσθη. Τα «Κρητικά Χρονικά» θα συνεχίσουν εις δευτέραν, από του προσεχούς έτους, περίοδον την έκδοσίν των.Η συναίσθησις του προς την Κρήτην και την Επιστήμην χρέους , η οποία τα εδημιούργησε και ερρύθμισεν επί είκοσιν έτη την ζωήν των, θα εξακολουθήση εμπνέουσα και την περαιτέρω πορείαν των. Ηράκλειον Οκτώβριος 1968.».
Αυτή ήταν η μεγάλη συμβολή του Α. Γ, Καλοκαιρινού στη γενέθλια πόλη του.
«Η πόλις θα τον ευγνωμονεί ! ». Αυτός ήταν ο τίτλος της εφημερίδας «ΠΑΤΡΙΣ» στις 27 Φεβρουαρίου 1993 την επομένη ημέρα του θανάτου του από το συντάκτη Γ.Λ.
Ας το θυμόμαστε αυτό πάντα και ας προσφέρομε την ευγνωμοσύνη μας ως αντίδωρον στην πολύτιμη προσφορά του.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1.Καλοκαιρινού Ανδρέου,Απολογισμός μιας εικοσαετίας. Ηράκλειον .1968.
2.Μηλολιδάκη-Κώτσηρα Μαρίνα,Το Λογοτεχνικό Ηράκλειο της δεκαετίας 1930-1940, Αθήνα 1972.
3. Παρλαμάς Μενέλαος, Ανάλεκτα,Ηράκλειο,1988.
4. Ρώμας Διονύσιος,Ο θρήνος της Κάντιας, τομ.Α-Β,Αθήνα,χ.χ.
5. Σανουδάκης Αντώνιος,Η Νεοκρητική Λογοτεχνική Σχολή,Αθήνα 1978.
6.Ειλαπίνη,τόμος τιμητικός για τον Νικόλαο Πλάτωνα.τομ.Α,Ηράκλειο,1987.
7.Η Καθημερινή-επτά ημέρες- Ηράκλειο, το Μεγάλο Κάστρο,22-9-1996.
8.ΠΑΤΡΙΣ, εφημ. «Η πόλις θα τον ευγνωμονεί!» Ηράκλειο 27-2-1993.
9.Μελετήματα στη μνήμη Βασιλείου Λαούρδα, Θεσσαλονίκη 1975.
* Ο Κωστής Μαστρογιαννάκης είναι φιλόλογος, πρώην λυκειάρχης

