
Σήμερα η στήλη παρεκκλίνει από το θέμα της, και παίρνει τη θέση του απλού θεατή στις θεατρικές παραστάσεις της πόλης.
ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ
ΣΤΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Στη διάρκεια του προηγούμενου μήνα, παρακολούθησα πέντε θεατρικές παραστάσεις που πραγματοποιήθηκαν στο Ηράκλειο, μερικές από τις οποίες συνεχίζουν ακόμη να παίζονται. Είδα το «Μαχαίρι στο κόκκαλο» του Κώστα Μουρσελά, από τη Θεατρική Συντροφιά Ηρακλείου, σε σκηνοθεσία Γιώργου Μαρκόπουλου, στον Θεατρικό Σταθμό Ηρακλείου. Τον «Γυάλινο κόσμο» του Τενεσί Γουίλιαμς, από την ερασιτεχνική θεατρική ομάδα Ιυττός, σε σκηνοθεσία Αντώνη Ντουράκη, σε μονοκατοικία στην περιοχή της Αγίας Τριάδας. Το «Κτήνος στο φεγγάρι» του Ρίτσαρντ Καλινόσκι, από το θέατρο Μορφές, σε σκηνοθεσία Γιάννας Κεφάλα, στο θέατρο Μορφές (Αρχιεπισκόπου Ευγενίου 3, παράλληλος λ. Κνωσού). Τις «Δούλες» του Ζαν Ζενέ, από το θέατρο ΟΜΜΑ ΣΤΟΥΝΤΙΟ, σε σκηνοθεσία Αντώνη Διαμαντή, στον χώρο Studio 87 (Έβανς 87). Και την «Ημέρα τρέλας» του Μωρίς Μπλανσό, από την ομάδα Κύκλος Γραφής, σε σκηνοθεσία Μάρτιν Σάρνχορστ, στην πύλη Αγίου Γεωργίου, πλατεία Ελευθερίας. Αυτά που ακολουθούν δεν είναι εμπεριστατωμένη γνώμη, αλλά οι εμπειρικές εντυπώσεις μου, που με άφησαν γενικά απογοητευμένο από την κατάσταση του θεάτρου στην πόλη.
Καταρχάς αυτό που συνειδητοποιεί κανείς, είναι ότι το Ηράκλειο στερείται έναν αξιοπρεπή χώρο διεξαγωγής θεατρικών παραστάσεων. Δε μιλάω αναγκαστικά για μια υπερ-μοντέρνα σκηνή, όπως αυτή που έχει παραμείνει ‘στα μπετά’ στο υπό κατασκευή Γεφύρι της Αρ….-με συγχωρείτε, Πολιτιστικό Κέντρο. Μιλάω για έναν χώρο που να έχει προβλεφθεί ειδικά για παραστατικές τέχνες, να είναι σχετικά ευρύχωρος για το κοινό, εξασφαλίζοντας σωστή θερμοκρασία αίθουσας, άνετο κάθισμα και επαρκή ορατότητα, και να διαθέτει ευπροσάρμοστο σκηνικό χώρο με κατάλληλο φωτιστικό και ηχητικό εξοπλισμό.
Κανένας από τους χώρους διεξαγωγής των παραστάσεων που είδαμε δεν πληροί τα παραπάνω κριτήρια. Ο Θεατρικός Σταθμός, είναι ένας παρωχημένος χώρος καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, με προδιαγραφές του 1989, όταν άνοιξε στο κοινό. Μικρή σκηνή, ακατάλληλες θερμοκρασίες στο εσωτερικό, περιορισμένες ηχοληπτικές και φωτιστικές δυνατότητες, και αμφίβολη ορατότητα για τον θεατή, αναλόγως σε ποιά θέση θα έχει την τύχη να καθίσει.
Από την άλλη, είναι ευνόητο ότι ο πενιχρός προϋπολογισμός των θεατρικών ομάδων που δραστηριοποιούνται στην πόλη, δεν τους επιτρέπει να ενοικιάσουν μια αίθουσα όπως η «Αστόρια» για παράδειγμα, κι έτσι καταφεύγουν σε λύσεις ανάγκης, που είτε λόγω αντικειμενικών συνθηκών, είτε λόγω αμέλειας, δεν εξυπηρετούν τις αισθητικές και λειτουργικές ανάγκες των παραστάσεων. Για παράδειγμα, στην «Ημέρα τρέλας» στην πύλη Αγίου Γεωργίου, τα φώτα της στοάς παρέμεναν ανεξήγητα ανοιχτά καθόλη τη διάρκεια της παράστασης, καταστρέφοντας την όποια ατμόσφαιρα της παράστασης κι εμποδίζοντας τον θεατή να συγκεντρωθεί. Σ’ αυτό ας προστεθεί η διαρροή του νερού στην τουαλέτα του χώρου, ο ήχος της οποίας συνόδευε το έργο για περίπου 15 λεπτά.
Οι περιπτώσεις του σπιτιού στην Αγία Τριάδα και του καλλιτεχνικού χώρου στην Έβανς, εφαρμόζουν ένα είδος παρεξηγημένης εγγύτητας του θεατή με το έργο, η οποία έχω την εντύπωση ότι γίνεται αντιληπτή τόσο από τις ομάδες όσο και από το κοινό, ως πρωτοποριακό στοιχείο, ενώ είναι απλώς μια συνθήκη ανάγκης, που καταλήγει να ζημιώνει την επαφή του θεατή με το έργο, καθώς άλλο η αμεσότητα και άλλο το στρίμωγμα.
Τέλος, ο χώρος στη λεωφόρο Κνωσού, είναι βεβαίως διαρρυθμισμένος και εξοπλισμένος σ’ έναν βαθμό, αλλά συνεχίζει να διατηρεί τον χαρακτήρα του καφε-θεάτρου, με μια ημίωρη καθυστέρηση στην έναρξη κι ένα εικοσάλεπτο διάλειμμα που δημιουργούν την εντύπωση ότι κάπου ανάμεσα στις μπύρες και τα ποτά συμβαίνει και μια παράσταση.
Για την επιλογή των έργων δε θα ήξερα να πω κάτι, αφού δεν είμαι κριτικός θεάτρου, ούτε ιδιαιτέρως εκπαιδευμένος θεατρικός θεατής. Για το ανέβασμά τους όμως υπάρχουν μερικά σχόλια να γίνουν. Το γενικότερο συμπέρασμα που έβγαλα από τις παραστάσεις που είδα, είναι ότι οι σκηνοθέτες ρίχνουν όλο το βάρος τους στην καθοδήγηση των ηθοποιών, παραμελώντας (και υποτιμώντας) εξίσου κρίσιμα στοιχεία μιας παράστασης, όπως τα σκηνικά και ο φωτισμός.
Το «Μαχαίρι στο κόκκαλο» γράφτηκε το 1973 με αφήγηση σύγχρονη της εποχής. Κι όμως τα έπιπλα που χρησιμοποιούνται ως σκηνικά στην παράσταση της Θεα.Σ.Η. ανήκουν προφανώς σε μεταγενέστερη δεκαετία, με μοναδικές ενδείξεις της εποχής του έργου, το κοστούμι του Λεωνίδα και το τηλέφωνο του σπιτιού. Ένα επίσης αναξιοποίητο τμήμα του σκηνικού, που αντί ατάκτως διακοσμητικό όπως είναι, θα μπορούσε να έχει αποτελέσει κυρίαρχο σκηνικό στοιχείο σε μια πιο τολμηρή αλλά πολύ εκφραστικότερη επιλογή, είναι η συλλογή από βάζα, που από μόνη της εκφράζει την εμμονική δουλικότητα και φιλοδοξία του Λεωνίδα, μέσα στην οποία βαλτώνει το ζευγάρι.
Στις «Δούλες» η κατάσταση ήταν εντελώς πρόχειρη, με τμήματα πλαστικού δαπέδου γεμάτα λεκέδες από χρώμα στρωμένα στο πάτωμα, στη μία άκρη του δωματίου ένα μικρο χαμηλό τραπέζι στρωμένο μ’ ένα λεπτό άσπρο πανί και δύο συνηθισμένα πιάτα φαγητού, και στην άλλη άκρη ένα υποτιθέμενο μπουντουάρ μ’ έναν καθρέφτη και μερικά φθαρμένα αρώματα αφημένα στο πάτωμα. Στον «Γυάλινο κόσμο», τα χαρτονένια έπιπλα και η μοντέρνα βιβλιοθήκη αναιρούσαν την αληθοφάνεια που δημιουργούσε το αληθινό παλαιικό περιβάλλον της μονοκατοικίας, τα κοστούμια και οι καλές ερμηνείες, ενώ στην «Ημέρα τρέλας» είχαμε ξανά μια πρόχειρη κατασκευή με διαφανή μεμβράνη, η οποία ήταν σε άλλα σημεία τεντωμένη και σε άλλα ζαρωμένη, ενώ όταν η μια χαρακτήρας του έργου χρειάστηκε να γράψει φράσεις σε σημεία της, αυτές δεν ήταν δυνατό ν’ αναγνωστούν από τον θεατή. Η σκηνικά συνεπέστερη παράσταση (και γενικά συνεπέστερη με τις προθέσεις της) ήταν το «Κτήνος στο φεγγάρι», που χωρίς να νιώθει την ανάγκη για ανώφελους πειραματισμούς, έστησε τη σκηνή με καλαίσθητα και ταιριαστά έπιπλα ευκατάστατου μεσοπολεμικού νοικοκυριού, όπως απαιτεί το έργο.
Τα κοστούμια στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν πιο φροντισμένα, δείχνοντας τουλάχιστον ένα είδος ανησυχίας για αληθοφάνεια ή για μια αισθητική πρόταση. Η παράσταση του Μορφές ήταν και πάλι η πιο επιμελημένη σ’ αυτόν τον τομέα, ενώ και τα κοστούμια του Κύκλου Γραφής ήταν επίσης λιτά και λειτουργικά.
Για την καθοδήγηση των ηθοποιών, θα ήθελα να σημειώσω ότι το συνεχές αγκομαχητό το οποίο επιλέχτηκε ως τρόπος εκφοράς στις «Δούλες» είναι μάλλον κοινότοπο, αδικαιολόγητο και κουραστικό. Το ίδιο ισχύει και για τη διαρκή κατάσταση ‘μάχης’ στο «Μαχαίρι στο κόκκαλο», όπου οι κατά τ’ άλλα φιλότιμοι Θεοδωρίδης και Δερμιτζάκη θα μπορούσαν να έχουν περισσότερες διακυμάνσεις και λεπτότερες χαρακτηρολογικές αποχρώσεις, πέρα από τη μόνιμη φωνασκία. Επίσης, οι σιωπές ανάμεσα στον Αράμ και τη Σέτα στο «Κτήνος στο φεγγάρι» διαρκούν περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται και δημιουργούν περιστασιακή αρρυθμία στην πλοκή, η οποία κατά τ’ άλλα ζωντανεύει με τις απαιτητικότερες και πιο στιβαρές ερμηνείες που είδαμε.
Αυτό όμως που μοιάζει πιο αναξιοποίητο απ’ όλα, είναι ο φωτισμός, τον οποίο οι σκηνοθέτες χειρίζονται στην καλύτερη περίπτωση με αμηχανία. Σε καμία από τις παραστάσεις δεν ένιωσα ότι τα φώτα είχαν να παίξουν δραματουργικό ρόλο. Χωρική κατάτμηση της σκηνής, επιμέρους έμφαση σε χαρακτήρες και καταστάσεις, συναισθηματική έκφραση, όλα παραμερίζονταν από μια ισοπεδωτική φωταψία, που στην καλύτερη περίπτωση αυξομείωνε την έντασή της ή άλλαζε χρώματα ανά διαστήματα.
Ως γενικό συμπέρασμα, καταλαβαίνω ότι οι ομάδες που λειτουργούν στην πόλη αφενός κάνουν ευσυνείδητες προσπάθειες χωρίς την οικονομική υποστήριξη που χρειάζεται μια τέχνη από την πολιτεία, αφετέρου πρέπει κι οι ίδιες ν’ αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τις απαιτήσεις και τα μέτρα μιας θεατρικής παράστασης. Εν τω μεταξύ, το Ηράκλειο παραμένει θεατρικά απαίδευτο, με όσους ενδιαφέρονται, ν’ αναγκάζονται να ταξιδέψουν ως την Αθήνα ώστε να δουν κάτι αξιόλογο, αφού και οι παραστάσεις που κατεβαίνουν χειμώνα-καλοκαίρι δεν ξεφεύγουν από τα όρια της συμβατικότητας. Ο δήμος δε διαθέτει την παραμικρή έμπνευση στις εκδηλώσεις ή όραμα στον προγραμματισμό του, η αυτοδιοίκηση προς το παρόν μένει στις υποσχέσεις για υποδομές, και μέχρι να δούμε κάτι χειροπιαστό από την πλευρά της, νομίζω ότι ένα ενθαρρυντικό παράδειγμα οργάνωσης και καλαισθησίας, είναι το θέατρο Κυδωνία που έχει φτιάξει ο Μιχάλης Βιρβιδάκης στα Χανιά. Ένας επίσης πολύ μικρός χώρος, αλλά τακτοποιημένος, υποβλητικός, λιτός και κομψός, που αποτελεί υπόδειγμα συγκροτημένου οράματος, κάτι που λείπει από το Ηράκλειο.

