Του Γιώργου Καλογεράκη*

-Δάσκαλε, υπάρχουν ήρωες σήμερα;

- Υπάρχουν παιδί μου!

- Και πώς λέγονται; Ξέρεις κάποιον;

- Γνωρίζω έναν ήρωα.

- Το όνομά του;

- Κωνσταντίνος Κραβαρτόγιαννος!

- Και γιατί είναι ήρωας;

Ο δάσκαλος άρχισε να διηγείται: Το 1950 γεννήθηκε σε μια όμορφη μικρή πόλη της Στερεάς Ελλάδας, την Άμφισσα. Στο δημοτικό σχολείο και στο Γυμνάσιο δεν ήταν από τους μαθητές που ξεχώριζαν. Από μικρό παιδί κοίταζε τον ουρανό και αγνάντευε τα πουλιά και τα αεροπλάνα. Ζήλευε τα γεράκια, τους αετούς, αυτά μπορούσαν να πετούν και δεν «γνωρίζουν γκρεμό», όπως λέει κι ο ποιητής. Κι ήρθε ο καιρός που ο Κωστής τελείωσε την ΣΤ’ Γυμνασίου. Η ώρα που το όραμα, ο κρυφός του πόθος, η μεγάλη του αγάπη τα αεροπλάνα, έμελλε να γίνει πραγματικότητα. Μαθηματικά, Φυσική Χημεία, Έκθεση, ήταν τα μαθήματα που ο Κώστας τα προετοίμαζε από καιρό. Ανακοίνωσε τις σκέψεις στον πατέρα του, πήρε την ευχή του κι έδωσε εξετάσεις στη Σχολή Ικάρων. Όταν βγήκαν τα αποτελέσματα η χαρά του ήταν απερίγραπτη. Πέτυχε!

Το Νοέμβριο του 1970 γράφτηκε στη Σχολή. Τον Ιούλιο του 1974, (ο μήνας που άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια του στην Κύπρο), αποφοίτησε με το βαθμό του Ανθυποσμηναγού.

Ο Κωνσταντίνος Κραββαρτόγιαννος υπηρετούσε στην 340 ΜΔΒ όταν στο οπλοστάσιό της είχε τα F-84F της Republic. Έδρα της Μοίρας το πολεμικό αεροδρόμιο Χανίων.

14 Αυγούστου 1975. Μιχαίου Προφήτου και Μαρκέλλου ιερομάρτυρος, γράφει το ημερολόγιο την ημέρα αυτή.

Ήμουνα παιδί και θυμάμαι. Το βλέπαμε να ’ρχεται προς το αεροδρόμιο του Καστελλίου. Μικροί ήμασταν τότε, δεκατριών χρόνων. Μας άρεσε να ανεβαίνουμε στις ταράτσες των σπιτιών και να αγναντεύουμε τα πολεμικά αεροπλάνα. Καθημερινές ήταν στο Καστέλλι οι ασκήσεις τους. Φάνηκε πάνω από την «Παπούρα». Μια στήλη μαύρου καπνού συρνόταν πίσω του. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Το αεροπλάνο άρχισε να χάνει ύψος. Σε λίγα δευτερόλεπτα θα βρισκόταν πάνω από το χωριό Μουχτάρω (Ευαγγελισμός). Και τότε χάθηκε. Μια στήλη μαύρου πυκνού καπνού σηκώθηκε από το έδαφος. Τι έγινε; αναρωτιόμασταν. Ο Γιάννης Σμαριαννάκης, ένας καλός χωριανός, μας είπε ότι το αεροπλάνο έπεσε. Έπεσε; Και τι σημαίνει έπεσε; Δηλαδή; τον ρωτήσαμε. Έπεσε, μας είπε για δεύτερη φορά. Και τι έγινε ο αεροπόρος;

Πήραμε τότε τα ποδήλατα και τρέξαμε. Φτάσαμε στο Μουχτάρω. Μεγάλη αναστάτωση στο χωριό. Δεν μας άφησαν να πλησιάσουμε. Μόνο το φορείο του ασθενοφόρου είδαμε. Και το πρόσωπο του πιλότου. Ένας νεαρός με κοντά μαλλιά και πεντακάθαρη όψη. Έχουν περάσει τριάντα οχτώ χρόνια από τότε και δεν μπορώ να ξεχάσω αυτήν την όψη. Η πόρτα του ασθενοφόρου έκλεισε κι εμείς εκεί, ακούνητοι και ασάλευτοι. Πόση ώρα πέρασε δεν ξέρω. Ο Μανόλης, ο φίλος μου που πήγαμε μαζί με τα ποδήλατα, μου φώναξε. Το χωριό μας Διαβαϊδέ απέχει πέντε χιλιόμετρα από το Μουχτάρω. Θα μας αναζητούσε η μάνα μας. Έπρεπε να φύγουμε. Ήταν και μεσημέρι. Ανεβήκαμε στα ποδήλατα. Αμίλητοι φτάσαμε στο Διαβαϊδέ. Μπήκα στην κουζίνα του σπιτιού μας. Ήντα θα σε κάνω που γυρίζεις όλη τη μέρα! μου φώναξε η μάνα μου. Πήγα και κάθισα στο μικρό μου γραφείο, εκεί που είχα τα βιβλία και τα τετράδιά μου. Απείραχτα όλο το καλοκαίρι. Έτσι όπως τα άφησα τον Ιούνιο τα βρήκα. Δεν έρχεσαι να φας; με ρώτησε πάλι η μάνα μου. Όχι, της απάντησα. Είχε σφιχτεί η καρδιά μου. Δεν μπορούσα να περιγράψω τα συναισθήματά μου εκείνη τη στιγμή.

Αργότερα μάθαμε και τις λεπτομέρειες του ατυχήματος. Το αεροπλάνο, ένα F84, είχε έλθει από τα Χανιά με πιλότο τον Κώστα Κραββαρτόγιαννο. Μηχανική βλάβη έδειξαν τα όργανα. Πλησίαζε στο αεροδρόμιο του Καστελλίου. Η προσπάθεια του πιλότου ήταν να προσγειωθεί. Αυτό φαινόταν ακατόρθωτο. Ο Κώστας έπρεπε να εγκαταλείψει και να πέσει με αλεξίπτωτο. Όμως υπήρχε κι άλλο εμπόδιο. Το αεροπλάνο κατευθυνόταν στο Μουχτάρω. Η απόφαση του Κώστα ήταν άμεση. Όχι, δεν θα έριχνε το αεροπλάνο στο χωριό. Προτίμησε να μείνει στο αεροσκάφος και να δώσει τη δική του ζωή για να σωθούν οι συνάνθρωποί του. Κι έστριψε το πηδάλιο. Έτσι τον βρήκαν. Δεμένο στο κάθισμα με το χέρι του στο πηδάλιο σε δεξιά κλίση.

Και περνούσαν τα χρόνια. Η εικόνα του προσώπου του Κραββαρτόγιαννου ερχόταν ξανά και ξανά στο μυαλό μου. Ώσπου έγινε πράξη. Καλέσαμε τους δικούς του ανθρώπους. Τα αδέρφια του Αργύρη, Βαγγέλη και Τασούλα. Σε μια πολύ συγκινητική εκδήλωση το Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013. Στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων του Γυμνασίου Καστελλίου. Ο Δήμος Μινώα Πεδιάδας, η 133 Σ.Μ. και πλήθος κόσμου. Και ο Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Δελφών (Άμφισσας) Δημήτρης Καραγιάννης. Η αίθουσα ασφυκτικά γεμάτη. Πολλοί οι όρθιοι. Και ο Βασίλης Σκουλάς μαζί μας. Τριάντα οχτώ χρόνια μετά αποδόθηκε η οφειλόμενη τιμή στο παλικάρι. Το παλικάρι που χαλάλισε τη ζωή του για να σωθούν οι συνάνθρωποί του. Μια τιμητική πλακέτα στους δικούς του ανθρώπους. Και μια μεγάλη ευγνωμοσύνη που συνοδεύτηκε με αρκετά χειροκροτήματα.

Ρώτησα τον Αργύρη, αδερφό του Κώστα Κραββαρτόγιαννου.

-Μίλησέ μου για τον πατέρα σου.

-Όταν σκοτώθηκε ο Κώστας η μητέρα μας είχε πεθάνει. Δεν το έζησε. Ο πατέρας μου μετά την κηδεία, όποτε έβλεπε αεροπλάνα, γύριζε τα μάτια του πάνω τους. Σήκωνε τα χέρια του κι άρχιζε να τα κουνά.

-Γεια σου Κώστα φώναζε! Γεια σου Κώστα, παλικάρι μου!

* Ο Γιώργος Καλογεράκης είναι πρόεδρος Πολιτιστικού Οργανισμού Δήμου Μινώα Πεδιάδας