
Αγόρια και κορίτσια που γνωρίζουν το σεξ προ πολλού, αλλά μόλις τώρα ανακαλύπτουν τον έρωτα και τον εαυτό τους.
Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΑΝΤΕΛ
LA VIE D’ ADELE:
CHAPITRES 1 &2
Σκην.: Αμπντελατίφ Κεσίς
Πρωτ.: Αντέλ Εξαρχόπουλος, Λέα Σεϊντού, Σαλίμ Κεσιούς
Η Αντέλ είναι μια 17χρονη μαθήτρια που περνάει στην ενηλικίωση και την ωριμότητα μέσα από τη σχέση της με την Έμμα, μια λεσβία φοιτήτρια στη Σχολή Καλών Τεχνών.
Η πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία του τυνησιακής καταγωγής γάλλου Κεσίς, τον οποίο το ελληνικό κοινό γνώρισε μέσα από τα «Κους κους με φρέσκο ψάρι» («La graine et le mulet», 2007) και «Μαύρη Αφροδίτη» («Vénus noire», 2010). Ένα ερωτικό δράμα που αποτελεί διασκευή του κόμικ της Ζυλί Μαρό «Μπλε, το πιο ζεστό χρώμα» («Le Bleu est une couleur chaude») και κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο φετινό φεστιβάλ Καννών τον περασμένο Μάιο. Ήταν η πρώτη φορά που το βραβείο δόθηκε σε ταινία με ομοφυλοφιλικό θέμα και επίσης η πρώτη φορά που απονεμήθηκε όχι μόνο στον σκηνοθέτη αλλά και στις δύο πρωταγωνίστριες, επιβραβεύοντας τις εξαιρετικά απαιτητικές κι εκφραστικές ερμηνείες τους. Βλέποντας κανείς την ταινία, καταλαβαίνει το σκεπτικό της κριτικής επιτροπής, αφού όλο το φιλμ είναι αυτά τα δύο κορίτσια, όχι μόνο επειδή η απλή ιστορία αφορά τον έρωτά τους, αλλά επειδή ο Κεσίς αφοσιώνεται με την κάμερά του και -σχεδόν- αποκλειστικά σ’ αυτές, αναδεικνύοντας μέσα από τις εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών του το πάθος των δύο κοριτσιών που θα τους αλλάξει ριζικά τη ζωή.
Ως αφοσίωση του σκηνοθέτη εννοούμε τα μεσαία κοντινά και κοντινά πλάνα, που αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των πλάνων της ταινίας. Ο Κεσίς δε νιώθει την ανάγκη να απομακρυνθεί από τις ηθοποιούς του για συμβατικούς λόγους τεχνικής ή αφήγησης (εισαγωγή στη σκηνή με γενικό και μετάβαση σε επιμέρους κοντινά, πεδίο- κόντρα πεδίο κτλ.), αλλά μένει προσκολλημένος στα πρόσωπα και τα σώματά τους, αφού αυτά είναι οι φορείς του συναισθήματος που τον απασχολεί: του πάθους που αλλάζει τη ζωή.
Παρακολουθούμε τις δύο κοπέλες κατά τη διάρκεια μερικών χρόνων και σε διαφορετικές φάσεις, που μετριούνται με διάφορους τρόπους, οι οποίοι θα μπορούσαν να εκληφθούν και ως τα “κεφάλαια” του γαλλικού τίτλου: από την όψιμη εφηβεία της Αντέλ μέχρι την πρώιμη ενηλικίωσή της, από την αθωότητά της στην ολοκλήρωσή της, από το αρχικό πάθος στην έλλειψη επικοινωνίας, από τη σχέση στον χωρισμό, από τη συντροφικότητα στη μοναξιά. Οι χρονικές μεταβάσεις δε σηματοδοτούνται ρητά (εκτός από μία ή το πολύ δύο φορές μέσα από τον διάλογο) ή γραπτά (με τίτλους), κι έτσι η σχέση ‘παρασύρεται’ σ’ ένα σχεδόν άχρονο ερωτικό συνεχές, σαν να μη λαμβάνει υπόψιν της τις εξωτερικές αντικειμενικές συνθήκες, παρά μόνο την ασυγκράτητη ορμή που την καθοδηγεί.
Αυτή η κινητήρια ορμή είναι εξαιρετικά σημαντική για τον σκηνοθέτη, ο οποίος δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις ερωτικές σκηνές, μέσα από τη μεγάλη συχνότητα, διάρκεια και αληθοφάνειά τους, παρότι η λεσβία συγγραφέας του κόμικ, Μαρό, αμφισβήτησε την τελευταία, χαρακτηρίζοντας ψεύτικο το σεξ της ταινίας, οπότε τελικά ο ρεαλισμός των συγκεκριμένων σκηνών φαίνεται να τίθεται στην κρίση των θεατών αναλόγως των εμπειριών τους. Αυτό που είναι αναμφισβήτητο πάντως είναι η τόλμη και η δοτικότητα των δύο πανέμορφων πρωταγωνιστριών, ο τρόπος με τον οποίο απελευθερώνουν και προσφέρουν τα σώματά τους στους ρόλους τους, νατουραλιστικά κινηματογραφημένα με προσήλωση, σεβασμό, τρυφερότητα, αισθησιασμό αλλά κι ένα είδος ‘απόστασης’ που προετοιμάζει την τελική έκβαση κι εκφράζεται από την απουσία μουσικής συνοδείας, αφού η αφηγηματική μουσική καθ’ όλο το φιλμ είναι ελάχιστη και η εξω-αφηγηματική εντελώς ανύπαρκτη, επιλογή που ‘προσγειώνει’ σ’ έναν βαθμό τις ερωτικές σκηνές.
Είναι επίσης πολύ σημαντικό το γεγονός ότι το φιλμ δε στέκεται στην ομοφυλοφιλία του αισθήματος ως θέμα ‘ταμπού’, αλλά την αντιμετωπίζει με τη φυσιολογικότητα που ταιριάζει στη σημερινή εποχή. Ο αφηγηματικός χρόνος είναι το σήμερα, και το σενάριο αναγνωρίζει τη δυσκολία της κοινωνικής αποδοχής για τον ομοφυλόφιλο έρωτα, μέσα από τον φόβο της Αντέλ να μιλήσει γι’ αυτόν στον περίγυρό της. Επειδή όμως η ιστορία και η κάμερα περιορίζονται στο ίδιο το βίωμα μεταξύ των κοριτσιών, δημιουργείται η αίσθηση ότι αυτές οι δυσκολίες παραβλέπονται κι ότι η ομοφυλοφιλία παύει να είναι ζήτημα για την ταινία, καθώς ο θεατής παρασύρεται από την οπτική της Αντέλ και της Έμμας οι οποίες απλώς ζουν αυτό που αισθάνονται, όπως θα έκανε ένα ετεροφυλόφιλο ζευγάρι. Για παράδειγμα, η σκηνή όπου η Αντέλ συστήνει την Έμμα στους γονείς της και τρώνε όλοι μαζί χωρίς να αποκαλυφθεί η πραγματική σχέση μεταξύ των κοριτσιών, ακολουθείται από μια ερωτική σκηνή του ζευγαριού κι όχι έναν καυγά για τον φόβο της Αντέλ. Το ίδιο και αργότερα σ’ έναν από τους τσακωμούς τους, η Έμμα προσάπτει τελικά στην Αντέλ τον φόβο της να παραδεχτεί κοινωνικά την ομοφυλοφιλία της, αλλά αυτό εκλαμβάνεται περισσότερο ως μια έκφραση του θυμού της και όχι ως λόγος χωρισμού.
ΔΟΝ ΖΟΥΑΝ
DON JON
Σκην.: Τζόζεφ Γκόρντον-Λέβιτ
Πρωτ.: Τζόζεφ Γκόρντον-Λέβιτ, Τζουλιάν Μουρ, Σκάρλετ Γιοχάνσον, Τόνι Ντάνζα
Ο Τζον είναι ένας παραδοσιακός ετεροφυλόφιλος ιταλοαμερικανός γυναικοκατακτητής, με μοναδικές ασχολίες το γυμναστήριο, τις γυναίκες και το διαδικτυακό πορνό, στο οποίο είναι τόσο εθισμένος, ώστε το στοίχημα στη ζωή του είναι να βρει την κοπέλα που θα του προσφέρει ευχαρίστηση μεγαλύτερη απ’ αυτή που νιώθει παρακολουθώντας βίντεο στο ίντερνετ.
Ο Γκόρντον-Λέβιτ γράφει και σκηνοθετεί την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία στην οποία επίσης πρωταγωνιστεί, μια κομεντί για τη μετάβαση στην ερωτική ωριμότητα. Ο ήρωας ξεκινάει εθισμένος στα πορνογραφικά βίντεο και συνεπώς η σεξουαλική επαφή του με τις γυναίκες είναι ασυναίσθητη και διεκπεραιωτική, αλλά στην πορεία καταλήγει να γνωρίσει τον αληθινό έρωτα στο πιο απροσδόκητο γι’ αυτόν πρόσωπο. Πολύ καλές ερμηνείες απ’ όλους και συγκροτημένο γύρισμα από τον δημιουργό, που ξέρει τι θέλει να πει και με ποιόν τρόπο, φτιάχνει μια ‘σφιχτή’, κεφάτη ταινία, η οποία ωφελείται από το επιτυχημένο κάστινγκ και θα ήταν πιο ολοκληρωμένη αν παρέτεινε λίγο το βιαστικό, απότομο τέλος της, καθώς μένουν αμφιβολίες για τον τρόπο με τον οποίο ο Τζο θα προσαρμοστεί σε πολύ διαφορετικά συναισθηματικά δεδομένα απ’ αυτά για τα οποία ήταν προετοιμασμένος.
Χαρακτηριστικά λοιπόν, ο ρυθμός του μοντάζ, οι γωνίες της κάμερας και η σχολαστική τάξη των πλάνων, σταδιακά όσο προχωράει η σχέση του Τζο με την Έστερ χαλαρώνουν και αλλάζουν, όπως κι η εμφάνιση του ήρωα. Η αρχική αυστηρότητα της ρουτίνας αντικαθίσταται από σταδιακές διαφοροποιήσεις, που οδηγούν στη μεταστροφή του Τζο, ενώ στο οικογενειακό γεύμα αφότου η επιρροή της Έστερ στον Τζο έχει εδραιωθεί, οι γωνίες λήψης έχουν χαμηλώσει στο ύψος του τραπεζιού, σαν ο Τζο να έχει πια ηρεμήσει, να έχει κατασταλάξει, να έχει βρει αυτό που έψαχνε, λόγος για τον οποίο επίσης σταματάει να νευριάζει καθώς οδηγεί.

