Πολλές ιστορίες, λίγη ευρηματικότητα.

ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ

THE CONJURING

Σκην.: Τζέιμς Γουάν

Πρωτ.: Βέρα Φαρμίγκα, Πάτρικ Γουίλσον, Λίλυ Τέιλορ, Ρον Λίβινγκστον

Το ζεύγος Γουόρεν είναι διακεκριμένοι δαιμονολόγοι, οι οποίοι καλούνται σε μία από τις πιο φρικτές υποθέσεις της καριέρας τους, να βοηθήσουν μια εφταμελή οικογένεια που μόλις μετακόμισε σ’ ένα σπίτι στοιχειωμένο από μια μητέρα η οποία είχε σκοτώσει το παιδί της, κι έκτοτε καταλαμβάνει κάθε μητέρα που κατοικεί εκεί και την ωθεί να κάνει το ίδιο.

Ο Γουάν είναι ένας 36χρονος μαλαισιανός σκηνοθέτης που μέχρι τώρα στη φιλμογραφία του έχει δουλέψει αποκλειστικά και με μεγάλη εμπορική επιτυχία στο είδος της ταινίας τρόμου. Η πρώτη του επιτυχία ήταν το «Σε βλέπω» («Saw», 2004), συνέχισε με μερικές αποτυχίες, ανέκαμψε με το «Παγιδευμένη ψυχή» («Insidious», 2011), ενώ φέτος πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησαν στις Η.Π.Α. με διαφορά δύο μηνών οι δύο τελευταίες ταινίες του -το «Κάλεσμα» και «Insidious: chapter 2»- οι οποίες σημείωσαν μεγάλη εισπρακτική επιτυχία. Αυτή τη στιγμή ο Γουάν γυρίζει την πρώτη εκτός τρόμου ταινία του, καθώς ανέλαβε να συνεχίσει τη σειρά ταινιών «Fast and Furious» με την 7η προσθήκη που αναμένεται το επόμενο καλοκαίρι.

Εν τω μεταξύ, εδώ είναι προφανές το επιμελημένο γύρισμα, η φροντισμένη αξία παραγωγής και το ικανό καστ με τις ικανοποιητικές ερμηνείες, αλλά μ’ ένα σενάριο τόσο απογοητευτικά κοινότοπο, τα 300 εκατομμύρια σε παγκόσμιες εισπράξεις για μια ταινία τρόμου μοιάζουν παράδοξα. Η οικογένεια μετακομίζει πανευτυχής, αρχίζουν

τα αόρατα τριξίματα και τραβήγματα, οι



δαίμονες εμφανίζονται και ούτω καθεξής, μέχρι το επίσης περιορισμένων επιλογών τέλος. Το μόνο εύρημα της παρουσίας των Γουόρεν και της υποτιθεμένης ‘αληθινής’ ιστορίας τους δε μοιάζουν τόσο πειστικά όσο θα περίμενε κανείς. Το ζευγάρι, η ενασχόληση και η δράση τους είναι όντως πραγματικά, και το σενάριο φροντίζει να μας πείσει για τη σοβαρότητά τους με τις σκηνές όπου εξηγούν λογικά κάποιες άλλες περιπτώσεις υποτιθέμενων φαντασμάτων, αλλά ολ’ αυτά δεν ξεφεύγουν από τις απαιτήσεις και τις συμβάσεις του είδους, χωρίς να παρέχουν κάποιο επιπλέον πειστικότερο έρεισμα για τους λίγο πιο σκεπτικιστές θεατές.

JOBS

Σκην.: Τζόσουα Μάικλ Στερν

Πρωτ.: Άστον Κούτσερ, Τζος Γκαντ, Λούκας Χάας, Μάθιου Μοντίν, Τζ. Κ. Σίμονς

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ο φοιτητής Στιβ Τζομπς μαζί με τους φίλους του ξεκίνησαν στο γκαράζ του σπιτιού του μια επανάσταση στον χώρο των



ηλεκτρονικών υπολογιστών, που κατέληξε στην ίδρυση της Apple, μίας από τις μεγαλύτερες εταιρείες ηλεκτρονικών υπολογιστών στον κόσμο. Στην πορεία, ο Τζομπς εκδιώχτηκε από την ίδια του την εταιρεία με απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου, για να επιστρέψει 10 χρόνια αργότερα και να την καταστήσει μία από τις οικονομικά επικερδέστερες και τεχνολογικά πιο καινοτόμες στον πλανήτη, με προϊόντα που άλλαξαν ριζικά την καθημερινότητα του ανθρώπου.

Μετά από το «The social network» (Ντέιβιντ Φίντσερ, 2010) για τον δημιουργό του Facebook, Μαρκ Ζάκερμπεργκ, εδώ έχουμε ακόμη μία προσωπογραφία μιας από τις ηγετικές προσωπικότητες της τεχνολογικής επανάστασης που διανύουμε, του Στίβ Τζομπς, ιδρυτή και οραματιστή της Apple, τα προϊόντα της οποίας τα τελευταία χρόνια έχουν αναχθεί σε αντικείμενα τεχνολογικού φετιχισμού. Αν ο Φίντσερ κατάφερε να μετατρέψει την ιστορία σε του Ζάκερμπεργκ σε μια παραβολή για τη σημασία των ανθρώπινων σχέσεων, ο Στερν εδώ δεν κάνει τίποτε άλλο έκτος από μια διεκπεραιωτική παράθεση γεγονότων, τα οποία κορυφώνονται στο ξεκίνημα της πλοκής και γίνονται ολοένα πιο άνευρα όσο πλησιάζουμε στο τέλος της.

Επιπλέον, είτε ο Κούτσερ είναι προφανώς ανεπαρκής για τον ρόλο, είτε ο Στερν αδυνατεί να αξιοποιήσει και τις ελάχιστες δυνατότητες που ο ηθοποιός διαθέτει, ώστε να κάνει κάτι παραπάνω από το να μιμηθεί το περπάτημα του Τζομπς. Ένας χαρισματικός επιχειρηματίας και μια εξαιρετικά πρόσφορη αληθινή ιστορία (το ξεκίνημα της Apple στο γκαράζ του σπιτιού, η διαμάχη με την IBM και ο ανταγωνισμός με τον Μπιλ Γκέιτς, ο άσχημος χειρισμός των οικογενειακών του σχέσεων, η απόλυση από την ίδια του την εταιρεία, η ανάκαμψή του και οι επαναστατικές συσκευές που δημιούργησε κτλ.) η οποία άξιζε καλύτερη μεταχείριση, μ’ ένα καλυτέρα δομημένο σενάριο, πιο αξιόπιστο καστ, και σίγουρα πιο συγκροτημένο σκηνοθέτη, ο οποίος να μπορεί ν’ αποδώσει το όραμα του Τζομπς όχι απλώς μέσα από τις λέξεις και τα γεγονότα του σεναρίου, αλλά μέσα από ένα συνολικότερο συγκεκριμένο ύφος, που εδώ απουσιάζει.



ΛΕΥΚΟΣ ΟΙΚΟΣ: Η ΠΤΩΣΗ

WHITE HOUSE DOWN

Σκην.: Ρόλαντ Έμεριχ

Πρωτ.: Τσάνινγκ Τέιτουμ, Τζέιμι Φοξ, Μάγκι Τζίλενχολ, Ρίτσαρντ Τζένκινς, Τζόι Κινγκ, Τζέιμς Γουντς

Ο επικεφαλής της προσωπικής ασφάλειας του προέδρου των Η.Π.Α. ηγείται μιας συνομωσίας κατά την οποία καταλαμβάνεται ο Λευκός Οίκος και δολοφονούνται υψηλόβαθμα στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης, με απώτερο στόχο την επίθεση με πυρηνικά όπλα εναντίον στόχων στη Μέση Ανατολή. Τη στιγμή της κατάληψης του Λευκού Οίκου, μέσα στο κτήριο βρίσκεται συμπτωματικά ο Κέιλ, μέλος της προσωπικής φρουράς του προέδρου της βουλής. Ο Κέιλ έχει μόλις απορριφθεί σε συνέντευξη για την πρόσληψή του στη φρουρά του προέδρου των Η.Π.Α., αλλά καλείται μοιραία ν’ αποδείξει τις ικανότητές του, προκειμένου να σώσει την κόρη, τον πρόεδρο, τη χώρα του και τον κόσμο.

Ο Λευκός Οίκος δεν αποτελεί μόνο αρχιτεκτονικό και πολιτικό ορόσημο, άλλα και κινηματογραφικό, με ιδιαίτερη σημασία για τον γερμανό Έμεριχ, καθώς απογείωσε την καριέρα του όταν αυτός αποφάσισε όχι απλώς να τον ανατινάξει συθέμελα στη «Μέρα Ανεξαρτησίας» («Independence Day», 1996), άλλα εξασφάλισε την τεράστια επιτυχία της ταινίας χάρη στο teaser trailer που απεικόνιζε την καταστροφή του εμβληματικού κτηρίου, σκηνή η οποία γίνεται αντικείμενο ενός αυτο-αναφορικού αστείου μέσα στο φετινό του φιλμ. Κατά τ’ άλλα το κτήριο αποτελεί επάξια έναν από τους πρωταγωνιστές της ταινίας, και υποφέρει τα πάνδεινα από τον σκηνοθέτη, ο οποίος πρώτα έχει φροντίσει να το αναγάγει σχεδόν σ’ έναν σύγχρονο αμερικανικό Παρθενώνα, μέσα από την κολακευτική του κινηματογράφηση και τις πληροφορίες που παρέχονται γι’ αυτό μέσα από τους διαλόγους.

Πρόκειται για τη δεύτερη φετινή ταινία με το ίδιο θέμα, μετά το «Ο Όλυμπος έπεσε» («Olympus has fallen») του Αντουάν Φούκουα, με τους Τζέραρντ Μπάτλερ και Άαρον Έκχαρτ στους ρόλους του σωματοφύλακα και του προέδρου αντιστοίχως. Η ταινία του Έμεριχ είναι η αφελέστερη αλλά και η προοδευτικότερη από τις δύο. Για παράδειγμα, ο πρόεδρος είναι μαύρος και όχι λευκός, όπως στην ταινία του Φούκουα, και απολαμβάνει το ελικόπτερο του να περνάει ‘ξυστά’ από το μνημείο του Αβραάμ Λίνκολν καθ’ οδόν για τον Λευκό Οίκο, προβάλλοντας έτσι τη σημασία της εκλογής του Μπαράκ Ομπάμα ως εκπλήρωση του ιστορικού οράματος των πατέρων του αμερικανικού έθνους. Επίσης, σε αντίθεση με την ταινία του Φούκουα όπου οι κακοί είναι βορειοκορεάτες παραστρατιωτικοί, εδώ ο εχθρός είναι οι πολεμοχαρείς κυβερνητικοί αξιωματούχοι που ανυπομονούν να ισοπεδώσουν με πυρηνικά τη Μέση Ανατολή, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα των πολεμικών βιομηχάνων.

Ο πρόεδρος είναι τόσο παιδαριωδώς εξιδανικευμένος, ώστε κάθε υποψία για προπαγανδιστική πρόθεση εκ μέρους της ταινίας ακυρώνεται εξαρχής. Με τη βοήθεια του Κέιλ, μέσα από την καταστροφή ο πρόεδρος αναδεικνύεται ειρηνιστής, καταγγελτικός ενάντια στη βιομηχανία όπλων και εγγυητής της δημοκρατίας, σε μια προφανώς αφελή αντιστροφή της πραγματικότητας, αλλά τόσο απλοϊκή που είναι δύσκολο να τη λάβει κανείς σοβαρά ως -επικίνδυνη τουλάχιστον- προπαγάνδα. Βεβαίως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μεγάλη μερίδα πληθυσμού ειδικά στις Η.Π.Α. πιθανώς θα ασπαστεί την εικόνα της ταινίας για τον πρόεδρο της χώρας, άλλα πρακτικά μιλώντας η όποια επιρροή της ταινίας θα είναι σχετική, αφού οι εισπράξεις της στις Η.Π.Α. δεν ξεπέρασαν τα 74 εκατομμύρια δολάρια, έναντι των 98 που εισέπραξε η παρόμοια ταινία του Φούκουα μέσα στη χρονιά.

Υφολογικά τώρα, ο Έμεριχ κάνει μια συχνή και αμφιλεγόμενη επιλογή στα σημερινά blockbuster, χρησιμοποιώντας υπερβολικά τα ψηφιακά εφέ, και μειώνοντας έτσι την αληθοφάνεια, την κρισιμότητα και τη θεαματικότητα των σκηνών του. Στην εποχή του Τζέισον Μπορν, του Τζέιμς Μποντ/Ντάνιελ Κρεγκ, και του Τομ Κρουζ που αναρριχάται ο ίδιος στο Burj Khalifa, όταν δηλαδή η αληθοφάνεια είναι το κρισιμότερο κριτήριο σε μια σκηνή δράσης, μια περιπέτεια γεμάτη από ψηφιακά ελικόπτερα, μπαγκράουντ και εκρήξεις όπως αυτή εδώ, καταλήγει απλώς να κάνει πολύ -οπτικό και ηχητικό- θόρυβο, χωρίς να προσφέρει κάποιο αξιομνημόνευτο set-piece, ενώ με το συχνό εμβόλιμο χιούμορ, οι σκηνές καταλήγουν να δημιουργούν περισσότερο γέλιο απ’ ό,τι αγωνία.



ΕΡΩΤΑΣ ΕΙΝΑΙ…

DEN SKALDEDE FRISØR

Σκην.: Σουζάνε Μπίερ

Πρωτ.: Τρίνε Ντίρχολμ, Πιρς Μπρόσναν, Σεμπάστιαν Γιέσεν, Μόλι Μπλιξτ Έγκελιντ

Η Ίντα ταξιδεύει στη νότια Ιταλία για να παραστεί στον γάμο της κόρης της, που θα πραγματοποιηθεί στο εξοχικό της οικογένειας του γαμπρού. Εξαιτίας ενός ατυχήματος στο αεροδρόμιο, γνωρίζεται με τον πατέρα του γαμπρού, αλλά αυτό είναι μόλις το πρώτο από πολλά απρόοπτα που θ’ ακολουθήσουν.

Περιέργεια και απογοήτευση δημιουργεί η νέα ταινία της δανέζας Μπίερ, η οποία αφού κέρδισε το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας 2011 με το εξαιρετικό «Ίσως, αύριο» («Hævnen», 2010), συνέχισε σ’ αυτή την κοινότοπη, προβλέψιμη και άνευρη ρομαντική κομεντί, μια παραλλαγή του «Mamma Mia» χωρίς τα τραγούδια, και μ’ έναν Μπρόσναν που μοιάζει να περιφέρεται ανάμεσα στο δανέζικο καστ κουρασμένα, σχεδόν αμήχανα.