Συνέντευξη στην Κατερίνα Μυλωνά

Ο σκηνοθέτης της θεατρικής ομάδας του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου, Γ. Μαρκόπουλος, μιλά στην «Π» για την παράσταση «Πλούτος» του Αριστοφάνη, που παρουσιάζεται στην κρητική διάλεκτο

Τα μηνύματα του Αριστοφάνη είναι πάντα επίκαιρα, τονίζει, σε συνέντευξή του στην «Π» ο σκηνοθέτης της θεατρικής ομάδας του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου, κ. Γιώργος Μαρκόπουλος.

Λίγες ώρες πριν η θεατρική ομάδα ανέβει ξανά στη σκηνή και παρουσιάσει την παράσταση για δεύτερη φορά, μετά από την επιτυχία που σημείωσε το 2009, ο κ. Μαρκόπουλος αναφέρει πως «δεν πρόκειται για πανομοιότυπη επανάληψη εκείνης της παράστασης αλλά για μια νέα παράσταση του έργου, με επίκαιρη «παράβαση» γραμμένη και αυτή από τον μεταφραστή του έργου στην κρητική διάλεχτο, χαλκέντερο συνάδελφο, Μιχάλη Σφακιανάκη, με πολλούς νέους ερμηνευτές, και βέβαια με μια νέα σκηνοθετική ματιά, αφού μου δόθηκε η ευκαιρία να διορθώσω ή να συμπληρώσω σε πολλά σημεία την προηγούμενη παράσταση».

Παραστάσεις θα δοθούν αύριο, Κυριακή 15 και την ερχόμενη Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου στις 9 το βράδυ στο κηποθέατρο «Ν. Καζαντζάκης».

Χορηγός της παράστασης είναι η Περιφέρεια Κρήτης.

Η συνέντευξη που ο κ. Μαρκόπουλος παραχώρησε στην «Π» έχει ως εξής:

-Γιατί επιλέξατε να παρουσιάσετε και φέτος την παράσταση «Πλούτος» του Αριστοφάνη;

-«Αυτή τη φορά το έργο το επέλεξε το θεατρόφιλο κοινό που παρακολουθεί τόσα χρόνια τις παραστάσεις μας. Λαμβάναμε μηνύματα από εκατοντάδες θεατές που είχαν δει εκείνη την παράσταση του 2009, και από άλλους που δεν είχαν προλάβει να τη δουν αλλά είχαν ακούσει για την επιτυχία της, που ζητούσαν να επαναλάβουμε την παράσταση του «Πλούτου». Πρέπει να σας πω ότι δεν πρόκειται για πανομοιότυπη επανάληψη εκείνης της παράστασης αλλά για μια νέα παράσταση του έργου, με επίκαιρη «παράβαση» γραμμένη και αυτή από τον μεταφραστή του έργου στην κρητική διάλεχτο, χαλκέντερο συνάδελφο, Μιχάλη Σφακιανάκη, με πολλούς νέους ερμηνευτές, και βέβαια με μια νέα σκηνοθετική ματιά, αφού μου δόθηκε η ευκαιρία να διορθώσω ή να συμπληρώσω σε πολλά σημεία την προηγούμενη παράσταση».

-Ποιες ήταν οι εντυπώσεις του κοινού το 2009 που είχε ανέβει ξανά το έργο;

-«Ενθουσιώδεις αν κρίνω από τις κριτικές που πήρε στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο και στα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Βέβαια προς τούτο βοήθησε πολύ και η σπουδαία μετάφραση στην κρητική διάλεκτο του Μιχάλη Σφακιανάκη η οποία δοκιμάστηκε επί σκηνής και ανέδωσε τα αρώματα που περιέχει. Είναι η πρώτη φορά που παριστάνεται έργο του Αριστοφάνη στην κρητική διάλεκτο και θαρρώ πως του πάει γάντι αυτή η ειρωνεία και ο αυτοσαρκασμός που συνυπάρχουν, κυρίως στον τρόπο εκφοράς της κρητικής διαλέκτου».

-Γιατί είναι επίκαιρος ο Αριστοφάνης και τόσο οι άνθρωποι του θεάτρου όσο και οι θεατές «επιστρέφουν» στα έργα του;

-«Η παράδοση ευνόησε αρκετά τον Αριστοφάνη και διέσωσε έντεκα από τις σαράντα τέσσερις συνολικά κωμωδίες που έγραψε. Κανένας άλλος κωμωδιογράφος της αρχαιότητας δεν είχε αυτή την τιμή. Τούτο οφείλεται κατά τη γνώμη μου σε δύο λόγους: Ο πρώτος είναι ότι ο Αριστοφάνης υπήρξε και μεγάλος ποιητής. Ό,τι ήθελε να πει το διατύπωνε με μιαν απαράμιλλη ποιητικότητα και ο δεύτερος που απαντά στο ερώτημά σας είναι ότι όλα τα διασωθέντα έργα του, είναι πολιτικά και ασχολούνται με τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα που αιώνες τώρα δεν έχει καταφέρει να λύσει η ανθρωπότητα. Να γιατί είναι και θα παραμείνει πάντα επίκαιρος ο Αριστοφάνης».

-Σα δικηγόρος αλλά και σα μέλος μιας κοινωνίας που βάλλεται, θεωρείτε πως το θέατρο και ιδιαίτερα η κωμωδία αποτελούν βάλσαμο για την ψυχή του κόσμου;

-«Πολύ σωστά το είπατε «βάλσαμο». Η τέχνη και ειδικότερα το θέατρο από μόνο του δεν μπορεί να κάνει ούτε να προκαλέσει επαναστάσεις. Ωστόσο μπορεί να πει κάποιο παρηγορητικό λόγο και να καταγγείλει ανομίες. Εκεί βρίσκει ο θεατής την ψυχική λύτρωση με την θρησκευτική έννοια γιατί σοβαρό θέατρο χωρίς θρησκευτικότητα δεν γίνεται. Εδώ πρέπει να αναφερθεί και κάτι πολύ σημαντικό και ιστορικά τεκμηριωμένο, που έχει να κάνει με την πόλη μας. Όταν οι Τούρκοι πολιορκούσαν τον Χάνδακα, οι πολιορκημένοι έβλεπαν στο θέατρο την «Ερωφίλη» από την ακαδημία των Stravagandi και αντλούσαν θάρρος και παρηγοριά».

-Εσάς τι σας προσφέρει η ενασχόλησή σας με το θέατρο;

-«Αυτό ακριβώς που σας είπα πριν, την ψυχική λύτρωση…αλλά αυτό θέλει πολλή ανάλυση και δεν είναι του παρόντος».

-Ποια είναι τα επόμενα βήματα της θεατρικής ομάδας του ΔΣΗ, δεδομένης και της επιτυχημένης μέχρι σήμερα πορείας της;

-«Η «Θεατρική Ομάδα του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου» κλείνει φέτος τα είκοσι χρόνια λειτουργίας της. Έχει δώσει μέχρι σήμερα αρκετές παραστάσεις στο θεατρόφιλο κοινό της πόλης μας και φυσικά θα συνεχίσει όσο μας το επιτρέπουν οι συνθήκες, αφού έχει καταξιωθεί στην συνείδηση όχι μόνο των συναδέλφων αλλά και όλων των θεατρόφιλων».

Η ταυτότητα της παράστασης:

Απόδοση στην κρητική διάλεκτο: Μιχάλης Σφακιανάκης.

Σκηνοθεσία-σκηνογραφία: Γιώργος Μαρκόπουλος, κοστούμια: Βούλα Επιτροπάκη, μουσική: Ross Daly, χορογραφία: Tatyana Andonova. Διαμονή Πλούτος Θοδωρής Τερζάκης, Χρεμύλος Μανώλης Τσικαλάς, Καρίωνας, Μιχάλης Σφακιανάκης, Βλεψίδημος Μιχάλης Ασκορδαλάκης, Πενία Κατερίνα, Αποστολάκη, Γυναίκα Χρεμύλου Μαρίνα, Φανιουδάκη, Δίκαιος Γιώργος Βαθιανάκης, Συκοφάντης Αντώνης Μιχελάκης, μάρτυρας Θανάσης Καραγιάννης, Γριά Κατερίνα Δουλγεράκη, Νέος Νίκος Φανταουτσάκης, Ερ-

μής Παναγιώτης Ανδριανάκης, Ιεράς, Διός Θανάσης Καραγιάννης, αναγνώστης Δημήτρης Ξυριτάκης, ψάλτης Βασίλης Ζηδιανάκης, τραγούδι Χριστόφορος Λυδάκης.

Χορός: Ανδριανάκης Παναγιώτης, Αντωνάκης Χάρης, Καρουζάκη Εβίτα, Μανουρά Ελπίδα, Ρεθυμνιωτάκη Αθηνά, Ροκαδάκη Εμμανουέλα, Σμπώκου Μαρία, Σφακιανάκη Θεονύμφη,Ταγαράκης Εμμανουήλ, Φανταουτσάκης Νικόλαος, Φιλιππάκη Μαρία.

Το εισιτήριο της παράστασης είναι 5 ευρώ.

Εισιτήρια προπωλούνται ως τη Δευτέρα από τις 10 το πρωί ως τη 1 το μεσημέρι και από τις 6 το απόγευμα ως τις 9 το βράδυ στο κηποθέατρο «Ν. Καζαντζάκης».

«Πλούτος»

Στο σημείωμά του, ο σκηνοθέτης αναφέρει, μεταξύ άλλων, για το έργο:

“Ο «Πλούτος» που γνωρίζουμε είναι χρονολογημένος το 388 π.Χ. Ωστόσο ο Αριστοφάνης είχε γράψει πριν από είκοσι χρόνια, δηλ. το 408 π.Χ., ένα ανάλογο έργο με τον ίδιο τίτλο. Εμείς πιστεύουμε ότι το έργο που σώθηκε είναι το ίδιο με εκείνο του 408, αλλά λογοκριμένο από τον ίδιο τον Αριστοφάνη. Το συμπέρασμα προκύπτει από εσωτερικές πληροφορίες του κειμένου: Μια από αυτές βρίσκεται στο σημείο όπου ο Χρεμύλος μαζί με τον Καρίωνα και το Βλεψίδημο οδηγούν τον Πλούτο στο ναό του Ασκληπιού για να θεραπευθεί. Αμέσως μόλις βγαίνουν από την σκηνή (ορχήστρα), σύμφωνα με το κείμενο που σώθηκε, μπαίνει ο Καρίωνας και μας αναγγέλλει πως θερα- πεύθηκε ο Πλούτος. Δεν δίδεται χρόνος, δια της παρεμβολής κάποιου επεισοδίου ή κάποιου χορικού, ώστε να καλυφθεί το χρονικό διάστημα της θεραπείας. Σε τέτοια ανορθόδοξη σκηνική οικονομία δεν μας έχει συνηθίσει ο μεγάλος μας τεχνίτης. Γι αυτό πιστεύομε ότι στο σημείο αυτό ήταν η χαμένη «Παράβαση» του έργου. Η «Παράβαση» αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα «κατά ποσόν» μέρη της αρχαίας ας κωμωδίας, κατά το οποίο ο χορός «παρέβαινε» την ενότητα του μύθου, του τόπου και του χρόνου της κωμωδίας και στρεφόμενος προς τους θεατές μιλούσε για τα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά ζητήματα της εποχής όπως η σύγχρονη επιθεώρηση.

Από τα έντεκα διασωθέντα έργα του Αριστοφάνη πλήρη «Παράβαση» βρίσκομε μόνο στα τέσσερα («Αχαρνείς», «Ιππείς», «Σφήκες» και «Όρνιθες»), ελλιπή «Παράβαση» βρίσκομε σε πέντε έργα («Νεφέλε «Λυσιστράτη», «Ειρήνη», «Θεσμοφοριάζουσες» και «Βάτραχοι») και καθόλου στα έργα «Εκκλησιάζουσες» και «Πλούτος». Τις «Εκκλησιά ζουσες» φαίνεται πως τις δούλεψε ο ποιητής από πρώτο χέρι, ώστε να μην έχουν «Παράβαση» αλλά στον «Πλούτο» τα κενά είναι τεράστια όπως π.χ., όπου ο Αριστοφάνης θέλει χορικό βάζει τη λέξη «χορού και το αφήνει κενό, πράγμα που σημαίνει ότι είτε υπήρχαν χορικά στα σημεία αυτά και τα παρέλειψαν οι αντιγραφείς-σχολιαστές που διέσωσαν το κείμενο του έργου, είτε ότι ο «Πλούτος» ξαναδουλεύτηκε με βάση μια προηγούμενη γραφή του (εκείνη του 408) και λογοκρίθηκε από τον ίδιο τον Αριστοφάνη για λόγους οικονομικούς και πολιτικούς.

Έχει υποστηριχθεί ότι το 388 π.Χ., όταν παρουσιάστηκε ο «Πλούτος» που σώθηκε, είναι το έτος που αρχίζει η λεγάμενη «Μέση Αττική Κωμωδία», στην οποία δεν υπήρχαν χορικά και παράβαση. Ωστόσί αυτό το όριο πρέπει να μετατοπισθεί τέσσερα χρόνια νωρίτερα, στο 392 π.Χ. όταν ο Αριστοφάνης παρουσίασε τις «Εκκλησιάζουσες» όπου επίσημα και σκόπιμα, αρχίζει να «παραβιάζεται» η εσωτερική και εξωτερική δομή της αρχαίας κλασικής κωμωδίας.

Στην παράστασή μας επιχειρήσαμε να καλύψομε ορισμένα κενά του «Πλούτου» γράφοντας νέα χορικά, καθώς και μια δική μας «Παράβαση», με σύγχρονη θεματολογία, όπως φανταζόμαστε ότι, αν ζούσε ο Αριστοφάνης στον τόπο μας, θα την έγραφε, με ασυγκρίτως μεγαλύτερη ασφαλώς επιτυχία, αφού υπήρξε εκτός από μεγάλος κωμωδιογράφος και μεγάλος ποιητής.

Προσπαθήσαμε ν’ αναδείξουμε το πολιτικό περιεχόμενο της κωμωδίας, ισορροπώντας ανάμεσα στην ειρωνεία, στη διασκέδαση και στην ψυχαγωγία, στοιχεία που χαρακτηρίζουν όλα τα έργα του Αριστοφάνη”.