
Ούτε το καλοκαίρι τελείωσε, ούτε η σεζόν ξαναρχίζει ακόμη.
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΙΛΕΡ
WE’RE THE MILLERS
Σκην.: Ρώσον Μάρσαλ Θέρμπερ
Πρωτ.: Τζένιφερ Άνιστον, Τζέισον Σουντέικις, Έμμα Ρόμπερτς, Γουίλ Πούλτερ, Εντ Χελμς
Ο Ντέιβιντ είναι ένας μικρο-έμπορος μαριχουάνας, που μετά από μια ληστεία στο διαμέρισμά του, πρέπει να επανορθώσει στο αφεντικό του για το χαμένο “προϊόν” και χρήμα. Εκείνος του αναθέτει να ταξιδέψει οδικώς στο Μεξικό και να μεταφέρει παράνομα μια μεγάλη ποσότητα χασίς, κι έτσι ο Ντέιβιντ πρέπει να βρει έναν τρόπο να αποφύγει τον έλεγχο στα σύνορα.
Σκαρφίζεται λοιπόν να πάρει μαζί του τη στρίπερ γειτόνισσά του, τον παρθένο 18χρονο και μια νεαρή κοπέλα που έφυγε από το σπίτι της, παρουσιάζοντάς τους ως σύζυγο και παιδιά του αντιστοίχως, σε οικογενειακή εκδρομή με τροχόσπιτο.
Αμερικανική κωμωδία που αποδεικνύεται διασκεδαστική χάρη στο πλούσιο και γρήγορο σενάριο, καθώς και στο εύστοχα επιλεγμένο καστ. Οι ταλαντούχοι πρωταγωνιστές της, Άνιστον και Σουντέικις, έχουν ξανασυνεργαστεί στο «Αφεντικά για σκότωμα» («Horrible bosses», Σεθ Γκόρντον, 2011). Ο Σουντέικις είναι ιδανικός ως ασήμαντος πλην καλόκαρδος, ενώ η Άνιστον συνδυάζει πάντα τη ζωντάνια, τον δυναμισμό και την ομορφιά της με την ελαφριά μελαγχολία που αποπνέει, χωρίς να χάνει ποτέ το κύρος της, με ισχυρότερη απόδειξη το εντυπωσιακό στριπτίζ της. Η ποικιλία και η πλαστικότητα των μορφασμών του Πούλτερ ως αφελούς, σεξουαλικά άπειρου γιου ξεχωρίζουν μέσα στο φιλμ, σε αντίθεση με την αδιάφορη Ρόμπερτς που αποδίδει μια συνηθισμένα επιθετική έφηβη. Η εμπορική επιτυχία της ταινίας στις Η.Π.Α., δημιουργεί απορία για τα απρόβλεπτα γούστα του αμερικανικού κοινού, καθώς η προηγούμενη κωμωδία της Άνιστον, «Wanderlust» (Ντέιβιντ Γουέιν, 2012) που ήταν εξίσου διασκεδαστική, απέτυχε παταγωδώς, κατά τη γνώμη μας ανεξήγητα.
ELYSIUM
Σκην.: Νιλ Μπλόκαμπ
Πρωτ.: Ματ Ντέιμον, Τζόντι Φόστερ, Σάρλτο Κόπλεϊ, Ντιέγκο Λούνα, Άλις Μπράγκα
Το έτος 2154, η Γη υποφέρει από φτώχεια και υπερ-πληθυσμό ενώ οι πλουσιότεροι κάτοικοι του πλανήτη ζουν στο Elysium, μια τεχνητή αποικία πάνω από τη Γη, όπου απολαμβάνουν προνόμια όπως τα κρεβάτια θεραπείας, τα οποία θεραπεύουν στιγμιαία οποιαδήποτε ασθένεια. Όταν ο Μαξ, ένας εργάτης στο εργοστάσιο της εταιρείας που δημιούργησε το Elysium, εκτίθεται σε μεγάλη ποσότητα ραδιενέργειας και του απομένουν μόλις 5 μέρες ζωής, προσπαθεί να μεταβεί στο Elysium όσο το δυνατό πιο σύντομα για να θεραπευτεί.
Η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του νοτιοαφρικανού σκηνοθέτη, μετά από το «District 9» του 2009, το οποίο ήταν μια εύστοχη παραβολή για τη μετανάστευση και τον ρατσισμό προς στον ξένο. Δεν είναι βεβαίως η πρώτη φορά που η επιστημονική φαντασία χρησιμοποιείται για να εκφράσει τον φόβο προς τον Άλλο, καθώς οι αμερικανικές ταινίες του είδους στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου ήταν φορτισμένες με τον φόβο για τον κομμουνισμό και μια πιθανή επίθεση της ΕΣΣΔ. Ο Μπλόκαμπ επικαιροποιεί το είδος, φορτίζοντάς το μ’ ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα του σημερινού κόσμου, όπου τα πολιτικά σύνορα των χωρών είναι λιγότερο ισχυρά και η μετακίνηση των πληθυσμών πιο εύκολη.
Η φετινή ταινία του χρησιμοποιεί ξανά το μοτίβο της διάκρισης ανάμεσα σε ομάδες του πληθυσμού, αλλά αυτή τη φορά η ιστορία συγχρονίζεται με τις συνθήκες οικονομικής κρίσης που μαστίζουν τις σημερινές κοινωνίες, καθώς η διάκριση δεν είναι φυλετική (όπως συμβολιζόταν ανάμεσα στους γήινους και τους εξωγήινους στο «District 9»), αλλά ταξική. Η κεντρική διάκριση της πλοκής σχηματίζεται ανάμεσα σε προνομιούχους και μη προνομιούχους ανθρώπους, με τους πρώτους να προσπαθούν να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο τη θέση τους, και τους δεύτερους να επιχειρούν να ωφεληθούν από τα προνόμια που δικαιούνται.
Το ζήτημα λοιπόν με την ταινία είναι το εξής: μια ξεκάθαρη και προφανής αλληγορία, εντυπωσιακά σχεδιασμένη και πειστικά εκτελεσμένη, αλλά με το κυριότερο αισθητικό της θέλγητρο, τη δράση, να μην έχει να επιδείξει τίποτα εξίσου εμπνευσμένο. Αντιθέτως, χορογραφία, ιδέες και μοντάζ, κάπως εύκολα, συγκεχυμένα και εν τέλει αδιάφορα. Ο Μπλόκαμπ εκπληρώνει μόνο μερικές από τις προσδοκίες που είχε δημιουργήσει με την προηγούμενη ταινία του, καθώς είναι ένας σκηνοθέτης που έχει καλές ιδέες, συγκροτημένη και συνεπή αισθητική, αλλά εδώ μοιάζει να πέφτει στην παγίδα της κοινοτοπίας, την οποία απέφυγε τόσο έξυπνα την προηγούμενη φορά.
Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί ξανά το περιβάλλον της παραγκούπολης για να μεταμορφώσει την επίγεια κοινωνική κατάσταση λόγω φτώχειας και υπερ-πληθυσμού κάνοντας το Λος Άντζελας να μοιάζει με τριτοκοσμική πόλη. Επίσης, ο εξαθλιωμένος ανθρώπινος χώρος δράσης αντιπαραβάλλεται με μια φουτουριστική, τεχνολογικά εξελιγμένη τοποθεσία που αιωρείται στον ουρανό (το διαστημόπλοιο των εξωγήινων στο «Ditrict 9», το Elysium εδώ), ταυτόχρονα ορατό αλλά και απόμακρο για τους ανθρώπους, όπως δηλαδή αντιμετωπίζεται συνήθως ο κάθε είδους Άλλος. Ο σχεδιασμος του Elysium είναι πλούσιος και θεαματικός, τόσο στη χωροταξία του, όσο και στα αρμονικά εναέρια πλάνα που αποδίδουν την απομόνωση και την ειδυλλιακότητά του. Οι Ντέιμον, Φόστερ και Κόπλεϊ ανταποκρίνονται στους ρόλους τους ικανοποιητικά, αλλά τελικά η πλοκή αποδεικνύεται υπερβολικά εύκολη στις λεπτομέρειές της και η χορογραφία της δράσης τόσο συγκεχυμένη ώστε να καταντά αδιάφορη στην παρακολούθηση, αφού δεν πείθει επαρκώς για πολύ κρίσιμα σημεία της πλοκής, όπως η απαγωγή του Καρλάιλ ή η συντριβή του αεροσκάφους του Κρούγκερ, ενώ μένει αναξιοποίητη η στενή διορία των 5 ημερών που διαθέτει ο Μαξ, η οποία στην πορεία ξεχνιέται από την πλοκή.

