Του Δημήτρη Χ. Σάββα

Κάθε προσδοκία ξεπέρασε η προσέλευση των παλιών συμμαθητών, όσων αποφοίτησαν το 1983 από το Γενικό Λύκειο Μοιρών την Κυριακή 30 του Ιούνη. Εντονο το κλίμα της συγκίνησης, αφού τρεις δεκαετίες αργότερα πολλά έγιναν, και πολλά άλλαξαν... δικαιολογημένα άλλωστε.

Το μόνο που μένει σταθερό είναι οι μνήμες εκείνων των χρόνων. Τότε που τα προβλήματα ήταν λιγότερα, η εποχή πιο ανθρώπινη ίσως όμως και πιο σκληρή. Μια πορεία επιτυχιών αλλά και αποτυχιών, χαράς και λύπης, απογοήτευσης και ικανοποίησης αλλά και αντίστοιχες εικόνες που έχουν διαγράψει οι τότε αποφοιτήσαντες. Ολα αυτά τους χαρακτηρίζουν! Ολα αυτά είναι τελικά η ζωή!

Την παράσταση βέβαια την έκλεψαν οι καθηγητές όπως συνηθίζεται τις περισσότερες φορές. Κι εδώ πρέπει να αναφερθώ στο ζεύγος Μαρκογιαννάκη, τον κύριο Σήφη και την κυρία Ανδρομάχη, που τυχαίνει να τους γνωρίζω, αφού υπήρξαν και καθηγητές της συζύγου μου, αλλά και στους αγαπητούς μου φίλους, τους άξιους φιλολόγους, τον αεικίνητο Σήφη Κοσόγλου και την ισοϋψή σε επίπεδο προσφοράς σύζυγό του, Μαρία Καρδουλάκη. Θέλω να ευχηθώ από καρδιάς σ’ όλους, μαθητές και μαθήτριες που τυγχάνει να ειμαι φίλος με αρκετούς, αλλά και στους άξιους δασκάλους τους, να συνεχίσουν να βρίσκονται επί δεκαετίες! Να συνεχίσουν να διατηρούν αυτή τη λάμψη, ψυχής και σώματος, το κέφι και τη διάθεση, αλλά και την αισιοδοξία, ότι όλα θα βρουν το δρόμο τους και πραγματικά θάρθουν καλύτερες μέρες!

Ανάδρομα βέβαια ξεκίνησα το πόνημά μου από το Λύκειο Μοιρών το οποίο άρχισε ως εξετάξιο Γυμνάσιο βέβαια να αναγείρεται αρχές της δεκαετίας του εξήντα. Μέχρι τότε υπήρχε το Γυμνάσιο της Πόμπιας, στο ιστορικό χωρίο της Μεσαράς, στη ρίζα των Αστερουσίων. Πόσους και πόσους μαθητές και αργότερα επιστήμονες δεν έβγαλε το Γυμνάσιο αυτό;

Οι διδάσκοντες και οι διδασκόμενοι βέβαια δεν είχαν καμία σχέση με τα σημερινά δεδομένα. Αυστηρός ο Γυμνασιάρχης, συνήθως απλησίαστος, σκληροί και σοβαροί οι καθηγητές και φυσικά το τότε εκπαιδευτήριο δεν είχε τις ανέσεις των σημερινών σχολικών συγκροτημάτων.

Από την άλλη πλευρά οι μαθητές που διέμειναν σ’ ένα μικρό δωμάτιο, μ’ ένα τραπέζι και μια καρέκλα και φυσικά διάβαζαν κάτω από το μουντό φως μιας λάμπας πετρελαίου. Κάθε Κυριακή απόγευμα συνήθως ο πατέρας φόρτωνε το γαϊδουράκι και ξεκινούσε από το χωριό του φέρνοντας τον μαθητή στην Πόμπια μαζί και τα αναγκαία τρόφιμα για να περάσει την επόμενη εβδομάδα. Μη φανταστείτε μεγάλες πολυτέλειες. Λάδι, ψωμί, τυρί, ελιές ήταν τα πιο βασικά είδη διατροφής μαζί με κάποιο πενιχρό χαρτζιλίκι. Ετυχε να βρεθώ πριν από μερικά χρόνια στο ελαιοτριβείο του φίλου μου του Μανόλη του Σταματάκη στο Καστέλλι. Είχα πάει τις ελιές κατά την περίοδο της ελαιοσυγκομιδής. Εκεί συναντήθηκαν δύο δάσκαλοι, ο ένας γνωστός μου, οι οποίοι ήταν συγκάτοικοι ως μαθητές Γυμνασίου στην Πόμπια. Χαιρετήθηκαν, είπαν διάφορα και ανάμεσα στα άλλα μου έκαναν εντύπωση τα παρακάτω λόγια: “Τότε που μπορούσαμε Γιώργη να φάμε δεν βρίσκαμε φαγητό γιατί δεν υπήρχαν χρήματα, τώρα που έχουμε χρήματα η υγεία μας δεν το επιτρέπει”.

Φυσικά αυτός ο διάλογος ήταν πριν από την κρίση, στις καλές εποχές και οι λόγοι υγείας ήταν το αυξημένο σάκχαρο. Θα επανέλθω όμως στο διδακτικό προσωπικό και όχι μόνο. Πολλοί από τους μαθητές θα θυμούνται τον φιλόλογο Σπιθάκη, τον γυμναστή Μιχελινάκη, την φιλόλογο Αγγελική Μακράκη, τον ιστορικό Μπιρλιράκη, τον Βιαννίτη χημικό Λουλακη, τον θεολόγο Μπαμιεδάκη και φυσικά τον μαθηματικό Ασκοξυλάκη. Γυμνασιάρχης ήταν ο Πλαγιανάκος από τη Μάνη.

Αλλος όμως σήμερα είναι ο στόχος μου που απορρέει απ’ αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα ιστορική αναδρομή. Θα ήθελα ν’ αφιερώσω αυτό το κείμενό μου σ’ έναν άνθρωπο που γνώρισα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Οταν ανταμώναμε στις Μοίρες μου έδινε ιδιαίτερη χαρά, την οποία και του ανταπέδιδα. Γνωστός στον τότε μαθητόκοσμο μ’ ένα ρόλο ισοϋψή θα έλεγα μ’ αυτόν του δασκάλου. Οι περισσότεροι θα θυμούνται ασφαλώς τον Γιάγκο Φουστανάκη, ο οποίος χάθηκε πρόσφατα. Ηταν ο τελευταίος από τους παιδονόμους - επιστάτες του Γυμνασίου της Πόμπιας.

Τον παιδονόμο τον επέλεγε ο σύλλογος των καθηγητών σε συνεργασία με το σύλλογο γονέων και κηδεμόνων. Επρεπε να τον χαρακτηρίζει η ακεραιότητα του χαρακτήρα και το ήθος, το ενδιαφέρον και η αγάπη για τα παιδιά, ο σεβασμός προς τους γονείς. Τριπλός ο ρόλος του αφού έπρεπε να προστατέψει το μαθητή, να βγάλει ασπροπρόσωπο τον γυμνασιάρχη και φυσικά να καθυσυχάσει τον γονιό που με τόσες στερήσεις, βάσανα και αγωνίες προσπαθούσε να σπουδάσει το παιδί του για να έχει μια καλύτερη ζωή.

Ο μακαρίτης ο Γιάγκος Φουστανάκης τα συνδύαζε όλα αυτά και κάτι παραπάνω. Πάντοτε φιλικός, ευγενικός, γλεντζές, αφού πολλές φορές με τον αδελφό του Στέλιο έπαιζαν λύρα ο Γιάγκος και βιολί ο Στέλιος μοναδικούς παλιούς σκοπούς!

Η αγάπη του Γιάγκου προς τα παιδιά ήταν ατέλειωτη, μια αγάπη κι ένα σεβασμό που και ο ίδιος εισέπραττε από τους μαθητές. Ας είναι αυτή η αναφορά μου, ένας φόρος τιμής σ’ αυτόν τον άνθρωπο, που το άκουσμα της αγγελίας του θανάτου του, σίγουρα λύπησε πολλούς. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει!