Σου εύχομαι να μη γίνουν όσα επιθυμείς, είπα προς εορτάζοντα φίλο. Με κοίταξε άλαλος αδυνατώντας να συγκρατήσει μιαν έκφραση έντονης αμηχανίας. Αλλά όσα σε συμφέρουν, συνέχισα. Ηρέμησε εκπλησσόμενος: καλό, είπε, πρωτότυπο, σ’ ευχαριστώ.

Καλό σίγουρα, ουδόλως πρωτότυπο όμως. Πανάρχαιο, αλλά ξεχασμένο τόσο που στο άκουσμά του, μέχρι να τελειώσει, έχομε καταπιεί τη γλώσσα μας. Εθισμένοι να ευχόμαστε τα επιθυμητά, πασχίζομε και αγωνιούμε περί ασυμφόρων.

Ο Ηράκλειτος είχε πει ότι δεν είναι το καλύτερο για τους ανθρώπους να τους συμβαίνουν όσα επιθυμούν, ενώ ο Μένανδρος ευχόταν για τον εαυτό του ό,τι επανέλαβα στον φίλο: όχι όσα επιθυμεί, αλλά όσα τον συμφέρουν. Και ο Διογένης, απευθυνόμενος σε κάποιον που εκλιπαρούσε μιαν εταίρα: «τι θέλεις, ταλαίπωρε, να πετύχεις εκεί που η αποτυχία είναι το καλύτερο;»

Ο Σωκράτης πηγαίνει ακόμη παραπέρα. Όταν του ελέχθη πως είναι μέγα να πετυχαίνει κανείς όσα επιθυμεί, απάντησε πως ακόμη μεγαλύτερο είναι να μην επιθυμεί καν. Αυτό, το μεγαλύτερο, ο Επίκτητος το συνιστά ως αίτημα προς τους θεούς: την απαλλαγή από την επιθυμία. Και οι θεοί θα εισακούσουν τη δέηση του ανθρώπου, αν δεν εύχεται για τα ευχάριστα, αλλά για τα καλά. Και θα του δώσουν τα καλά, όταν δεν χαίρει με την ηδονή, αλλά με την αρετή.

Σημαίνει πως τα θεϊκά δωρήματα είναι για την πνευματική εξύψωση του ανθρώπου και όχι για την ικανοποίηση των επιθυμιών του.

Άλλωστε, όπως επισημαίνει ο ίδιος φιλόσοφος, από τους μεγάλους ζητά κανείς τα μεγάλα, γιατί δεν θα έδιναν μικρά. Και από τον θεό, τίποτε δεν είναι μεγαλύτερο και υψηλότερο. Ευχόμενος λοιπόν στους θεούς να ζητά τα θεία, τα οποία δεν ψηλαφεί κανένα σάρκινο και γήινο πάθος.

Στο ίδιο πνεύμα για τα μεγάλα και τα μικρά, ο Αίσωπος είχε πλάσει τον δικό του μύθο. Ένας ψύλλος, λέει, κάθισε στο πόδι ενός αθλητή και τον τσίμπησε. Εκείνος αγανακτισμένος ευτρέπισε τα νύχια του, έτοιμος να τον συνθλάσει. Ο ψύλλος όμως, με ένα πήδημα, απέδρασε γλιτώνοντας τη ζωή του. Αναστέναξε τότε ο αθλητής και είπε: «Ω Ηρακλή, αν δεν με βοηθάς για έναν ψύλλο, πώς θα μου φανείς συνεργός απέναντι στους ανταγωνιστές;» Και το σχόλιο του Αισώπου: «ο μύθος δηλοί ότι δεν πρέπει να επικαλείται κανείς τον θεό για τα ελάχιστα, αλλά για τα μεγαλύτερα και τα αναγκαία».

Επί τη ευκαιρία παρενθετικά: ίσως από τον μύθο αυτό προέρχεται η φράση: «για ψύλλου πήδημα». Πιθανότερο όμως φαίνεται να έχει την αρχή της στις αριστοφανικές Νεφέλες. Κωμωδεί εκεί ο ποιητής τον Σωκράτη, ότι μέτρησε πόσες φορές χωρά το πέλμα ενός ψύλλου στην απόσταση που πηδά. Πλάθει σαν αφορμή έναν ψύλλο που δάγκωσε το φρύδι τού Χαιρεφώντα και από κει πήδησε στην κεφαλή τού Σωκράτη. Το γεγονός γέννησε την απορία και, για να την λύσει, έλιωσε κερί, βούτηξε μέσα τα πόδια τού ψύλλου και όταν κρύωσε το κερί είχαν σχηματιστεί γύρω τους παπούτσια (καλιγώνει τον ψύλλο). Τα έλυσε και με αυτά αναμετρούσε την απόσταση. Οι Σχολιαστές μιλάνε για «ψυλλών πηδήματα», για ασήμαντα πράγματα δηλαδή, με τα οποία ο Αριστοφάνης κωμωδεί ασχολούμενο τον Σωκράτη.

Επανερχόμαστε. Το πρόβλημα όσων επιθυμεί και εύχεται ο άνθρωπος ερευνάται από τον Πλάτωνα στο έργο του «Αλκιβιάδης ΙΙ». Ο Σωκράτης είδε τον Αλκιβιάδη πορευόμενο να προσευχηθεί και να προσφέρει θυσία σε κάποιον θεό και του επέστησε την προσοχή μη ζητήσει μεγάλα κακά, νομίζοντας πως είναι αγαθά, και οι θεοί λάχει να είναι σε χρόνο που δίνουν όσα ζητούν οι άνθρωποι.

Στην εξέλιξη του διαλόγου, αντιλαμβάνεται ο Αλκιβιάδης τη δυσκολία να καθοριστεί το περιεχόμενο των προς τους θεούς αιτημάτων. Οι πολιτευόμενοι εύχονται να στρατηγήσουν, οι έγγαμοι να αποκτήσουν παιδιά, άλλοι άλλα, όμως αγνοούν τι τους επιφυλλάσσει η ικανοποίηση των αιτημάτων τους. Για πολλούς από αυτούς η ευχή αποδείχθηκε κατάρα και παλινωδούν και «ανεύχονται», εύχονται να ακυρωθούν όσα είχαν παρακαλέσει.

Ο Σωκράτης επικαλείται κάποιον ποιητή, που εύχεται στον Δία να μας δίδει τα αγαθά είτε τα ζητάμε είτε όχι («και ευχομένοις και ανεύκτοις») και να απομακρύνει τα κακά, ακόμη κι αν τα ζητάμε. Οι Λακεδαιμόνιοι, λέει, ακολουθούντες τον τρόπο αυτό, προσφέρουν ταπεινές θυσίες και παρακαλούν με «ευφημία» για ό,τι είναι αγαθό. Οι θεοί ευαρεστούνται με τέτοιες δεήσεις και διατίθενται ευμενείς απέναντί τους. Αντίθετα, προς τους Αθηναίους δεν δείχνουν την ίδια ευμένεια, παρότι προσφέρουν πολυτελείς θυσίες, γιατί οι θεοί δεν παραπλανώνται από τα δώρα, όπως οι κακοί τοκιστές. Δεν δέχονται θυσίες από ανθρώπους που, με τις πράξεις των, κατέστησαν μισητοί σε αυτούς. Εισακούουν τους φρονίμους και δικαίους, δηλαδή εκείνους που γνωρίζουν όσα πρέπει να πράττουν και να λέγουν προς τους θεούς και προς τους ανθρώπους.

Συνάγει ο Σωκράτης πως ο Αλκιβιάδης δεν έχει τις προϋποθέσεις να προσφέρει αποδεκτή θυσία και επειδή, εξαιτίας της υπεροψίας του, δεν θα ήθελε να χρησιμοποιήσει την ευχή τών Λακεδαιμονίων, προτιμότερο είναι να μην προσέλθει καθόλου στον θεό. Είναι αναγκαίο να περιμένει, ωσότου έλθει κάποιος να τον διδάξει τις προϋποθέσεις της προσευχής, δηλαδή πώς να διάκειται απέναντι στους θεούς και απέναντι στους ανθρώπους («ως δει προς θεούς και ανθρώπους διακείσθαι»).

Ο Αλκιβιάδης ερωτά με ενδιαφέρον για τον χρόνο που θα συμβεί αυτό και ποιος είναι ο διδάσκαλος. Αυτός που ενδιαφέρεται για σένα, είναι η απάντηση («Ούτος ω μέλλει περί σου»).

Η σωκρατική αυτή ρήση θεωρείται ως μία από τις αρχαιοελληνικές περί Χριστού προφητείες και η σκέψη των μεταγενεστέρων ευλόγως πηγαίνει στην Κυριακή προσευχή. Σε αυτήν δεν περιλαμβάνεται τίποτε περί ικανοποιήσεως προσωπικών επιθυμιών. Η επιλογή όσων θα συμβούν αφήνεται στον Θεό («γενηθήτω το θέλημά σου»), παρακαλεί ο άνθρωπος για τα αναγκαία («τον άρτον ημών τον επιούσιον»), ενώ κατά τα λοιπά, η προσευχή είναι ύμνος στον Θεό («αγιασθήτω το όνομά σου») και παράκληση για πνευματική εξύψωση του προσευχομένου (συγχωρητικότητα δική του, άφεση οφειλημάτων, απαλλαγή από τον πειρασμό και το πονηρό).

Ευχόμενοι εις εαυτούς και αλλήλους ικανοποίηση ατομικών επιθυμιών, οδεύομε όχι μόνον αντιθρησκευτική αλλά και αφιλοσόφητη οδό. Εφόσον αγνοούμε και οπωσδήποτε δεν ελέγχομε τη γονιμότητα του επιθυμητού, αν θα γεννήσει ωφέλεια ή όλεθρο, είναι άτοπη η ευχή για την πραγματοποίησή του. Έτσι κι αλλιώς βέβαια, η ευχή δεν έχει καμιά αποτελεσματικότητα, μια φιλοφρόνηση είναι και μιαν αγαθή διάθεση εκφράζει. Η φιλοφρόνηση όμως και η διάθεση διαμορφώνουν μια νοοτροπία στον ευχόμενο και τον αποδέκτη της ευχής. Και υπό την έννοια αυτή δεν είναι αναποτελεσματική. Μας ερεθίζει σε τυφλόν αγώνα για να πετύχομε τα ασύμφορα.

Λοιπόν, καλή χρονιά και ό,τι δεν επιθυμείτε, ό,τι θα αποβεί καλό και συμφέρον.