Νέοι, γέροι και παιδιά σε συνεχείς δοκιμασίες της ζωής.

Η ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ

NOW YOU SEE ME

Σκην.: Λουί Λετεριέ

Πρωτ.: Τζέσι Άιζενμπεργκ, Γούντι Χάρελσον, Άιλα Φίσερ, Ντέιβ Φράνκο, Μόργκαν Φρίμαν, Μάικλ Κέιν, Μαρκ Ράφαλο, Μελανί Λωράν

Μια ομάδα τεσσάρων ταχυδακτυλουργών πατρονάρονται από έναν πλούσιο επιχειρηματία και καταφέρνουν να δημιουργήσουν το δημοφιλέστερο σόου μαγείας. Στο τέλος κάθε παράστασης η ομάδα χαρίζει στο κοινό ένα μεγάλο ποσό χρημάτων μέσα από ένα φαντασμαγορικό κόλπο, και σταδιακά αποκαλύπτεται ότι πρόκειται για ένα καλοστημένο σχέδιο με έναν μυστηριώδη απώτερο στόχο.

Ο γάλλος Λετεριέ είναι ένας ικανός διεκπεραιωτής κι εδώ φτιάχνει έναν συμβατικά διασκεδαστικό νεανικό συνδυασμό ταινιών ληστείας και μαγείας. Ένα πολύ ταλαντούχο κι εύστοχα επιλεγμένο καστ (ο απολαυστικός Άιζενμπεργκ ξανά σε ρόλο αυθάδους ιδιοφυίας), καλοφτιαγμένα εφέ που κάνουν τις ληστείες αληθοφανείς, γρήγορος ρυθμός και κάμερα που μοιάζει να κάνει τα δικά της ‘ταχυδακτυλουργικά’ αφού σχεδόν ζαλίζει από τη συνεχή κίνηση, θέλοντας προφανώς να μεταδώσει την ταχύτητα και την ευελιξία που απαιτούν τα κόλπα της πλοκής.

AFTER EARTH

Σκην.: Μ. Νάιτ Σαϊάμαλαν

Πρωτ.: Τζέιντεν Σμιθ, Γουίλ Σμιθ, Σόφι Οκονέντο, Ζόι Κράβιτς

Χίλια χρόνια μετά από την εγκατάλειψη της Γης, οι άνθρωποι έχουν αποικήσει άλλους πλάνητες, κι έχουν φτιάξει ένα σώμα στρατού για να προστατεύονται από τα πάντοτε απειλητικά εξωγήινα τέρατα. Ο στρατηγός Σάιφερ Ρέιτζ αναχωρεί για μια τυπική αποστολή εκτός πλανήτη, κι έπειτα από προτροπή της συζύγου του παίρνει μαζί του τον μικρό γιο του, Κιτάι, από τον οποίο έχει αποξενωθεί, σε μια απόπειρα επανασύνδεσης. Όταν το σκάφος του συντρίβεται στη Γη, ο Σάιφερ τραυματίζεται και ο Κιτάι πρέπει να περάσει μια μεγάλη δοκιμασία προσπαθώντας να στείλει σήμα εντοπισμού και να εξασφαλίσει την επιστροφή τους στο σπίτι.

Είναι λυπηρό να παρακολουθεί κανείς τη σταδιακή πτώση ενός σκηνοθέτη όπως ο Σαϊάμαλαν, ο οποίος το 1999 είχε δώσει την «Έκτη αίσθηση», μία από τις ταινίες-γεγονότα της δεκαετίας, και συνέχισε μ’ ένα πολλά υποσχόμενο ύφος, γεμάτο μεθοδικά χτισμένη αγωνία και σεναριακές ανατροπές, ώστε ακόμη κι όταν οι ταινίες του δεν ανταποκρίνονταν πλήρως στις προσδοκίες, παρέμεναν αξιοθέατες είτε για το θέμα τους είτε για την ατμοσφαιρικότητά τους.

Εδώ δυστυχώς λείπουν και τα δύο, αφού πρόκειται για μια τετριμμένη και άνευρη ταινία επιστημονικής φαντασίας, χωρίς την ιδιαίτερη απόκοσμη και μυστηριώδη ατμόσφαιρα για την οποία φημίζεται ο σκηνοθέτης. Αντιθέτως, η ταινία θα μπορούσε να έχει σκηνοθετηθεί από οποιονδήποτε διεκπεραιωτή του Χόλιγουντ, κι αυτό ακριβώς είναι που απογοητεύει: αφενός εξαιτίας των απανωτών εμπορικών αποτυχιών του σκηνοθέτη την τελευταία δεκαετία, η βιομηχανία πλέον τον εμπιστεύεται τόσο λίγο, ώστε αφαίρεσε το όνομά του από την εκστρατεία προώθησης της ταινίας. Αφετέρου, ο ίδιος φαίνεται να έχει καταλήξει από έναν πολλά υποσχόμενο δημιουργό σ’ έναν απλό διεκπεραιωτή, αφού το φιλμ δεν έχει να προσθέσει τίποτα στο είδος έκτος ίσως από τη δυνατή σχέση πατέρα και γιου, η οποία πηγάζει όχι μόνο από το ταλέντο των δύο ηθοποιών, αλλά και από την αληθινή αντίστοιχη εξωφιλμική τους σχέση.

Ο Σμιθ δίνει μία από τις πιο αυστηρές και συναισθηματικά φορτισμένες ερμηνείες του, και θα μπορούσε να είναι ακόμη καλύτερη με άλλον σκηνοθέτη, ενώ ο γιος του παίζει με αποφασιστικότητα, επιμονή και ενέργεια, θάρρος αλλά όχι αλαζονεία, διατηρώντας τον παιδικό του φόβο, ώστε στο τέλος της ιστορίας να δικαιολογείται η απροθυμία του για παραμονή στον στρατό. Ίσως αντίθετα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς, τόσο ο γιος όσο κι ο πατέρας, επιλέγουν ν’ αποσυρθούν από το πεδίο της δράσης και να στραφούν προς μια ειρηνικότερη απασχόληση πλάι στη σύζυγο και μητέρα αντιστοίχως. Αυτό θα μπορούσε να εκληφθεί ως πρόταση ανατροφής από την οικογένεια Σμιθ προς τους πατεράδες του κόσμου. Μια συνετή προτροπή για λιγότερη παραδοσιακή πατρότητα (macho, συναισθηματικά αποξενωμένη, επιθετική, ανταγωνιστική) και για περισσότερη ευαίσθητη, τρυφερή, δημιουργική γονικότητα. Επίσης εύστοχη η ρητορική της ταινίας για τον φόβο, μέσα από το εύρημα του ‘ghosting’, τη στάση του Σάιφερ και την εξήγηση που δίνει στον Κιτάι (“ο φόβος είναι σκέψεις μας για το μέλλον. Μείνε στο εδώ και τώρα” κτλ…)

Κατά τ’ άλλα, κάποια σημεία της πλοκής είναι μάλλον επιπόλαια (π.χ. δεδομένου ότι η ασφάλεια του Κιτάι είναι το μεγαλύτερο διακύβευμα της ταινίας, πόσο συνετό είναι ν’ ανέβει στο ενεργό ηφαίστειο για να πιάσει σήμα;), οι δυσκολίες της διαδρομής του στο δάσος δεν έχουν τίποτε που δεν έχουμε ξαναδεί ή που δεν ξεπερνιέται με σχετική ευκολία, και ο σχεδιασμός της παραγωγής δείχνει άδικα πρόχειρος (π.χ. το αεροσκάφος της αποστολής του Σάιφερ), καθώς αναδεικνύει το συγκεχυμένο σεναριακό σκεπτικό για έναν πολιτισμό αρκετά ανεπτυγμένο ώστε να ταξιδεύει με ευκολία στο διάστημα αλλά ζει σ’ ένα συμβολικά πρωτόγονο περιβάλλον που παραπέμπει σ’ ένα νέο ξεκίνημα για την ανθρωπότητα και εκφράζεται μεταξύ άλλων μέσα από τη συνύπαρξη ουρανοξυστών με βραχώδη τοπία και με τα υφασμάτινα στοιχεία στα διαμερίσματα και στο διαστημόπλοιο.

ΝΟΜΟΤΑΓΕΙΣ ΤΥΠΟΙ

STAND UP GUYS

Σκην.: Φίσερ Στίβενς

Πρωτ.: Αλ Πατσίνο, Κρίστοφερ Γουόκεν, Άλαν Άρκιν, Τζουλιάνα Μάργκιουλις

Ο Βαλ αποφυλακίζεται μετά από 28 χρόνια ποινής, κι ο Ντοκ έρχεται να τον υποδεχτεί και να τον φιλοξενήσει. Ο πρώτος γνωρίζει και αποδέχεται ότι ο δεύτερος έχει εντολή από έναν μαφιόζο να τον σκοτώσει, αλλά στην πορεία η παλιά φιλία αποκαθίσταται, ο τρίτος “κολλητός” επιστρέφει στην παρέα και τα σχέδια αλλάζουν.

Ηλικιακή κομεντί απατεώνων, με τρεις από τους καλύτερους αμερικανούς

-οσκαρικούς- ηθοποιούς να ζωντανεύουν ένα μάλλον πλαδαρό σενάριο, που θα μπορούσε να τους έχει δώσει ουσιαστικότερα και πιο περίπλοκα πράγματα να κάνουν. Έστω κι έτσι πάντως, η ταινία καταφέρνει ν’ αποδώσει το τελευταίο ξέσπασμα των τριών φίλων με χιούμορ, μελαγχολία και μοναξιά, προσφέροντάς τους αρκετές αφορμές μέσα στο 24ωρο για να θυμηθούν τις παλιές μέρες. Την καλύτερη ερμηνεία του φιλμ δίνει ο Πατσίνο, με όλη του την κορμοστασιά ‘ριγμένη’ προς τα κάτω σαν να τον βαραίνουν τα χρόνια του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Γουόκεν με τον Άρκιν δεν είναι επίσης επαρκείς. Ίσως με έναν ικανότερο σκηνοθέτη κι ένα αιχμηρότερο σενάριο, να είχαμε ένα αποτέλεσμα περισσότερο αντάξιο στο υποκριτικό κύρος των ηθοποιών, αντί απλώς μια ευαίσθητη αλλά ‘εύκολη’ ιστορία γερασμένων απατεώνων.