Κωμικοί ήρωες που δεν έχουν μυαλό, και δραματικοί που δε μπορούν να ελέγξουν αυτό που έχουν.

TRANCE

Σκην.: Ντάνι Μπόιλ

Πρωτ.: Τζέιμς ΜακΑβόι, Βενσάν Κασέλ, Ροζάριο Ντώσον, Ντάνι Σαπάνι

Ο Σάιμον είναι υπάλληλος σ’ έναν οίκο δημοπρασιών στο Λονδίνο, όπου συμμετέχει στη ληστεία ενός πίνακα αξίας εκατομμυρίων δολαρίων. Στη διάρκεια της ληστείας, παθαίνει αμνησία και οι συνεργοί του απαιτούν να μάθουν πού έχει κρύψει τον πίνακα. Στην προσπάθειά του να θυμηθεί, επισκέπτεται μια υπνωτίστρια.

Ριμέικ της ομώνυμης τηλεταινίας που είχε γράψει και σκηνοθετήσει ο Τζον Αχέρν το 2001, και ο οποίος εδώ γράφει το σενάριο μαζί με τον τακτικό σεναριογράφο του Μπόιλ, Τζον Χοτζ, που μεταξύ άλλων έχει γράψει για τον σκηνοθέτη τα «Μικρά εγκλήματα μεταξύ φίλων» («Shallow grave», 1994), «Trainspotting» (1996) και «Η παραλία» («The beach», 2000). Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Μπόιλ είναι ο βρετανός Στίβεν Σόντερμπεργκ, καθώς και οι δύο δοκιμάζονται σε πολλά διαφορετικά είδη, δουλεύουν με σχετικά μικρούς προϋπολογισμούς, και έχουν παρόμοιο ύφος που ξεχωρίζει για τους έντονα χρωματισμένους φωτισμούς, γενικότερα την πολυχρωμία σε πυκνές και σκοτεινές αποχρώσεις, καθώς και τα επιμελημένα σάουντρακ.

Δίνοντας λοιπόν μεγάλη σημασία στο ύφος της ιστορίας του, ο Μπόιλ φτιάχνει εδώ ένα γρήγορο, έξυπνο, σέξι αισθηματικό δράμα ληστείας, όπου η ιστορία χρησιμοποιεί σταδιακές ανατροπές, ώστε μέχρι το τέλος να έχει αναποδογυρίσει δεξιοτεχνικά σε κάτι τελείως διαφορετικό απ’ ό,τι αρχικά φαινόταν. Επίσης, η εξαιρετική δουλειά από τη βασική τριάδα του καστ εξασφαλίζει ότι τόσο η αληθινή ταυτότητα των ηρώων όσο και η σταδιακή μεταστροφή τους, προκύπτουν χωρίς να προδίδουν τις εξελίξεις και ικανοποιώντας τις συναισθηματικές ισορροπίες της ιστορίας. Όσο για το εύρημα της ικανότητας της Ελίζαμπεθ να μεταχειρίζεται με τόση ευκολία και ακρίβεια τον ανθρώπινο εγκέφαλο, το σενάριο φροντίζει να προλάβει παράπονα για απιθανότητα, λέγοντάς μας ότι μόνο 5% του ανθρώπινου πληθυσμού μπορεί να υποστεί υποβολή (ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων), αλλά και πάλι είναι ένα από τα στοιχεία που κλονίζουν σ’ έναν βαθμό την πειστικότητα της πλοκής, όπως και η απουσία της αστυνομίας από την αναζήτηση του πίνακα.

THE HANGOVER PART III

Σκην.: Τοντ Φίλιπς

Πρωτ.: Μπράντλι Κούπερ, Ζακ Γαλιφιανάκης, Εντ Χελμς, Τζάστιν Μπάρθα, Κεν Τζόνγκ, Τζον Γκούντμαν, Μελίσα Μακάρθι, Χέδερ Γκρέιαμ. Ο Φιλ, ο Στου κι ο Νταγκ αποφασίζουν να παρέμβουν για να βοηθήσουν τον φίλο τους Άλαν, μετά από το ατύχημα που προκαλεί ο τελευταίος αποκεφαλίζοντας μια καμηλοπάρδαλη. Αποφασίζουν να τον εισαγάγουν σ’ ένα κέντρο θεραπείας, αλλά στον δρόμο τούς επιτίθεται ένας μεγαλο-απατεώνας που θέλει να εκδικηθεί τον Τσάου επειδή του έκλεψε πολύτιμο χρυσό. Ο Μάρσαλ κρατάει όμηρο τον Νταγκ και αναθέτει στην παρέα να βρει και να του παραδώσει τον Τσάου.

Τρίτη προσθήκη στην κωμική σειρά που ξεκίνησε το 2009 και συνεχίστηκε το 2011 με τεράστια επιτυχία, χάρη στην οποία προέκυψε αυτή η τρίτη ταινία, που παρότι

-ίσως ακριβώς επειδή- δεν παρουσιάζει ουσιαστικές διαφορές από τις δύο προηγούμενες, δεν κατάφερε να επαναλάβει την εισπρακτική επιτυχία τους.

Με ελάχιστες παραλλαγές, όπως το γεγονός ότι η παρέα δεν ξυπνάει με hangover από ένα έκλυτο μεθύσι αλλά ξεκινάει νηφάλια για ένα road trip με σκοπό την ψυχική αποκατάσταση του Άλαν, η ταινία προχωράει κατευθείαν σ’ αυτό που περιμένει ο θεατής, δηλαδή το συνηθισμένο όργιο από εξωφρενικά μπλεξίματα, κυνηγητά και κραιπάλη, το οποίο καταλήγει εκεί όπου ξεκίνησαν όλα: στο Λας Βέγκας όπου εκτυλίσσεται και η πιο εντυπωσιακή σκηνή της ταινίας, στην κορυφή του ξενοδοχείου-καζίνο Caesars Palace. Πλούσια σε γκαγκ και γρήγορη σε ρυθμό, η ταινία προσφέρει αναμενόμενη διασκέδαση βασισμένη σχεδόν αποκλειστικά στους πιο αλλόκοτους χαρακτήρες της, τον Άλαν (Γαλιφιανάκης) και τον Τσάου (Τζονγκ), με τους υπόλοιπους να παίζουν απλώς εξισορροπητικό ρόλο, ενώ είναι εξαιρετικά εύστοχη η επιλογή της Μακάρθι στον ρόλο της Κάσι ως ταίρι του Άλαν. Σύντομα αφότου πέσουν οι τίτλοι τέλους, παρεμβάλλεται μια τελευταία σκηνή με ακόμη ένα hangover που προφανώς προετοιμάζει ένα πιθανό τέταρτο μέρος, παρά τις διακηρύξεις ότι η τρίτη ταινία θα ήταν το τελευταίο κεφάλαιο. Το αν θα πραγματοποιηθεί ωστόσο, παραμένει αμφίβολο, μια που οι αμερικανικές εισπράξεις του φιλμ με το ζόρι θα φτάσουν τις μισές καθεμίας από τις δύο προηγούμενες.