Η πάλη ήταν το πιο παλιό και το πιο διαδεδομένο άθλημα σε όλο τον κόσμο, αφού αποτελεί την πρώτη μορφή αγώνα χωρίς την χρήση όπλων.
Στην αρχαία Ελλάδα το συναντάμε ήδη από τα Προϊστορικά χρόνια, ενώ διασώζονται θαυμάσιες περιγραφές του και στα ομηρικά έπη.
Αργότερα αποτέλεσε ένα από τα βασικά αγωνίσματα για την εκπαίδευση των νέων που γίνονται μέσα στις παλαίστρες-οικοδομήματα που πήραν το όνομά τους από το αγώνισμα αυτό.
Στους μεγάλους πανελλήνιους αγώνες ήταν και αγώνισμα ανεξάρτητο, αλλά αποτελούσε και μέρος του πένταθλου. Οι αρχαίοι διέκριναν δύο είδη πάλης αναλόγως την θέση των αντιπάλων. Στην ορθή πάλη οι αθλητές αγωνίζονταν όρθιοι και νικητής αναδεικνυόταν εκείνος που θα έριχνε κάτω τον αντίπαλό τους τρεις (3) φορές. Πτώση είχαμε στις ακόλουθες περιπτώσεις: 1. με το άγγιγμα της πλάτης στο έδαφος, 2. με το ξάπλωμα του αντιπάλου μπρούμυτα με το στομάχι κάτω και 3. όταν μία λαβή εξόντωνε τον αντίπαλο.
Στην κάτω πάλη ή αλίνδησιν, όπως την ονόμαζαν οι αρχαίοι, η πτώση δεν ήταν αρκετή, αλλά ο αγώνας συνεχιζόταν στο χώμα μέχρι να αναγκαστεί ο ένας από τους δύο αντιπάλους να παραδεχτεί την ήττα του.
Στην περίπτωση αυτή, όταν δεν μπορούσε να συνεχίσει πλέον, έκανε την κίνηση του απαγορεύειν, δηλαδή ύψωνε το ένα ή τα δύο δάχτυλα του ενός χεριού.
Οι κανόνες διεξαγωγής του αγωνίσματος στην Αρχαιότητα δεν διέφεραν και πολύ από τους σημερινούς, άλλωστε το αγώνισμα έχει ονομαστεί σήμερα “ελληνορωμαϊκή πάλη”.
Από τους αρχαίους πυγμάχους αυτός όμως που τους ξεπέρασε όλους σε κατορθώματα και φήμη ήταν ο Μίλων ο Κροτωνιάτης, μαθητής του φιλόσοφου Πυθαγόρα, ένας από τους μεγαλύτερους αθλητές του αρχαίου κόσμου. Νίκησε έξι φορές στα Ολύμπια, επτά φορές στα Πύθια, εννέα στα Νέμεα και δέκα στα Ίσθμια.
Η πάλη είναι σίγουρα ένα από τα αρχαιότερα αθλήματα και συμπεριλαμβάνεται από πολύ νωρίς και στους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Στους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες οι παλαιστές αγωνίζονται σε κατηγορίες βάρους και αγωνίζονται σε δύο στυλ. Την Ελληνορωμαϊκή και την Ελεύθερη πάλη.
Ο αγώνας που διεξάγεται σε κυκλικό δάπεδο την παλαίστρα, αποτελείται από 2 γύρους των 3 λεπτών, με 30 δευτερόλεπτα διάλειμμα μεταξύ των 2 γύρων.
Στην Ελληνορωμαϊκή πάλη επιτρέπεται να χρησιμοποιούν οι αθλητές το πάνω μέρος του σώματος και τα χέρια ενώ απαγορεύεται ρητά το κράτημα των αντιπάλων κάτω από τον γοφό, οι τρικλοποδιές και η ενεργή χρήση των ποδιών.
Αντίθετα στην ελεύθερη πάλη επιτρέπεται το κράτημα του αντιπάλου από τα πόδια, η τρικλοποδιά και η χρήση των ποδιών.
Η νίκη επιτυγχάνεται είτε με πτώση του αντιπάλου είτε με τεχνική πτώση, δηλαδή όταν υπάρχει διαφορά 10 σημείων μεταξύ των αντιπάλων ή όταν ο νικητής έχει συγκεντρώσει τρεις τεχνικούς βαθμούς επί του αντιπάλου.
Τέλος ένας αθλητής ανακηρύσσσεται νικητής με απόφαση της διαιτησίας μετά το τέλος της παράτασης. Οι χώρες με παράδοση στην πάλη είναι η Ρωσία, η Βουλγαρία, οι ΗΠΑ, η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Σουηδία, το Ιράν κ.α. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μόσχας το 1980 ο Μυγιάκης στέφθηκε χρυσός Ολυμπιονίκης.
Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ το 2000 η Ελλάδα επιστρέφει μετά από 12 χρόνια στις επιτυχίες με το χάλκινο μετάλλιο του Αμιράν Καρντάνοφ, την 5η θέση του Κων/νου Θάνου στην Ελληνορωμαϊκή.
Στην πάλη αγωνίζονται: Άνδρες, σε διαφορετικές κατηγορίες βάρους. Οι αθλητές αγωνίζονται σε 1 από τα δύο στυλ.
Την Ελληνορωμαϊκή πάλη όπου χρησιμοποιούν όλα τα μέρη του σώματος.
Νικητής αναδεικνύεται ο αθλητής που θα κερδίσει περισσότερους βαθμούς από λαβές που θα εφαρμόσει στον αντίπαλό του (μεταφραζόμενα σε πόντους ανάλογα με την λαβή).

