Του Αλέκου Α. Ανδρικάκη [email protected]

Πόσο σκουριασμένη είναι η ψυχή σου;

Πόσο ηττημένη η ζωή σου;

Δεν κατάλαβες ότι η σκουριά κι η ήττα είναι φθορά;

Δεν κατάλαβες ότι αυτή η σκουριά κι αυτή η ήττα είναι η ντροπή μας;

Σκουριά είναι η ντροπή των πραγμάτων.

Πώς περπατάς σκυφτός, ηττημένος σ’ αυτό το χώμα;

Πώς συμβιβάστηκες μόνο να το πατάς;

Είναι ελεύθερο χώμα αυτό. Μπορείς να περπατάς πάνω του σκλαβωμένος;

Το χώμα αυτό δεν φοβήθηκε. Μπορείς να περπατάς πάνω του φοβισμένος;

Είναι ανίκητο χώμα αυτό. Μπορείς να περπατάς πάνω του ηττημένος;

Είναι το χώμα που ποτίστηκε με αίμα.

Είναι το χώμα που ποτίστηκε με θυσία.

Είναι το χώμα που πάτησαν εκείνοι που δεν ένιωσαν σκουριά στην ψυχή τους.

Οι ελεύθεροι, ατρόμητοι, που δεν ηττήθηκαν.

Αυτοί που πέταξαν ελεύθεροι προς το θάνατο.

Προς το μέλλον.

Πέταξαν μέσα στην Ιστορία.

Πέταξαν, αλλά δεν χάθηκαν.

Γιατί έμειναν ελεύθεροι, ανίκητοι.

Δεν ηττήθηκαν.

Δεν σκούριασαν.

Εδώ κατοικοεδρεύουν.

Μυρίζει ελεύθερο αίμα αυτό το χώμα.

Είναι βαρύ σαν μια ολόκληρη ιστορία.

Μιλάει, διηγείται.

Είναι μια αφύπνιση αυτή που προσπαθεί.

Σου φωνάζει.

Σου φωνάζουν τόσες ψυχές από τα πιο βαθειά του στρώματα.

Δεν είναι απλώς για να στηρίζεσαι αυτό το χώμα.

Βάλε τ’ αυτί σου, άκουσέ το.

Κάτι σου λέει.

Είναι ζωντανό.

Ζει, αναπνέει, μιλάει.

Για σένα ζει, για σένα αναπνέει, σε σένα μιλάει.

Για το μέλλον.

Από τα πιο βαθειά του στρώματα βγαίνουν ήχοι.

Δεν είναι ψίθυροι.

Κραυγές είναι.

Δεν τις ακούς;

Σου φωνάζουν δυνατά.

Σ’ εκλιπαρούν ν’ ακούσεις.

Σ’ εκλιπαρούν να καταλάβεις.

Δεν είναι φωνές αόρατων.

Είναι οι φωνές των μεγάλων ψυχών.

Δεν σκούριασαν αυτές οι ψυχές.

Έμειναν ελεύθερες.

Μπορείς όμως ν’ ακούσεις με τη σκουριασμένη σου ψυχή;

Μπορείς να καταλάβεις τι σου κράζουν;

Έχουν όμως θλίψη αυτές οι φωνές.

Όχι για τις ίδιες. Μα για τις δικές σου εκπτώσεις.

Πώς κάναμε το χώμα μας μονοπάτι περπατησιάς σκυφτών μορφών;

Για ανθρώπους γίνηκε.

Όχι για ηττημένους.

Ακούμπα ν’ ακούσεις.

Όχι τ’ αυτί σου.

Ακούμπα την ψυχή σου.

Άγγιξε με την καρδιά σου.

Αυτό το χώμα δεν τ’ ακούν με τ’ αυτιά.

Δεν τ’ ακούν όσοι έχουν μόνο ακοή.

Άνθρωποι με σηκωμένο κεφάλι το πάτησαν με την ανθρωπιά τους και το ‘καμαν ελεύθερη γης.

Του ‘δωσαν πνοή. Την περηφάνια τους.

Το αιμοδότησαν. Με το δικό τους γλυκό αίμα.

Του ‘βαλαν ψυχή. Την ψυχή τους.

Το μπόλιασαν. Με τη ζωή τους.

Το ρίζωσαν. Με τον δικό τους αγώνα.

Το ‘καμαν Ιστορία.

Η ζωντανή Ιστορία αυτού του τόπου δεν είναι στα βιβλία.

Στα βιβλία είναι η αντιγραφή της.

Εκεί, στα βιβλία, τη μαθαίνουμε.

Όμως η ζωντανή Ιστορία είναι μέσα στο χώμα αυτό.

Κι εμείς οι ηττημένοι…

Εμείς τ’ αφήσαμε…

Μα αφήσαμε έτσι το πάτημα της ψυχής τους;

Πώς το επιτρέψαμε;

Κι οι ρίζες στο χώμα μέσα;

Δεν βολεύεσαι ηττημένος…

Ναι, αλλά πώς θα λυτρωθείς;

Αναρωτήθηκες;

Αλήθεια, γιατί έκλεισαν τα μάτια μας τόσο νωρίς και τόσο ερμητικά;

Έκλεισαν την ώρα ακριβώς που θα έπρεπε να είναι ανοικτά.

Να φτάνουν μέχρι το νου.

Να τον κρατούν ανοικτό.

Να ακουμπούν την ψυχή.

Να βλέπει, πρώτα αυτή.

Να παραμένει αβόλευτη.

Να ξεσηκώνεται.

Να ανταριάζεται.

Να σε σηκώνει στο μπόι του Ανθρώπου.

Μα εμείς…

Εμείς…

Ξεχάσαμε ότι είμαστε άνθρωποι.

Καταντήσαμε άτομα.

Παραδοθήκαμε σαν πελάτες καταφερτζήδων αεριτζήδων.

Και θέλαμε ή κάναμε εκπτώσεις.

Ακριβώς επειδή ήμασταν πρώτα αισχροί ατομιστές.

Μια ολόκληρη χώρα ξέχασε ότι ήταν ο Άνθρωπος.

Μια ολόκληρη χώρα έγινε ο πελάτης.

Πελάτης ενός άθλιου συστήματος.

Ενός συστήματος που θέλει αίμα και χρήμα για να επιβιώνει.

Είναι το σύστημα αυτό που θέλει συνένοχους για να απενοχοποιείται.

Ηττημένους για να έχει άλλοθι στην ήττα του.

Σκουριασμένους για να βολεύεται.

Βολεμένους ή φοβισμένους για να διαγράφει τον κίνδυνό του.

Σήκω!

Δεν ηττήθηκες ακόμη.

Η ζωή σου τρέχει.

Ο πόλεμος δεν τέλειωσε.

Τώρα αρχινά.

Ας πάνε στον διάβολο τα λεφτά τους.

Ας πάει στον διάβολο η απληστία για τα κέρδη τους.

Ας πάνε στον διάβολο τα ακριβά αυτοκίνητα, τα σπίτια κι οι πισίνες τους.

Ας πάνε στον διάβολο αφού δεν έχουν αγωνία για τον Άνθρωπο παρά μόνο για τα χρήματα που παράγει.

Ας πάνε στον διάβολο γιατί δεν ξέρουν ποιες είναι οι αξίες και οι χαρές της ζωής.

Ας πάμε στον διάβολο αν δεν μπορούμε να νιώσουμε Άνθρωποι.

Ας πάμε στον διάβολο γιατί δεν χαρήκαμε τις ομορφιές της Ζωής.

Ας πάμε εμείς στον διάβολο γιατί δεν μπήκαμε μπροστά για τον Άνθρωπο.

Για τη Γνώση.

Για την Ομορφιά.

Για τον Έρωτα.

Για την Αλληλεγγύη.

Για τη Ζωή.

Εκπτώσεις παντού

Μας χτύπησαν με το ίδιο όπλο που επιλέξαμε. Ή που επέβαλαν να επιλέξουμε. Το χρήμα, τη βολή.

Αφήσαμε έξω την παιδεία.

Την ποίηση.

Την έμπνευση από ένα ωραίο στίχο.

Ένα βιβλίο.

Μια καλή ταινία.

Συζητήσαμε για το λογαριασμό στην τράπεζα, αλλά όχι για τον λογαριασμό της ζωής.

Ας πάμε λοιπόν μαζί τους στον διάβολο επειδή δεν υπερασπιστήκαμε την αληθινή Ζωή.

Ας πάμε μαζί τους στον διάβολο αν δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε το χώμα που μας καλεί.

Ας πάμε στον διάβολο γιατί σιωπήσαμε.

Ας πάμε στον διάβολο γιατί κλείσαμε τ’ αυτιά.

Ας πάμε στον διάβολο γιατί σφαλίξαμε τα μάτια.

Ας πάμε στον διάβολο γιατί μετρήσαμε τη ζωή μας σε τραπεζικούς λογαριασμούς, ακριβά αυτοκίνητα και τηλεοράσεις, πισίνες.

Ας πάμε στον διάβολο γιατί ξεπουλήσαμε τη ζωή μας στο χρήμα.

Ας πάμε μαζί τους στον διάβολο που γίναμε σαν κι αυτούς.

Ας πάμε στον διάβολο επειδή μας έκαναν ασήμαντες σκυφτές μαριονέττες.

Κι οι μαριονέττες δεν μιλούν.

Δεν σηκώνουν το κεφάλι.

Δεν περπατούν αν δεν τις περπατήσουν.

Κι όταν αφήσουν το σκοινί τους, σωριάζονται.

Ας πάμε στον διάβολο αφού δεν νιώσαμε τη φλόγα που έχει ο Άνθρωπος.

Τη φωτιά που τον καίει.

Το φως που βγαίνει από την ψυχή του.

Στον διάβολο η μετριότητα, ο φόβος και το βόλεμά μας.

Στον διάβολο οι εκπτώσεις μας.

Στον διάβολο η σκουριά που βάλαμε στην ψυχή μας.

Αυτή σκουριά είναι η ντροπή μας.

Σήκω μωρέ άνθρωπε.

Πέτα στο ύψος σου. Της αξιοπρέπειας.

Για να ακουστεί η φωνή του δικού σου μέλλοντος στην Ιστορία.