
Ιστορίες για τη διαφυγή λίγο πριν τον γκρεμό.
ΟΔΗΓΟΣ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑΣ
SILVER LININGS PLAYBOOK
Σκην.: Ντέιβιντ Ο. Ράσελ
Πρωτ.: Μπράντλι Κούπερ, Τζένιφερ Λώρενς, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Τζάκι Γουίβερ, Κρις Τάκερ
Ο Πατ πάσχει από διπολική διαταραχή που εκφράζεται με βίαια ξεσπάσματα θυμού, οδηγώντας τον στον άγριο ξυλοδαρμό του εραστή της γυναίκας του, για τον οποίο τιμωρήθηκε με εγκλεισμό σε ψυχιατρική κλινική. Η Τίφανυ πάσχει από κατάθλιψη, λόγω του θανάτου του άντρα της, και της είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσαρμοστεί σε μια ‘φυσιολογική’ πραγματικότητα. Η γνωριμία τους θα είναι ταραγμένη, αλλά θα τους δώσει την κατανόηση και προοπτική που αναζητούσαν για να αντέξουν το βάρος της ασθένειας.
Βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του αμερικανού Μάθιου Κουίκ, η ταινία ήταν υποψήφια για 8 Όσκαρ, από τα οποία τα 4 στις ερμηνευτικές κατηγορίες, για τους Κούπερ, Λώρενς, Ντε Νίρο και Γουίβερ, με μοναδική νικήτρια τη δεύτερη. Μια έξυπνη και ευαίσθητη ρομαντική κομεντί που πλουτίζει την ιστορία της με το στοιχείο της ψυχικής νόσου, δίνοντας μια ρεαλιστική, απενοχοποιημένη και αισιόδοξη απεικόνισή της, που αναγνωρίζει τη δυσκολία της κατάστασης αλλά τονίζει περισσότερο την ανάγκη για επιμονή προς βελτίωση και διέξοδο.
Βεβαίως δεν είναι η πρώτη φορά που η ψυχική ασθένεια εμφανίζεται στο είδος των ρομαντικών κομεντί, με πιο εύκολο παράδειγμα το «Καλύτερα δε γίνεται» («As good as it gets», Τζέιμς Λ. Μπρουκς, 1997). Όπως κι εκεί, εδώ το χιούμορ αμβλύνει το στερεότυπο και την προκατάληψη που συνοδεύουν την ψυχική νόσο, μέσα από καταστάσεις που αρχικά σέβονται τη σοβαρότητα του ζητήματος και ενεργοποιούν ειλικρινείς, ευρηματικούς διάλογους για να καθοδηγήσουν τους χαρακτήρες μέσα από γνωστά αφηγηματικά μονοπάτια. Εδώ λοιπόν χρησιμοποιείται ο απώτερος στόχος που κινητοποιεί τους χαρακτήρες (διαγωνισμός χορού) και τους κατευθύνει προς μια προβλέψιμη κατάληξη, άλλα το σημαντικό είναι ότι προηγουμένως ο Πατ και η Τίφανυ έχουν εκτονωθεί με θάρρος και ειλικρίνεια που τους επιτρέπουν να κατακτήσουν την πολυπόθητη αισιοδοξία.
ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΩΚΕΑΝΟ
KAPRINGEN
Σκην.: Τομπίας Λίντχολμ
Πρωτ.: Γιόχαν Φίλιπ Άσμπεκ, Σόρεν Μάλινγκ, Νταρ Σαλίμ, Ρόλαντ Μόλερ
Ένα δανέζικο φορτηγό πλοίο πέφτει στα χέρια σομαλών πειρατών, και ο επικεφαλής της ιδιοκτήτριας εταιρείας στην Κοπεγχάγη ξεκινάει τις διαπραγματεύσεις με τους πειρατές, ώστε να τους πληρώσει τα λιγότερα δυνατά λύτρα χωρίς να κινδυνεύσει κανένα μέλος του πληρώματος.
Γραμμένο από τον σκηνοθέτη, αυτό το εξαιρετικό δράμα ομηρίας σάρωσε τα δανέζικα κινηματογραφικά βραβεία Bodil και βραβεύτηκε με τον Χρυσό Αλέξανδρο στο περυσινό φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, χάρη στη συναισθηματική εγκράτεια και την υφολογική λιτότητα με την οποία αφηγείται την ιστορία του. Απογυμνωμένο από κάθε είδους οπτικό και ηχητικό ‘θόρυβο’, εστιάζει με ρεαλισμό σ’ αυτό που θεωρεί απολύτως απαραίτητο ανθρώπινο δράμα δύο διαφορετικών κόσμων μέσα στην ίδια κατάσταση, απομονώνοντάς τους και εξετάζοντάς τους σχεδόν χωριστά.
Το φιλμ δεν έχει αγωνιώδη μουσική, έντονη δράση ή σπαρακτικά ξεσπάσματα. Μουσική ακούγεται μόλις στην τελευταία σκηνή, η κατάληψη του πλοίου παραλείπεται εντελώς, και οι συναισθηματικές εκρήξεις έχουν περιορισμένη έκταση. Το κυριότερο τέχνασμα του φιλμ, είναι ότι αποφεύγει το σχεδόν αυτονόητο πια παράλληλο μοντάζ (cross-cutting) ανάμεσα στους δύο χώρους της αφήγησης. Ακόμη κι όταν υπάρχει επικοινωνία ανάμεσα στο πλοίο και την εταιρεία, η κάμερα δεν απομακρύνεται από τον χώρο που έχει επιλέξει από την αρχή της σκηνής. Οι στιγμές επικοινωνίας δίνονται μόνο από έναν τόπο κάθε φορά, κι έτσι υπογραμμίζονται οι πολύ διαφορετικές υποκειμενικές οπτικές των δύο πλευρών, γίνεται ρεαλιστικότερη η έλλειψη πραγματικής γνώσης της κατάστασης, υπονομεύεται η ικανότητα των χαρακτήρων να την ελέγξουν και εντείνεται η αγωνία για την έκβασή της (π.χ. η στιγμή όταν ο Μίκελ νομίζεται νεκρός).
Το σχόλιο του φιλμ είναι και ταξικό, αφού για το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, η πειρατεία είναι ένα θέμα που απλώς καταναλώνει τον πολύτιμο χρόνο του ικανού διευθυντή, ενώ η γυναίκα του δε δείχνει να έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα της κατάστασης και το διακύβευμα των ανθρώπινων ζωών, θεωρώντας το απλώς ένα από τα πολλά ζητήματα ρουτίνας που ο άντρας της αντιμετωπίζει στη δουλειά. Επιπλέον, δεν υπάρχει καμία στιγμή προσωπικής επαφής ανάμεσα στους δύο κεντρικούς ‘εκπροσώπους’ της κατάστασης, Μίκελ και Πέτερ, αφού στο τέλος του φιλμ ο πρώτος είναι ακόμη σοκαρισμένος από την εμπειρία και ο δεύτερος απλώς μπαίνει στο αμάξι του για να φύγει, έχοντας αντεπεξέλθει σε ακόμα μία δύσκολη διαπραγμάτευση για χάρη της εταιρείας.
Λίγο πριν το τέλος όμως, η ταινία φτιάχνει ένα ειρωνικό περιστατικό, καθώς ο Μίκελ αρνείται να προσφέρει τις βέρες του στον πειρατή και πιθανώς να γλιτώσει τη ζωή του καπετάνιου. Παρότι με εντελώς διαφορετικό και δικαιολογημένο κίνητρο, κατά μία έννοια ο Μίκελ δίνει προτεραιότητα σ’ ένα υλικό αντικείμενο έναντι μιας ανθρώπινης ζωής, όπως η εταιρεία αρνείται να παραδώσει εύκολα ένα μεγάλο ποσό χρημάτων για να συντομεύσει την επιστροφή των υπαλλήλων της, ρισκάροντας τη ζωή τους.
Η ΓΗ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΑΣ
PROMISED LAND
Σκην.: Γκας Βαν Σαντ
Πρωτ.: Ματ Ντέιμον, Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, Τζον Κρασίνσκι, Χαλ Χόλμπρουκ
Ο Στιβ και η Σου είναι στελέχη μιας εταιρείας φυσικού αερίου, οι οποίοι φτάνουν σε μια μικρή επαρχιακή αμερικανική πόλη για να εξαγοράσουν εκτάσεις που χρειάζονται για την επέκταση του δικτύου της εταιρείας. Το οικονομικό δέλεαρ για τους κατοίκους είναι μεγάλο, αλλά οι επιπτώσεις για τα εδάφη και τους φυσικούς πόρους είναι μεγαλύτερες.
Τρίτη συνεργασία του Βαν Σαντ με τον Ντέιμον. Η πρώτη τους ήταν ο «Ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ» («Good Will Hunting», 1997), για τον οποίο ο Ντέιμον είχε κερδίσει το Όσκαρ σεναρίου μαζί με τον Μπεν Άφλεκ. Εδώ ο ηθοποιός εκτελεί και πάλι χρέη σεναριογράφου, μαζί με τον συμπρωταγωνιστή του, Τζον Κρασίνσκι, με τον οποίο έχουν επίσης αναλάβει και την παραγωγή του φιλμ. Ένα περιβαλλοντικό δράμα που με ψυχραιμία, ευθύτητα, καλογραμμένους χαρακτήρες και μια έξυπνη ανατροπή καταγγέλλει τις πρακτικές των μεγάλων εταιρειών, οι οποίες με τα προσχήματα της οικονομικής ανάπτυξης και των εναλλακτικών πηγών ενέργειας κατασπαράζουν εδάφη και πλουτοπαραγωγικές πηγές με βραχυχρόνιο όφελος για τους κατοίκους και μακροχρόνιο μαρασμό των κοινοτήτων τους.
Η ταινία διατηρεί χαμηλούς τόνους χωρίς να συμβιβάζει τη μαχητικότητά της. Επιλέγει εύστοχα να σκιαγραφήσει τους υπαλλήλους της εταιρείας όχι ως απειλητικούς καταπατητές, αλλά συμπαθητικούς εργαζόμενους με δική τους ζωή και προσδοκίες (η Σου μιλάει συχνά στο τηλέφωνο με την οικογένειά της, ενώ ο Στιβ κυνηγάει μια καριέρα στην εταιρεία καθώς και την καρδιά της κοπέλας). Έτσι καθιστά αμφίρροπη την επιχειρηματολογία των χαρακτήρων και προετοιμάζει τη μεταστροφή κάποιων απ’ αυτούς. Ο Ντέιμον είναι εξαιρετικός στον τρόπο με τον οποίο εκφράζει την αφοσίωσή του στην εταιρεία και την πονηριά που επιστρατεύει για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά της, χωρίς όμως να αποπνέει δολιότητα (π.χ. προσφέρει τη δωροδοκία στον δήμαρχο με την αμηχανία και την ευγένεια ενός ανθρώπου που έρχεται σε δύσκολη θέση). Η επαγγελματική του επιτυχία σκεπάζει την εντιμότητά του και τον εμποδίζει να αντιμετωπίσει την αλήθεια, ώσπου η ίδια η εταιρεία υποτιμά τη νοημοσύνη και τις ικανότητές του, και τότε νιώθει την ανάγκη να βγει από πάνω για να αποδείξει ότι το ισχυρότερο όπλο είναι η αλήθεια.

