Ο Τομ Κρουζ συνεχίζει να κάνει σίγουρα βήματα, κι εμείς το ευχαριστιόμαστε.

JACK REACHER

Σκην.: Κρίστοφερ Μακουάρι

Πρωτ.: Τομ Κρουζ, Ρόζαμουντ Πάικ, Ρίτσαρντ Τζένκινς, Τζέι Κόρτνι, Βέρνερ Χέρτσογκ, Ρόμπερτ Ντιβάλ, Τζόζεφ Σικόρα

Όταν ένας ελεύθερος σκοπευτής δολοφονεί 5 αθώους περαστικούς, ο βασικός ύποπτος που συλλαμβάνεται ζητάει τη βοήθεια του Τζακ Ρίτσερ, ενός πρώην στρατιωτικού αστυνομικού. Λόγω του ιστορικού του με τον ύποπτο, ο Ρίτσερ προσλαμβάνεται από τη συνήγορο υπεράσπισης για να ερευνήσει την υπόθεση, και ενώ αρχικά είναι σίγουρος για την ενοχή του, σύντομα αλλάζει γνώμη.

Πρώτη κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου χαρακτήρα που δημιούργησε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ο βρετανός συγγραφέας Λη Τσάιλντ, τα βιβλία του οποίου είναι εξαιρετικά δημοφιλή στις αγγλόφωνες χώρες. Η απόφαση του Κρουζ να κρατήσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, δημιούργησε αρνητικές αντιδράσεις ανάμεσα στους οπαδούς του ήρωα, καθώς η φυσιογνωμία του χαρακτήρα όπως περιγράφεται στα βιβλία, είναι ακριβώς αντίθετη απ’ αυτή του Κρουζ. Όμως όπως έχει επανειλημμένα συμβεί στο παρελθόν σε περιπτώσεις ‘παράδοξου’ κάστινγκ, όπως αυτό του Μάικλ Κήτον ως Batman και του Ντάνιελ Κρεγκ ως Τζέιμς Μποντ, νομίζουμε ότι κι εδώ ο Κρουζ ξεπερνά τη φυσιογνωμική διαφορά, και καταφέρνει να δώσει έναν ευφυή και δυναμικό Ρίτσερ σε μια απολαυστική περιπέτεια γραμμένη με εξυπνάδα και στημένη με στιβαρότητα ανάλογη του ήρωα.

Συνδυασμός ταινίας δράσης ‘αυτόκλητου τιμωρού’ και ιστορίας ντετέκτιβ, το φιλμ ωφελείται από τους δύο βασικούς συντελεστές του. Ο Μακουάρι είναι ένας βραβευμένος με Όσκαρ σεναριογράφος για τους «Συνήθεις υπόπτους», ο οποίος εδώ, εκτός από τη σκηνοθεσία, ανέλαβε και τη σεναριακή διασκευή της ιστορίας από το βιβλίο «One shot» του Τσάιλντ. Από την πλευρά του, ο σταρ Κρουζ ακούραστος στα 50 του χρόνια, αναλαμβάνει ένα σχέδιο με την προοπτική να ξεκινήσει μια καινούρια σειρά πλάι στις ήδη επιτυχημένες «Επικίνδυνες αποστολές», κάτι που δε μοιάζει απίθανο, αφού οι εισπράξεις της ταινίας μπορεί να ήταν ‘χλιαρές’ (190 εκατομμύρια δολάρια μέχρι στιγμής συνολικά παγκοσμίως, από τα οποία μόλις 78 στις Η.Π.Α.) αλλά υπερ-κάλυψαν τον χαμηλό προϋπολογισμό των 60 εκατομμυρίων.

Ο Κρουζ δημιουργεί έναν από τους πιο συναρπαστικούς χαρακτήρες στην καριέρα του. Το ‘συμπαγές’ σώμα του Ρίτσερ με το απερίσπαστο, διεισδυτικό βλέμμα, το σίγουρο περπάτημα και τις περιορισμένες, ακριβείς κινήσεις στη μάχη, αντανακλά τη νηφαλιότητα, την ψυχραιμία, τη λακωνικότητα και την οξυδέρκειά του. Το γύρισμα και οι χορογραφίες των σωματικών μαχών αποδίδουν ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά του ήρωα: ήρεμες κινήσεις της κάμερας, μοντάζ που μοιάζει να ‘αυτο-συγκρατείται’ με τον ίδιο τρόπο που ο Ρίτσερ ελέγχει τις καταστάσεις, λίγες και ‘καθαρές’ λαβές στις μάχες. Κι έπειτα η αναζήτηση της αλήθειας μέσα από τα στοιχεία. Η ταινία προσφέρει από νωρίς στον θεατή τη φυσιογνωμική διαφορά ανάμεσα στον ύποπτο και τον πραγματικό ένοχο, δίνοντάς του ένα μικρο προβάδισμα έναντι του Ρίτσερ, αρκετά για να αυξήσει την αγωνία και να στρέψει την προσοχή στη σκέψη του ήρωα και στη διαδικασία με την οποία φτάνει στα συμπεράσματά του. Το σενάριο αξιοποιεί εύστοχα (pay-off) τα παραπλανητικά στοιχεία που φτιάχνει στην αρχή (set-up), και δίνει στον Ρίτσερ έναν απολαυστικά οικονομικό, έξυπνο και ειρωνικό λόγο για να επικοινωνήσει απρόθυμα με τους γύρω του, όχι από αλαζονεία αλλά από κυνισμό και κούραση για τα απανωτά αδιέξοδα του ‘ελεύθερου’ σύγχρονου κόσμου, σχόλιο που αποφεύγει στόμφο και μοιρολατρία και γίνεται με την εγκράτεια που θα περίμενε κανείς από έναν άνθρωπο σαν τον Ρίτσερ (η σκηνή στο παράθυρο του γραφείου της Έλεν).

Το υποστηρικτικό καστ λειτούργει επιτυχημένα, με τον εισαγγελέα του Τζένκινς που λατρεύει την εξουσία, τον σκληροτράχηλο ανερχόμενο Κόρτνι άξιο αντίπαλο του Κρουζ, τον έμπειρο και συνετό ηλικιωμένο Ντιβάλ, τη δυναμική Πάικ, και την ευχάριστη έκπληξη του θρυλικού σκηνοθέτη Χέρτσογκ που χρησιμοποιεί την αργή γερμανική προφορά του για να γίνει ο απειλητικός ‘εγκέφαλος’ των κακοποιών. Η ταινία μάς άφησε ν’ σκαφτόμαστε πόσο θα ταίριαζε να σκηνοθετούσε ο Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν («Drive») μια επόμενη προσθήκη της σειράς. Ελπίζουμε.



ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

PLAYING FOR KEEPS

Σκην.: Γκαμπριέλε Μουτσίνο

Πρωτ.: Τζέραρντ Μπάτλερ, Τζέσικα Μπιλ, Ούμα Θέρμαν, Ντένις Κουέιντ, Κάθριν Ζίτα-Τζόουνς

Ο Τζωρτζ είναι ένας ξεπεσμένος ποδοσφαιρικός αστέρας που αναλαμβάνει να προπονήσει την παιδική ομάδα στην οποία παίζει ο 9χρονος γιος του, σε μια προσπάθεια να επανενωθεί με την πρώην γυναίκα του, η οποία ετοιμάζεται να ξαναπαντρευτεί.

Όπως έχει δείξει και σε προηγούμενες ταινίες του («Το κυνήγι της ευτυχίας» 2006 και «Εφτά ζωές» 2008) ο Μουτσίνο χειρίζεται επιδέξια τις εναλλαγές ανάμεσα στο σοβαρό και το ανάλαφρο. Όπως στην πρώτη ταινία που είχε κάνει με τον Γουίλ Σμιθ, εδώ έχουμε ξανά μια διαλυμένη οικογένεια, με τη σχέση πατέρα και γιου στο επίκεντρο, μαζί με το επιπλέον διακύβευμα της συζυγικής επανένωσης, όλα στον δρόμο της ωριμότητας του Τζωρτζ. Για το σεναριακό σχήμα της ταινίας, ωριμότητα σημαίνει μονογαμία και οικογενειακή ζωή, τη διάθεσή του για τα οποία πρέπει να αποδείξει ο Τζωρτζ αν θέλει να γίνει ξανά δεκτός από τη Στέισυ. Όμως ένα καλό καστ κι ένας επιδέξιος σκηνοθέτης προφανώς δεν αρκούν για να προσδώσουν ενδιαφέρον σ’ αυτή την ευδιάθετη, αλλά τετριμμένη και άνευρη αισθηματική κομεντί, με τις συνηθισμένες και ‘ακίνδυνες’ καταστάσεις, τις εύκολες λύσεις και τις προβλέψιμες εκβάσεις.



ΑΓΑΠΗΣΑ ΕΝΑ ΖΟΜΠΙ

WARM BODIES



Σκην.: Τζόναθαν Λίβαϊν

Πρωτ.: Νίκολας Χουλτ, Τερέζα Πάλμερ, Τζον Μάλκοβιτς, Άναλι Τίπτον, Ντέιβ Φράνκο. Σε μια Γη γεμάτη από ζωντανούς-νεκρούς, ο Ρ. είναι ένα ζόμπι που στη διάρκεια μιας επιδρομής εναντίον αμόλυντων ανθρώπων, ερωτεύεται την ----- και τη βοηθάει να μη φαγωθεί. Ο έρωτας θα κάνει την καρδιά του Ρ να ξαναρχίσει να χτυπάει και σταδιακά η αναζωογόνηση μεταδίδεται και στα υπόλοιπα ζόμπι, βάζοντας τέλος σε μια σκοτεινή εποχή της ανθρωπότητας. Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Άιζακ Μάριον, αυτή η ρομαντική κομεντί τρόμου και παρωδία των ταινιών ζόμπι, μας υπενθυμίζει ότι είναι η αγάπη που μας κάνει ανθρώπους. Πρόσφορη, ευχάριστη, περιστασιακά ευρηματική, αλλά με πλαδαρό ρυθμό, χωρίς κρισιμότητα, και μ’ ένα καλό καστ που απλώς διεκπεραιώνει την εύκολη πλοκή.