Ένας σκηνοθέτης που αγαπάει όσο λίγοι το σινεμά, κάνει διασκεδαστικές ταινίες όπως λίγοι.

DJANGO, Ο ΤΙΜΩΡΟΣ

DJANGO UNCHAINED

Σκην.: Κουέντιν Ταραντίνο

Πρωτ.: Τζέιμι Φοξ, Κριστόφ Βαλτς, Λιονάρντο Ντι Κάπριο, Κέρι Ουάσινγκτον, Σάμιουελ Τζάκσον, Ντον Τζόνσον, Φράνκο Νέρο

Στις Η.Π.Α. του 1858, ο δρ. Κινγκ Σούλτς είναι ένας κυνηγός επικηρυγμένων που μαζί με τον σκλάβο Τζάνγκο ξεκινούν να εντοπίσουν τρία αδέρφια εγκληματίες, κι έπειτα να βρουν και να ελευθερώσουν τη γυναίκα του Τζάνγκο, η οποία βρίσκεται στην κατοχή του Κάλβιν Κάντι, ενός από τους πλουσιότερους γαιοκτήμονες του Νότου.

Στη όγδοη μεγάλου μήκους ταινία του, ο Ταραντίνο συνεχίζει να διασκεδάζει με αγαπημένα του κινηματογραφικά είδη, και μετά από τις πολεμικές ταινίες στο «Άδωξοι μπάσταρδη» (2009) , εδώ σειρά έχουν τα γουέστερν και συγκεκριμένα η σπαγκέτι ‘ποικιλία’ τους, με ειδικότερο σημείο αναφοράς τον ήρωα Τζάνγκο που δημιούργησε ο Σέρτζιο Κορμπούτσι στο «Django» του 1966 με τον Φράνκο Νέρο στον ομώνυμο ρόλο. Έκτοτε ο ήρωας γνώρισε πολυάριθμες επίσημες κι ανεπίσημες ενσαρκώσεις πάντοτε στον χώρο των ταινιών β’ διαλογής (b-movies), αλλά εδώ ο χαρακτήρας είναι μαύρος και αξιοποιείται για πρώτη φορά σε μια παραγωγή υψηλών οικονομικών προδιαγραφών μ’ έναν τόσο ταλαντούχο σκηνοθέτη. Η ταινία συνδέεται με την παράδοση του ήρωα όχι μόνο χρησιμοποιώντας το όνομά του, αλλά και με το πρωτότυπο τραγούδι που είχε γράψει ο Λούις Μπακάλοφ, καθώς επίσης με μια σύντομη εμφάνιση του Νέρο πλάι στον διάδοχό του. Έχοντας κερδίσει Χρυσές Σφαίρες β’ ανδρικού ρόλου για τον Βαλτς και σεναρίου για τον Ταραντίνο, το φιλμ είναι επίσης υποψήφιο για 5 Όσκαρ.

Το καλό με τον Ταραντίνο είναι ότι αφενός πρόκειται για έναν βαθύ λάτρη και γνώστη των κινηματογραφικών ειδών, αφετέρου έχει την ευχέρεια να επιλέγει εκείνος πότε θα γυρίσει την επόμενη ταινία του και ποιό θα είναι το θέμα της. Δεδομένου επίσης ότι τις γράφει ο ίδιος, καταλαβαίνει κανείς ότι πρόκειται για σχέδια για τα οποία διαθέτει ένα πολύ συγκεκριμένο όραμα και στα οποία ασκεί απόλυτο δημιουργικό έλεγχο (στο βαθμό τουλάχιστον που πιθανές παρεμβάσεις από τον πανίσχυρο παραγωγό του, Χάρβεϊ Γουάινστιν, αποκαλύπτονται ή όχι). Έτσι, το αποτέλεσμα κι αυτή τη φορά προκύπτει εξαιρετικά διασκεδαστικό, με τις γνωστές εναλλαγές ύφους ανάμεσα στο κωμικό, το σοβαρό και το επικίνδυνο που ξέρει τόσο επιδέξια να χειρίζεται ο σκηνοθέτης, και με το θέμα του ρατσισμού να διατρέχει την ιστορία.

Όπως πάντα, ο Ταραντίνο συγκεντρώνει ένα εξαιρετικό καστ που λειτουργεί άψογα σε όλες του τις επιλογές, ξαναφέρνοντας στο προσκήνιο το ταλέντο του Κριστόφ Βαλτς που ο σκηνοθέτης είχε αναδείξει στο παγκόσμιο κοινό με την προηγούμενη ταινία του, για την οποία ο ηθοποιός κέρδισε το Όσκαρ β’ ανδρικού ρόλου. Φέτος είναι φαβορί παραδόξως στην ίδια κατηγορία, ενώ θα περίμενε κανείς να τον δει στην α’ ανδρικού, αφού στην ταινία καταλαμβάνει τον ίδιο αφηγηματικό χρόνο με τον πρωταγωνιστή Τζέιμι Φοξ, από τον οποίο μάλιστα έχει πολύ περισσότερο διάλογο, δημιουργώντας για πολλοστή φορά απορίες για τα διαχωριστικά κριτήρια ανάμεσα στις δύο υποκριτικές κατηγορίες του θεσμού.

Η απολύτως τακτοποιημένη δομή της πλοκής, τη χωρίζει σε ξεκάθαρα διαφορετικά τμήματα με διαφορετικές τοποθεσίες και στόχους, αφήνοντας την ευχέρεια στους ηθοποιούς να αναπτύξουν τις μακροσκελείς και παρεκβατικές συνομιλίες τους, και να εκθέσουν την ιδιοσυγκρασία των χαρακτήρων. Ο σκηνοθέτης καθοδηγεί το καστ με ακρίβεια κι επιμονή, ώστε οι ήρωες να είναι πάντοτε ελκυστικά ιδιόρρυθμοι χωρίς να χάνουν το κύρος τους, καθώς σχεδόν όλοι τους διαθέτουν ταυτόχρονα μια διασκεδαστική και μια απειλητική πλευρά. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πιο μονοδιάστατος ήρωας και γι’ αυτό λιγότερο ενδιαφέρων είναι ο ίδιος ο Τζάνγκο, ο οποίος μετά βίας ακούγεται σε όλη την ταινία- γεγονός ίσως ενδεικτικό της σημασίας που παίζουν οι διάλογοι στις ταινίες του σκηνοθέτη. Θαυμάσια φωτογραφία από τον Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον, και φυσικά ένα όπως πάντα προσεγμένο σάουντρακ, ένα ακόμη από τα πολλά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Ταραντίνο. Ένα άλλο, είναι βεβαίως η γραφική βία, η οποία είναι ταυτόχρονα παραστατική, έντονη αλλά και ‘κομικού’ ύφους (comic) μ’ αυτούς τους πίδακες αίματος που ξεχύνονται από κάθε χτύπημα σφαίρας.

Ο Ταραντίνο ξέρει να αξιοποιεί τον χρόνο του, να χειρίζεται κίνητρα χαρακτήρων, να προετοιμάζει καταστάσεις και εκπλήξεις, να καθοδηγεί και να εκτονώνει τον θεατή. Χτίζει υπομονετικά τη σχέση του Σούλτς με τον Τζάνγκο, καθορίζει τους στόχους τους, διαβαθμίζει με ιστορική ακρίβεια τις σχέσεις των μαύρων, προετοιμάζει από νωρίς στοιχεία που θα αξιοποιήσει αργότερα και αφήνει την αφήγηση να κυλήσει με την αυτοπεποίθηση που του δίνει η αγάπη του για το σινεμά.

ΤΟ ΜΕΡΙΔΙΟ ΤΩΝ

ΑΓΓΕΛΩΝ

THE ANGELS’ SHARE

Σκην.: Κεν Λόουτς

Πρωτ.: Πωλ Μπράνιγκαν, Τζον Χένσω, Γκάρι Μέιτλαντ, Τζάσμιν Ρίγκινς

Μέσα από την ομάδα κοινωνικής εργασίας με την οποία τιμωρείται από το δικαστήριο, ο οξύθυμος νεαρός Ρόμπι γίνεται φίλος με τον επόπτη του, Χάρι, ο οποίος λατρεύει το ουίσκι. Έπειτα από δύο εκδρομές σχετικές με το ουίσκι που γίνονται με πρωτοβουλία του Χάρι, ο Ρόμπι και η παρέα του αποφασίζουν να κλέψουν λίγο από το ακριβότερο απόσταγμα του κόσμου που σύντομα πρόκειται να εκτεθεί σε δημοπρασία.

Από τις λίγες κωμωδίες στη φιλμογραφία του σκηνοθέτη, η ταινία κέρδισε το Βραβείο της Επιτροπής στο φεστιβάλ Καννών 2012. Μια ευχάριστη ιστορία για μια ομάδα νέων που προσπαθεί να ορθοποδήσει μακριά από το έγκλημα, αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα τα καταφέρει. Ωστόσο, ο σκηνοθέτης και ο τακτικός του σεναριογράφος, Πωλ Λάβερτι, καταφέρνουν να κάνουν τους ήρωες συμπαθείς παρουσιάζοντάς τους χιουμοριστικά και περισσότερο ως καλόκαρδα θύματα των συνθηκών αντί για εγκληματικές φυσιογνωμίες. Στον Λόουτς δεν αρέσουν οι ψεύτικες ελπίδες, κι έτσι αυτές που πηγάζουν από την ιστορία αφορούν τον πιο χαρισματικό της παρέας, τον Ρόμπι, εξυπνότερο και ικανότερο από τους υπόλοιπους να εκτιμήσει την ευκαιρία που του παρουσιάζεται μέσα από τη φιλία του με τον Χάρι, ενώ οι υπόλοιποι είναι αρκετά αφελείς και αδύναμοι ώστε να σπαταλήσουν τη λεία τους στο ποτό.

Όσο για την ίδια την κλοπή του ουίσκι, η ταινία δε νιώθει ότι πρέπει ν’ απολογηθεί για την πράξη των ηρώων και ούτε να την αποκαταστήσει ηθικά. Για τη νοημοσύνη και τις προοπτικές τους είναι απλώς μια εύλογη επιλογή, που αφήνει τους τρεις της παρέας στον φαύλο κύκλο στασιμότητάς τους, και παρέχει στον Ρόμπι την ώθηση που χρειάζεται και ξέρει πώς να εκμεταλλευτεί για να ξεκινήσει μια νέα ζωή και να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του.

Ωστόσο, μια έμμεση δικαιολόγηση της κλοπής πηγάζει από την κοινωνική ανισότητα ανάμεσα στους ήρωες και τους υποψήφιους αγοραστές του ουίσκι. Με το να μη νιώθει την ανάγκη ν’ απολογηθεί, ο σκηνοθέτης μοιάζει να κοροϊδεύει την εκζήτηση, την οικονομική υπεραξία και τον ανταγωνισμό τα οποία χαρακτηρίζουν τις ζωές των ευνοημένων τάξεων, υψώνοντας το μεσαίο δάκτυλο τόσο σ’ αυτές όσο και στην αστυνομία (η σκηνή της ξαφνικής έρευνας στον δρόμο μετά την κλοπή). Στο τέλος, ο Χάρι λαμβάνει ως έκπληξη το δικό του μερίδιο, ως ανταμοιβή που σαν φύλακας-άγγελος καθοδήγησε τον Ρόμπι στη νέα του ζωή.