
Ένα σπουδαίο λογοτεχνικό έργο, διασκευασμένο με φρέσκο και θεαματικό τρόπο.
ΑΝΝΑ ΚΑΡΕΝΙΝΑ
ANNA KARENINA
Σκην.: Τζο Ράιτ
Πρωτ.: Κίρα Νάιτλι, Τζουντ Λο, Άαρον Τέιλορ-Τζόνσον, Έμιλυ Γουότσον
Στην αυτοκρατορική Ρωσία του 19ου αιώνα, η Άννα Καρένινα ερωτεύεται παράφορα τον νεαρό αξιωματικό του στρατού Αλεξέι Βρόνσκι, πάθος που την αναγκάζει να παραβεί τους κοινωνικούς κανόνες της εποχής και να καταστρέψει τον γάμο της με τον Αλεξέι Καρένιν, έναν από τους πιο ευυπόληπτους υπουργούς της κυβέρνησης.
Ακόμα μία κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος που έγραψε ο Λέων Τολστόι στη δεκαετία του 1870. Οι πιο γνωστές διασκευές του βιβλίου μέχρι τώρα, είναι εκείνες του 1935 σε σκηνοθεσία Κλάρενς Μπράουν με πρωταγωνίστρια τη Γκρέτα Γκάρμπο, του 1948 από τον Ζουλιάν Ντιβιβιέ με τη Βίβιαν Λη και του 1997 σε σκηνοθεσία Μπέρναρντ Ρόουζ με τη Σοφί Μαρσό. Η φετινή εκδοχή σηματοδοτεί την τρίτη συνεργασία ανάμεσα στον Ράιτ και τη Νάιτλι, μετά από τα «Περηφάνια και προκατάληψη» (2005) και «Εξιλέωση» (2007), και είναι γραμμένη από τον Τομ Στόπαρντ, έναν από τους πιο πολυβραβευμένους θεατρικούς συγγραφείς και βραβευμένο με Όσκαρ για το σενάριο του «Ερωτευμένος Σαίξπηρ».
Ανάμεσα στις προαναφερθείσες εκδοχές η ταινία του Ράιτ αποτελεί τη σκηνοθετικά πιο τολμηρή απόδοση της ιστορίας, καθώς τοποθετείται κατά το μεγαλύτερο μέρος της μέσα στον εσωτερικό χώρο ενός θεάτρου, αξιοποιώντας και προεκτείνοντας τη σκηνή, την πλατεία και τους εξώστες του. Η παραγωγή δε στερείται τίποτα από τον πλούτο και τη δραματικότητα που της αξίζει, ενώ ο χωρικός περιορισμός είναι ένα τέχνασμα που χρειάζεται χρόνο προσαρμογής από τον θεατή αλλά κατά τη γνώμη μας τελικά λειτουργεί, επειδή μοιάζει ν’ αποτελεί μια πρόκληση στην οποία ο Ράιτ καταφέρνει ν’ ανταποκριθεί με τις πολύ καλές ερμηνείες που αποσπά από τους ηθοποιούς, την ευελιξία της κάμεράς του, τη γρήγορη ταχύτητα των εναλλαγών και την ατμοσφαιρικότητα των συνθέσεών του.
Η Νάιτλι προφανώς έχει να συγκριθεί με μερικές από τις μεγαλύτερες σταρ που πέρασαν από την οθόνη, αλλά κατά τη γνώμη μας τα καταφέρνει μια χαρά, αξιοποιώντας την εκφραστική ελευθερία που οι τεχνικές συνθήκες και οι ηθικοί κανόνες της εποχής τους στερούσαν από τη Γκάρμπο ή τη Λη για παράδειγμα, αποδίδοντας με μεγαλύτερη ένταση τον πόθο και την απομόνωση που φέρνει. Μία από τις καλύτερες στιγμές της, είναι η αντίδρασή της στην πτώση του Βρόνσκι στη σκηνή της ιπποδρομίας. Πλάι της, το κάστινγκ των Τέιλορ-Τζόνσον και Λο λειτουργεί εύστοχα και αποτελεσματικά στον συγκεκριμένο και αναμενόμενο ρόλο του σαν τη γνωστή διελκυστίνδα πάθους και υποχρέωσης, ελευθερίας και σκλαβιάς.
Ωστόσο, η επιλογή του θεάτρου ως χώρου δράσης προκαλεί ορισμένες ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις. Καταρχάς, από μόνη της μια τέτοια υφολογική επιλογή ανανεώνει ευπρόσδεκτα μια πολυ-διασκευασμένη ιστορία σαν κι αυτή, και γίνεται ένας τρόπος να αμβλυνθεί ο προβλέψιμα κλασικός της χαρακτήρας. Εννοιολογικά, από τη μία δεν πρόκειται για έναν αφηγηματικό χώρο, αφού το θέατρο δεν προσδιορίζεται ποτέ ρητά ούτε γίνεται αντιληπτό από τους ήρωες ως υπαρκτός χώρος της ιστορίας. Από την άλλη, ο σκηνοθέτης προεκτείνει και περιστασιακά ξεφεύγει εντελώς από τον περιορισμό του. Η σκηνή της ιπποδρομίας προεξέχει από τη σκηνή, η κρεβατοκάμαρα της Άννας απομονώνεται σε διαφορετικό χώρο, και το αγρόκτημα του Λέβιν τοποθετείται σε φυσική εξωτερική τοποθεσία. Συμπερασματικά, το θέατρο δε μπορεί να έχει κυριολεκτικό ρόλο στην ιστορία αφού κανείς δεν το αναγνωρίζει ως τέτοιο, ούτε αυστηρά λειτουργικό αφού ο σκηνοθέτης το εγκαταλείπει σε ανύποπτο χρόνο και χωρίς προφανή μεθοδικότητα. Έτσι, η σκηνοθεσία δημιουργεί μεταφορικές αναλογίες ανάμεσα στα ζητήματα της ιστορίας και τον χώρο δράσης της: ένα έργο (πάθος) και οι θεατές του (περίγυρος), η προσποίηση της σεμνοτυφίας, η υποκριτική της υποκρισίας, οι ρόλοι που δημιουργούν οι συμβάσεις.
Χαρακτηριστική της περιπλοκότητας του εγχειρήματος αλλά και της δεξιοτεχνίας με την οποία εκτελείται, είναι η σκηνή του πρώτου χορού ανάμεσα στην Άννα και τον Βρόνσκι, όπου η χορογραφία, οι κομπάρσοι, η ορμητική κάμερα, οι ηθοποιοί και το απότομο μοντάζ που ξεκινάει να καταδικάζει την παρόρμηση, φτιάχνουν μια σκηνή κινηματογραφικής ανθολογίας.

