Της Δημήτρη Χ. Σάββα

Τι και αν μας περιέκοψαν τα δώρα μας, τον 13ο μισθό όπως κάποτε τ’ αποκαλούσαν ή σχεδιάζουν να μας τα κόψουν εντελώς, (ευτυχώς! όχι σ’ όλους τους υπαλλήλους...), όμως ο Χριστούλης ήρθε στην ώρα του. Μαζί και οι Μάγοι με τα δώρα...

... Εμείς ωστόσο θα φροντίσουμε, έστω με λιγότερα, να γιορτάσουμε, να περάσουμε αυτές τις χρονιάρες μέρες, να υποδεχθούμε το νέο χρόνο. Πάντα υπάρχουν ευκαιρίες με γούστο και ποιότητα, με χαμηλές τιμές. Θα κάνουμε τους δικούς μας λογαριασμούς, θα φροντίσουμε το σπίτι μας αυτές τις μέρες να παραμείνει ζεστό και φωτεινό, ανεξάρτητα με τις επιθυμίες της κυρίας Λαγκάρντ ή του κ. Σόιμπλε και της παρέας τους. Τι να κάνουμε; Δεν μπορεί όλοι μας να είμαστε πρόεδροι της Βουλής, υπάλληλοι της Βουλής, σωτήρες της πολιτικής, της συνδικαλιστικής σκηνής, συγγενείς των Προέδρων του κοινοβουλίου. Αλήθεια, πως είναι δυνατόν Πρόεδρος βουλής μιας μέρας, κύριε Πολύδωρα, να απασχολεί 10 υπαλλήλους (έξι μετακλητούς ως πρώην πρόεδρος και τέσσερις ως νυν βουλευτής); Αλήθεια, κύριε Πετσάλνικε, κύριε Σιούφα, κυρία Μπενάκη, γιατί δεν αποποιείσθε των χρυσών προνομίων; Πολυτελή αυτοκίνητα και γενναιόδωρες μισθολογικές παροχές; Και μόνο αυτά κύριει Πρόεδρε της Βουλής των (προδομένων) Ελλήνων! Βολέψατε την κόρη του κουνιάδου του γιου του κουμπάρου, βολέψατε την μνηστή του ανηψιού του γιου του ξαδέλφου... Ελεος... Πού τα πάτε; Ο λαός υποφέρει, εξαθλιώνεται μέρα με τη μέρα. Οι νέοι μας εγκαταλείπουν τη χώρα. Οδηγούμαστε σε μαρασμό. Κι εσείς... τέτοιες μέρες λοιπόν. Σε μια εποχή όχι και τόσο ρόδινη. Η χώρα μας μετά από έναν εμφύλιο, οι άνθρωποι κουμπωμένοι, θέλουν να χαρούν, να χαμογελάσουν, να ζήσουν αδελφωμένοι, έτσι όπως το προστάζουν και το καλούν αυτές οι μέρες. Ο τίτλος του κειμένου δεν είναι δικός μου. Είναι του Σεβάχ του Θαλασσινού και το κείμενο που θ’ ακολουθήσει προέρχεται από την εφημερίδα Μεσόγειο που κι αυτή δεν βγαινει πια.. Εχει ημερομηνία 30 Δεκεμβρίου 1952, εξήντα χρόνια πριν. Δεν είναι και λίγα.

“Αν δεν παινέσης το σπίτι σου, θα πέση να σε πλακώση”. Και την πρωτολέμε εμείς την παραμιά προλαμβάνοντας τον δύσπιστο αναγνώστη.

Μα εδώ δεν πρόκειται για παινέματα. Ούτε υπάρχει φόβος να γκρεμιστή το Ηρακλειώτικο σπίτι που όλο και ψηλώνει, όλο και πειό πολύ στερεώνεται θεμελιωμένο γερά στις καρδιές και την αγάπη του Καστρινού.

Η “Κνωσός” έγινε πειά συνείδησις.

Για μας είναι το δεύτερο σπίτι μας. Για όλους τους Κρητικούς είναι το ξεκουραστικό καταφύγιο. Για τους ντόπιους αποτελεί πρωτοφανέρωτη έκπληξη. Γουρλώνουν τα μάτια των στο αντίκρυσμα μιας ευγενικής αρχοντιάς που δεν ήθελαν να δεχθούν ότι μπορεί να υπάρχη ανάμεσα σε Κρητικούς. Δεν ήξεραν οι άνθρωποι. Στην συνείδησή τους, η έννοια του Κρητικου ήταν μπερδεμένη με τα στιβάνια, τις μαγκούρες, τις αγριομουστακάρες και τις μαχαίρες. Μόνο αυτά και κάτι άλλα έβλεπαν ή ήθελαν να βλέπουν. Και είπαμε: Δεν φταίνε αυτοί. Μα δεν είναι του παρόντος να μιλήσωμε επάνω στο θέμα αυτό.



Χριστούγεννα: Η ιερώτερη βραδυά της Χριστιανωσύνης. Η βραδυά που περιμένει η οικογένεια για να νοιώση την συνοχή της και να την συγκλονίση η Ιδέα της Αγάπης που γεννάται.

Κι η “οικογένεια” μας και μαζύ μας και οι εκλεκτοί ντόπιοι καλεσμένοι μας, συγκεντρώθηκαν στο δεύτερο, το χαρωπό σπίτι μας.

Οι ζεστές πάφωτες σάλλες της Λέσχης, στρωμένες με χαλιά, στολισμένες με ωραία καδρα, αρχίζουν να γεμίζουν από κόσμο.

Τα τραπέζια με τα χιονάτα τραπεζομάνδυλα, τα λουλούδια και τα αστραφτερά σερβίτσια διεγείρουν την φαντασία και την όρεξη. Και στο βάθος εκεί της μεγάλης σάλλας, ωραιότατα στολιμένο με τα φωτάκια και τ΄αναρίθμητα παιχνιδάκια του, στηλώνεται το Χριστουγεννιάτικο δένδρο.

Ολα όμορφα. Ολα χαρωπά, φροντισμένα στην εντέλεια από το νοικοκυρίστικο πνεύμα των Κυριών της Επιτροπής υπό την καλλιτεχνικήν καθοδήγισν του άφθαστου Προέδρου μας.

Μα όσο μεγάλες και αν είναι οι αίθουσες της Λέσχης, δεν μπορεί να επαρκέσουν κάτι τέτοιες βραδυές για όλο τον κόσμο που θέλει νάλθη. Οποιος επρόλαβε, δυό μέρες πριν, να κλείση τραπέζι, είδε.. την πόρτα της Κνωσού και τον κέρβερο Βλάσση που δεν επέτρεψε την είσοδο σε κανένα άλλον. Και τα 220 άτομα που παρευρέθηκαν στο “ρεβεγιόν” αυτό υπήρξαν οι τυχεροί. Ουτε παρακλήσεις, ούτε μεγάλα ονόματα είχαν πέραση.

- Λυπούμαι πολύ αγαπητέ. Δεν υπάρχει τραπέζι. Αι θέσεις είναι κλεισμένες!...



Ως τόσο, ο ωραιόκοσμος κάνει μια εξαιρετική εμφάνιση με τις εξώπλατες τουαλέττες, τις μακρυές φούστες και τα λογής - λογής στολίδια της γυναικείας πονηριάς. Γεμίζουν οι αίθουσες από ζωντανές κούκλες. Μα τηρείται ακόμη το πρωτόκολλον της επισημότητος. Υποκλίσεις, αραιά χειροφιλήματα, χαιρετούρες και τα τοιαύτα. Εμένα μου λες; Στάσου λίγο να ζεσταθούν οι καρδιές και τα λέμε.



Η εκλεκτή ορχήστρα σκορπά τις μελωδίες “μουσικής δωματίου”. Οι καλεσμένοι βρίσκονται στα τραπέζια. Η ιεροτελεστία του Χριστουγεννιάτικου “ρεβεγιόν” αρχίζει. Τα γκαρσόνια με επί κεφαλής τον Μανώλη, πηγαινοέρχονται γρήγορα και αθόρυβα και κουβαλούν και όλο κουβαλούν λιχουδιές από την περίφημη “κουζίνα” της Λέσχης. Γίνεται η πρώτη πρόποση. Τα κρύσταλλα κουδουνίζουν. Και του χρόνου παιδιά!

Στο δεύτερο ή τρίτο ποτήρι ο πάγος της επισημότητας δείχνει καταφανή τα σημάδια της τήξεως. Η επισημότης αρχίζει να κάνη νερά. Οι λαιμοδέτες χαλαρώνονται με τρόπο. Τα χαριτωμένα προσωπάκια του γυναικόκοσμου αστράφτουν. Το κέφι επελαύνει ορμητικό. Ακούεται καθαρά ο καλπασμός του. Σαλπιγκτής στην επέλαση ο Τέλης με το περίφημο γέλοιο του. Και το χαρούμενο άρμα του κεφιού - με συγχωρείτε αγαπητοί μου, αλλά αυτή η κατάληξις δεν έχει καμία αξία για μας εδώ... - είναι γεμάτο από διασημότητες της χαράς. Ακου το γέλοιο της Ευαγγελίας. Ακου το κράξιμο του γερο-πετεινού, του Θρασύβουλου. Μάντεψε τις τσουχτερές ιστοριούλες του Ρεμαντάνη. Προσέξετε την ψευτογρινιάρα σιγανομουρμούρα του Μαράντη. Λουχούνος είναι. Τώρα μόλις εγέννησε το τελευταίο βιβλίο του κι έχει φαίνεται ξεραθεί η γλώσσα του. Κάποιος όμως τον ζορίζει και ξεθυμαίνει φωναχτά: - Ε.. την νενέ σας! Ιστέ!

Αστραποβολεί το ζεύγος Αλικιώτη και μασουλίζει ακατάπαυστα ο Αγησίλαος, και ο Ηγούμενος. Καταβροχθίσει ο Μιχάλης ο Αδάμης.

Τώρα κυριαρχεί το βουϊτό της γενικής χαράς.

- Εδά τα παίρνω κι έρχομαι κι εδώ τ’ ανεμαζώνω.

Χαδιάρικα, κουνιστά και λυγιστά τα καναρινάκια, η καρδερίνες, οι πλουμιστές πέρδικες, οι σουσουραδίτσες, ταθ ηλυκά παπαγαλάκια, όλος ο τρισχαριτωμένος γυναικόκοσμος χορεύει. Η παλαιά χορευτική δοξα του Βογιατζογιώργη κάνει την επίδειξή της μα ο γυιός του τον ξεπερνά. Στο βαλς μπαίνουν όλοι οι παληοί. Αναθεματισμένες αναμνήσεις! Πόσο τυραννάτε τον Κωνστανταρομιχάλη κι άλλους πολλούς. Μα για ποιόν να πρωτοτοπής και ποιό να πρωτοσημειώσης. Αλλως τε δεν σ’ αφήνουν μυαλό τα θηλυκά που κυριαρχούν απόλυτα.

Να και τα ρεμπέτικα με φωνητική υπόκρουση του Τέλη. Κι η κυρία Σπυροπούλου, τάκα - τάκα, καρφώνει τα περίφημα πεταλάκια, με το λυγερό χαριτωμένο χορευτικό τρόπο της.

Ξεφρενιάζει ο Τέλης στη Γερακίνα. Με το δίκηο του γιατί της Γερακίνας (της εν Ταύροις Γερακίνας) τα βραχιολάκια της ηχοβολούν απόψε εξαιρετικά. Να κι ο Σεργάκης. Αφθαστος χορευταράς του Κρητικού χορού. Και...

Φτου και ξαναρχής. Πάλι φαΐ έχομε. Και πάλι πιοτό. Τα πειό γερά ποτήρια, ο Ριρής, ο Γρίβας, ο Λαγουδάκης, ο Ορέστης, ο αθεόφοβος στρατηγός Σγουρός πίνουν το καταπέτασμα. Πού οργή θεού το βάζουν τόσο φαγοπότι είναι ν’ απορρήση κανεις. Και ξανατρώει ο Μαρκίδης που τόσο έχει ανοίξει η όρεξή του, ώστε διακηρύσσει πως τώρα στα 82 του θ’ ανοίξει χοιροστάσιο για σαλαμικά. Δείχνει μάλιστα και την φωτογραφία των πρώτων γουρουνιών που προμηθεύτηκε. Κρίμα που... δεν επιτρέπεται να την δουν όλα τα μάτια.Φοβάται την βασκανίαν. Κυκλοφορεί όμως ιεροκρυφίως η φωτογραφία και ο Θρασύβουλος δέχεται ομαδικές ομοβροντίες και φτυσίματα να μη τον φταρμίσουν.



Στις πέντε το πρωί - πότε πέρασε η ώρα! - αρχίζει να αραιώνει ο κόσμος. Μα πού να το κουνήση ο Πρόεδρος. Εμείναμε καμμιά τριανταριά. Και αρχίζει τώρα η μυσταγωγία του δυνατού πιουτού, με προοπτική το ντεκότο, ελλείψει πατσά. Και ο Μιχάλης ο Αδάμης παραγγέλλει την τρίτη του μακαρονάδα.

Και ιδού και ο Μιγαδόν με το κόκκινο κομπολόι του. Ξεκόλλησε - επί τέλους - από την κουζίνα αφού ξεπάστρεψε εκεί όλα τα σηκωτάκια, τις καρδούλες και τα γλυκουδάκια από τις γαλοπούλες, ποτίζοντάς τα με μια χιλιάρα τουλάχιστον ρετσίνα, πάντως όχι απ’ αυτήν που έφερε του Ντουργούτη στο Κάστρο.

Τώρα εξέρχεται από τη νάρκη του το ζεύγος Λαγουδάκη. Υστερόβγαλε απόψε. Και οι αθάνατες κοντυλιές του με μαντινάδες της κυράς του, του Τέλη και του Μιγαδόν, μας έκαμαν ν’ αναστενάξωμεν ηδονικά και να πετάξωμε νοερά στο Κάστρο μας, το αθάνατο παληό Κάστρο μας, προσκυνητές του αγίου του χώματος, αιώνιοι νοσταλγοί και σκλάβοι των αναμνήσεών μας”.

Ωραία χρόνια και ωραίες αναμνήσεις για τους παλιούς Καστρινούς! Δύσκολα κι εκείνα τα χρόνια, δύσκολα και τα σημερινά. Η ελπίδα όμως, όπως λένε, πεθαίνει τελευταία. Πού θα πάει; Θα βρούμε το δρόμο μας...

Από τη στήλη μας αυτή σας ευχόμαστε καλή χρονιά, γεμάτη υγεία, χαρά και ευτυχία, χωρίς απολύσεις και περικοπές!