
Μια επιστροφή εκατό χρόνια πριν, στις μέρες των βαλκανικών πολέμων του 1912-13, των πολέμων των μικρών βασιλείων της βαλκανικής (ανάμεσά τους και η Ελλάδα που μ’ αυτούς διπλασίασε το έδαφος και τους κατοίκους της) κατά της εξασθενημένης την περίοδο εκείνη Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εξαιτίας του πολέμου της με την Ιταλία, μας βοηθά να δούμε τη θυσία του ελληνικού λαού που έστειλε τα παιδιά του ως στρατεύσιμους ή ως εθελοντές, για να πολεμήσουν.
Η επιστροφή στα Χριστούγεννα του 1912 και στην Πρωτοχρονιά του 1913 θα γίνει μέσα από το ανέκδοτο ημερολόγιο του έφεδρου τότε Αλέξανδρου Ραπτόπουλου (1889-1942), που εκτελέστηκε από τους Γερμανούς, ταγματάρχης σε πολεμική διαθεσιμότητα στις 3-9-1942 ως αρχηγός της οργάνωσης «Κρητική Εθνική Επαναστατική Επιτροπή», την οποία ίδρυσε μετά τη Μάχη της Κρήτης και την παράδοση του νησιού στους Γερμανούς. Ο Αλέξανδρος Ραπτόπουλος ήταν κατά τους βαλκανικούς πολέμους μόλις είκοσι τριών χρόνων. Πολέμησε από την πρώτη μέρα στο μέτωπο της Ηπείρου και έφυγε από τους τελευταίους. Το πολύτιμο ανέκδοτο ημερολόγιό του μας δείχνει πώς βίωσε ο απλός Έλληνας στρατιώτης αυτόν τον πόλεμο. Το απόσπασμα αναφέρεται στην πολιορκία και κατάληψη του Μπιζανίου, της σημαντικότερης από τις οχυρές θέσεις που προστάτευαν τα Ιωάννινα. Την οχύρωση του Μπιζανίου είχαν αναλάβει για λογαριασμό των Τούρκων οι Γερμανοί. Η κατάληψη του Μπιζανίου και των Ιωαννίνων ήταν δύσκολη, γιατί από το Μπιζάνι οι τουρκικές δυνάμεις είχαν πλήρη εποπτεία της εισόδου των Ιωαννίνων, ενώ ο ελληνικός στρατός είχε εγκλωβιστεί στη θέση Εμίν Αγά. Εκεί εγκατέστησε το στρατηγείο του ο Κωνσταντίνος, που αντικατέστησε στη διοίκηση του στρατού το στρατηγό Σαπουντζάκη.
Στην πτώση του Μπιζανίου συντέλεσε καθοριστικά η εξουδετέρωση του τουρκικού πυροβολικού από το ελληνικό. Οι Τούρκοι υπερασπιστές του και ο αρχηγός των τουρκικών δυνάμεων Εσάτ Πασάς παραδόθηκαν. Στις 21-2-1913 ο ελληνικός στρατός μπήκε θριαμβευτής στην πόλη των Ιωαννίνων.
«(…)Εμείναμεν εις Άνω Θερικήν μέχρι της 25ης ημέραν Χριστουγέννων, οπότε μας διένειμαν χριστόψωμον και έβαλαν χορόν χορέψαντες τον καλαμαθιανόν και διάφορα κλέφτικα. Αντικατεστάθημεν και τα δύο τάγματα, δεύτερον και τρίτον. Μετέβημεν εις θέσιν «Μούλαις» και ανταμώσαμεν και το πρώτον τάγμα υπό τον Ρήγαν, το οποίον ήτο εκ της δεξιάς πτέρυγος προς το Μπιζάνι, ένθα και αυτοί εδεκατίσθησαν υπό του τουρκικού πυροβολικού και εκ των χιλίων πεντακοσίων περί τους τετρακόσιους εσώθησαν, οι δε λοιποί εφονεύθησαν ή ετραυματίσθησαν. Εις «Μούλαις» αντάμωσα όλους τους ομοχωρίους μου ως και τον Νικόλαον Ηγουμενίδην. Εμείναμεν εκεί τρεις ημέρας και κατόπιν διά μέσου των Πεστών ανήλθομεν μέγα ανήφορον, ένθα ήσαν διεσκορπισμένα Τούρκων λείψανα εκ της 30ης Νοεμβρίου απαισίαν έχοντες την μορφήν και κατήλθομεν και κατεσκηνώσαμεν έναντι Κατσανοχωρίων εις την δεξιάν πτέρυγαν της γραμμής μας. Η πορεία αυτή εγένετο την 29ην Δεκεμβρίου και την 30ην εμείναμεν ήσυχοι. Την 1ην Ιανουαρίου 1913 ο λόχος μας είχεν σειράν προφυλακών εις την γραμμήν της μάχης διακοσίων μέτρων πλησίον του εχθρού και ο επιτελάρχης μας κ. Ιωάννου με συνοδείαν στρατιωτών με κλαρίνο ανήλθον εις τα προχώματα άδοντες τα Κάλαντα και την Πορνοβαλιά. Οι Τούρκοι αντελήφθησαν τα κλαρίνα και μη γνωρίζοντες τι συνέβαινε ενόμισαν ότι επρόκειτο περί επιθέσεως και ήρξαντο του πυρός, ενώ ημείς εμείναμεν ατάραχοι εις τις θέσεις μας γελώντες εις βάρος των εχθρών των καταφοβισμένων. Η γραμμή μας είχε χαραχθεί παρά τα Καστανοχώρια ένθα εμένομεν μέχρι της 6ης Ιανουαρίου μόνον νυκτερινάς αψιμαχίας και αιφνιδιασμούς επιχειρούντες, διά να αναγκάζομεν τον εχθρόν εις εξάντλησιν πυρομαχικών. Την εσπέραν της 6ης Ιανουαρίου εν ώρα νυκτός και δυνατής βροχής ο εχθρός επεχείρησεν έφοδον ην απεκρούσαμεν γενναίως και οι εν εφεδρεία λόχοι αυτοστιγμί ευρέθησαν εις την γραμμήν της μάχης λαβόντες είτα τα συγχαρητήρια του ταγματάρχου μας Αλεξ. Ισαλεξοπούλου ιδία ο λόχος μου.
Την 7ην Ιανουαρίου αφού προηγουμένως είχον τοποθετηθεί αρκετά πεδινά και τοπομαχικά πυροβόλα μας διετάχθη γενική έφοδος και ο εχθρός ηναγκάσθη να καταφύγει στα οχυρώματά του εις Μπιζάνι εγκαταλείπων περί χιλίους νεκρούς, σκηνάς και άπειρα φυσίγγια και όπλα άτινα εγκατέλειπον οι φεύγοντες. Το πεζικόν μας έδρασεν θαυμασίως και με πυρά ταχέα έκανε θραύσιν προς τον εχθρόν υποβοηθήσας και ημάς να προχωρήσομεν πλησίον του Μπιζανίου και χαράξομεν νέαν γραμμήν παρά το χωρίον «Ρεβένι». Την 8ην διενυκτερεύσαμεν ο λόχος μου εις μίαν χαράδραν και την 9ην Ιανουαρίου βροχή και χιόνια άφθονα. Ο κανονιοβολισμός εξακολουθεί και την 10ην Ιανουαρίου πυκνότερος και ο στρατός μας να προχωρεί πλησίον του Μπιζανίου. Εχαράξαμεν γραμμήν εις την πλησιεστέραν χαράδραν διακόσια μέτρα απέχοντες του εχθρού. Την 11ην Ιανουαρίου ενώ είμεθα εις τον ήλιον εξαπλωμένοι μία οβίς εχθρική εκραγείσα εις το μέσον μας εφόνευσε δύο και επλήγωσεν έντεκα ημετέρους.
Μένομεν εις τας χαράδρας ταύτας μέχρι της 17ης. Οι κανονιοβολισμοί πυκνότεροι καθ’ εκάστην. Το ημέτερον πυροβολικόν ανέτρεψεν κυριολεκτικώς το έδαφος του Μπιζανίου και ευκρινέστατα ιδίοις οφθαλμοίς εβλέπαμεν τα προχώματα των εχθρών ανατινασόμενα εις τον αέρα. Επίσης αι πυριταποθήκαι και τα συρματοπλέγματα δι’ ων είχε περιτυλιχθεί το Μπιζάνι σχεδόν ερημώνοντο υπό των κανονιοβολισμών. Οι Τούρκοι προσείρχοντο αιχμάλωτοι αυτόμολοι προς ημάς καθ’ ομάδας. Το πυροβολικόν του εχθρού βάλλει εναντίον μας συχνά με ελάχιστα αποτελέσματα. Εκτελούμεν την 24ωρον υπηρεσίαν των προφυλακών μέχρι της 31ης Ιανουαρίου.(…)»

