
Παραμύθι
Μια θεαματική υπερ-παραγωγή που αναρωτιέται για τη ζωή, τον θάνατο και όλα τα ενδιάμεσα.
CLOUD ATLAS
Σκην.: Λάνα Γουατσόφσκι, Τομ Τίκβερ, Άντι Γουατσόφσκι
Πρωτ.: Τομ Χανκς, Τζιμ Μπρόουντμπεντ, Χάλι Μπέρι, Τζιμ Στάρτζες, Μπεν Γουίσο, Χιούγκο Γουίβινγκ, Χιου Γκραντ, Τζέιμς Ντ’Άρσι, Σούζαν Σαράντον
Από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι το αυτοκαταστροφικό μέλλον της ανθρωπότητας, ιστορίες ανθρώπων που με τις πράξεις τους επηρεάζουν ο ένας τον άλλον σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.
Θεματικά και κινηματογραφικά μεγαλεπήβολο εγχείρημα, που αποτελεί κινηματογραφική διασκευή του ομωνύμου μυθιστορήματος του βρετανού Ντέιβιντ Μίτσελ, περιλαμβάνει θέματα και θεάματα οικουμενικής κλίμακας, ανάμεσα στα οποία η ελευθερία, η ισότητα, η ψυχή, ο κύκλος της ζωής, η τέχνη, τα οποία παρουσιάζει μέσα από ένα ταξίδι στον χώρο και τον χρόνο σε κάθε γωνιά της Γης. Εκτεινόμενο από τον 19ο αιώνα μέχρι ένα φανταστικό απώτερο μέλλον, η ταινία πηγαινοέρχεται ανάμεσα στις ιστορίες μ’ ένα εξαιρετικά επιδέξιο μοντάζ που της επιτρέπει να διατηρεί τον ρυθμό της σταθερό, το ενδιαφέρον των ιστοριών της ζωηρό τη σαφήνεια του σεναρίου της καθαρή και τη συνοχή του σφιχτή, ώστε οι πάνω από δυόμιση ώρες της διάρκειάς της να φαίνονται λιγότερες, ειδικά εφόσον πρόκειται για μία από τις πιο πλούσιες και θεαματικές παραγωγές της χρονιάς, μ’ ένα άψογα επιλεγμένο καστ που αξιοποιείται έξυπνα και παραγωγικά. Για άλλη μια φορά τα αδέρφια Γουατσόφσκι καταπιάνονται με μια ιστορία φιλοσοφικού χαρακτήρα, ο οποίος όμως αυτή τη φορά αναδύεται έμμεσα (μέσω της κινηματογραφικής τεχνικής και λιγότερο μέσω του λόγου), με αγωνία και ανθρωπισμό, αποφεύγοντας τις στομφώδεις αερολογίες της τριλογίας «Matrix».
Η ταινία χρησιμοποιεί τρεις βασικές στρατηγικές για να διαμορφώσει την ποπ φιλοσοφική της ‘πρόταση’ παραλληλίας διαστάσεων και πολλαπλότητας ζωών, η οποία είναι βεβαίως ανοιχτή στην κριτική. Η ερμηνεία πολλαπλών ρόλων από κάθε μέλος του καστ, η παράλληλη αφήγηση των ιστοριών, και η τοποθέτησή τους σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, φτιάχνουν το συνολικό σύμπαν της ταινίας που αποτελείται από μικρότερα επιμέρους με σχέσεις παραλληλίας και διαδοχής. Έτσι, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι τρεις διαστάσεις που συμβαίνουν παράλληλα και όχι διαδοχικά, και οι ήρωες μοιάζουν να έχουν ζήσει πάνω από μια ζωές, με ψήγματα μνήμης που είτε δημιουργούνται έμμεσα από τη σκηνοθεσία είτε αναφέρονται ρητά από τους χαρακτήρες.
Ένα ζήτημα σεναριακής δομής και ρητορικής είναι ο τρόπος με τον οποίο οι διάφορες υπο-πλοκές τελικά δε σχετίζονται μεταξύ τους με την ίδια βαρύτητα, κι ενώ το σενάριο μοιάζει να προετοιμάζει μια τελική συγκεντρωτική εξήγηση, αποφασίζει απλώς να οδηγηθεί σε κατάληξη που ολοκληρώνει μεν την τροχιά των ιστοριών, αλλά τις αφήνει σ’ ένα βαθμό θεματικά μετέωρες και συμπτωματικές, χωρίς ένα πιο ισχυρό ενοποιητικό επιμύθιο, ανατροπή ή αποκάλυψη. Ωστόσο, πολύ καλές ερμηνείες απ’ όλο το καστ, μακιγιάζ και καλλιτεχνική διεύθυνση για Όσκαρ, πλούσιες και πολύχρωμες συνθέσεις πλάνων, ‘ακροβατικό’ μοντάζ, όλα μαζί φτιάχνουν ένα χορταστικό παραμύθι για τον άνθρωπο και τη θέση του στον χώρο και τον χρόνο.
ΕΠΤΑ ΨΥΧΟΠΑΘΕΙΣ
SEVEN PSYCHOPATHS
Σκην.: Μάρτιν ΜακΝτόνα
Πρωτ.: Κόλιν Φάρελ, Σαμ Ρόκγουελ, Άμπι Κόρνις, Γούντι Χάρελσον, Κρίστοφερ Γουόκεν, Όλγκα Κουριλένκο, Τομ Γουέιτς, Ζέλικο Ίβανεκ, Μάικλ Πιτ, Χάρι Ντιν Στάντον
Ο Μάρτι είναι φέρελπις σεναριογράφος που πάσχει από έλλειψη έμπνευσης, ώσπου ο κολλητός του, Μπίλυ, του δίνει την ιδέα να γράψει για ψυχοπαθείς με πολύ ιδιαίτερους τύπους παράνοιας. Εν τω μεταξύ, ο Χανς μαζί με τον Μπίλυ έχουν στήσει μια επιχείρηση απαγωγής σκύλων, κι όταν απάγουν τον σκύλο ενός εγκληματία, εκείνος τους αναζητάει για να πάρει πίσω το ζώο του και να τους σκοτώσει. Στο κυνηγητό θα εμπλακεί και ο Μάρτι, κι έτσι θ’ αποκτήσει πρωτογενές υλικό για το σενάριό του.
Με τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, ο ΜακΝτόνα γράφει και σκηνοθετεί ακόμα μία απολαυστική κωμωδία εγκλήματος, μετά την υποψήφια για Όσκαρ σεναρίου «Αποστολή στη Μπριζ» («In Bruges», 2008). Έξυπνα αυτοαναφορική, σινεφιλική, και μ’ ένα απολαυστικό καστ που χειρίζεται επιδέξια την ισορροπία του σεναρίου ανάμεσα στο κωμικό και το σοβαρό.
Ο τρόπος με τον οποίο η πραγματική καταδίωξη από τον Τσάρλι μετατρέπεται στην περιπέτεια που ο Μάρτι έψαχνε στη φαντασία του, η ενσωμάτωση της βίας και της δραματικότητας και η δεξιοτεχνική εναλλαγή τους μ’ ένα πιο ευχάριστο κλίμα (π.χ. η δολοφονία στο νοσοκομείο), η πονηριά του Χανς, η μελαγχολία του σεναριογράφου, η παράνοια του Μπίλυ και του Τσάρλι, αξιοποιούνται δραματουργικά και χιουμοριστικά, εμπλουτίζοντας τη συναισθηματική ποικιλία της ιστορίας.

