Ο Τζέιμς Μποντ γιορτάζει τα πεντηκοστά κινηματογραφικά του γενέθλια με μία από τις καλύτερες ταινίες του, και μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς γενικότερα.

SKYFALL

Σκην.: Σαμ Μέντες

Πρωτ.: Ντάνιελ Κρεγκ, Τζούντι Ντεντς, Χαβιέ Μπαρδέμ, Ναόμι Χάρις, Ρέιφ Φάινς, Μπερενίς Μαρλό, Άλμπερτ Φίνεϊ, Μπεν Γουίσο, Ρόρι Κινίρ, Έλεν Μακρόρι, Όλα Ραπάς, Τόνια Σωτηροπούλου

Μετά από την αποτυχημένη προσπάθεια του Τζέιμς Μποντ και της συναδέλφου του, Ίβ, στην Κωνσταντινούπολη ν’ ανακτήσουν έναν σκληρό δίσκο με τις αληθινές ταυτότητες μυστικών πρακτόρων σε όλο τον κόσμο, η ΜΙ6 γίνεται στόχος τρομοκρατικής επίθεσης και η Μ αναθέτει στον 007 να εντοπίσει τους δράστες το συντομότερο δυνατό. Φέτος συμπληρώνονται 50 χρόνια από την κυκλοφορία της πρώτης κινηματογραφικής ταινίας με ήρωα τον χαρακτήρα που δημιούργησε ο άγγλος συγγραφέας Ίαν Φλέμινγκ στη σειρά κατασκοπικών μυθιστορημάτων που ξεκίνησαν το 1953 με το «Casino Royale». Ο πράκτορας των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών Τζέιμς Μποντ με κωδικό αριθμό 007, έκανε το κινηματογραφικό του ντεμπούτο το 1962 στην ταινία «Δρ. Νο» που σκηνοθέτησε ο Τέρενς Γιανγκ με πρωταγωνιστή τον Σων Κόνερι, το πρώτο από τα 23 φιλμ της σειράς σε παραγωγή της ΕΟΝ Productions, επίσημη και αποκλειστική πλέον κάτοχο των κινηματογραφικών δικαιωμάτων του ήρωα. Η εταιρεία αρχικά ανήκε στον Άλμπερτ Μπρόκολι και τον Χάρι Σάλτσμαν, αργότερα πέρασε αποκλειστικά στον Μπρόκολι, και από τον θάνατό του το 1996 τη διευθύνουν η κόρη του, Μπάρμπαρα Μπρόκολι και ο θετός του γιος, Μάικλ Γουίλσον.

Ο Κόνερι υποδύθηκε τον Μποντ συνολικά σε 7 ταινίες, έξι της επίσημης σειράς («Δρ. Νο» 1962, «Από τη Ρωσία με αγάπη» 1963, «Χρυσοδάκτυλος» 1964, «Επιχείρηση Κεραυνός» 1965, «Ζεις μονάχα δυο φορές» 1967 και «Τα διαμάντια είναι παντοτινά» 1971) και μία από άλλους παραγωγούς («Ποτέ μην ξαναπείς ποτέ» 1983). Παρεμβλήθηκε ο Ντέιβιντ Νίβεν στην παρωδία του «Casino Royale» το 1967 επίσης από άλλον παραγωγό που κρατούσε τότε τα δικαιώματα, ενώ ο πρώτος διάδοχος του Κόνερι στην επίσημη σειρά ήταν ο Τζωρτζ Λέιζενμπι στο «Στην υπηρεσία της Αυτού Μεγαλειότητος» το 1969, ο οποίος παραμένει ο πιο παραγνωρισμένος ηθοποιός στην ιστορία του ρόλου και που κατά τη γνώμη μας, αν δεν αποφάσιζε βεβιασμένα να τον εγκαταλείψει έπειτα από παρότρυνση του ατζέντη του, θα γινόταν πολύ καλύτερος Μποντ από τον σχεδόν παρωδιακό Ρότζερ Μουρ, ο οποίος τον αντικατέστησε. Ο Μουρ ισοφάρισε τον Κόνερι με 7 εμφανίσεις στον ρόλο, όλες στην επίσημη σειρά («Ζήσε κι άσε τους άλλους να πεθάνουν» 1973, «Ο άνθρωπος με το χρυσό πιστόλι» 1974, «Η κατάσκοπος που με αγάπησε» 1977, «Επιχείρηση Μούνρεϊκερ» 1979, «Για τα μάτια σου μόνο» 1981, «Επιχείρηση Οκτάπουσι» 1983, «Επιχείρηση Κινούμενος Στόχος» 1985). Ακολούθησαν ο Τίμοθυ Ντάλτον με 2 ταινίες («Με το δάχτυλο στη σκανδάλη» 1987, «Προσωπική εκδίκηση» 1989), ο Πιρς Μπρόσναν με 4 («Επιχείρηση Χρυσά Μάτια» 1995, «Το αύριο ποτέ δεν πεθαίνει» 1997, «Ο κόσμος δεν είναι αρκετός» 1999, «Πέθανε μια άλλη μέρα» 2002) και ο Ντάνιελ Κρεγκ μέχρι στιγμής με 3 («Casino Royale» 2006, «Quantum of solace» 2008, «Skyfall» 2012). Για την τρίτη εξόρμηση του Κρεγκ στον ρόλο, οι παραγωγοί επέλεξαν τους πιο έγκριτους συντελεστές μέχρι τώρα στη σειρά, με επικεφαλής τον βρετανό Μέντες, βραβευμένο με Όσκαρ Σκηνοθεσίας για το «American beauty» (1999). Η φιλμογραφία του περιλαμβάνει μια προηγούμενη συνεργασία με τον Κρεγκ στον «Δρόμο της απώλειας» («Road to perdition», 2002), καθώς επίσης τα «Jarhead» (2005), «Ο δρόμος της επανάστασης» («Revolutionary road», 2008) και «Away we go» (2009). Επίσης, η σειρά πάντοτε προσέλκυε σπουδαίους ηθοποιούς, με τρανταχτά παραδείγματα τη Λότε Λένια (σύζυγο του Κουρτ Βάιλ), τον Γκερτ Φρόμπε, τον Κουρτ Γιούργκενς και τον Κρίστοφερ Γουόκεν παλιότερα, αλλά και τον Σων Μπιν, τον Μαντς Μίκελσεν και τον Ματιέ Αμαλρίκ πιο πρόσφατα, όλους τους σε ρόλους κακών. Εδώ όμως δεν έχουμε μόνο ένα μεγάλο όνομα αλλά τρία, καθώς οι Φάινς, Μπαρδέμ και Φίνεϊ συνδυάζουν ερμηνευτικό κύρος με δημοφιλία, ενισχύουν τους καθιερωμένους Κρεγκ και Ντεντς, και προσδίδουν ακόμη περισσότερη αίγλη στην παραγωγή. Επίσης, μετά από τον Πωλ Χάγκις, ο τρεις φορές υποψήφιος για Όσκαρ, Τζον Λόγκαν, ενισχύει το ‘πλαδαρό’ τακτικό σεναριακό δίδυμο Νιλ Πέρβις και Ρόμπερτ Γουέιντ, δίνοντας ένα σφιχτό σενάριο με γεμάτη πλοκή, γρήγορο ρυθμό, πλούσιο σε θέματα και με σεβασμό στην παράδοση του ήρωα.

Το γενικότερο εγχείρημα βασίζεται στην κατάρρευση και επανασύσταση του κόσμου του 007, καθώς και την επανεπιβεβαίωση του ίδιου του χαρακτήρα, αντλώντας αφηγηματικές τακτικές από προηγούμενα φιλμ της σειράς Μποντ αλλά και από άλλες, όπως η τριλογία Batman του Κρίστοφερ Νόλαν. Συγκεκριμένα, η κεντρική ιδέα της αμφισβήτησης του ήρωα μέσα από την επίθεση στον ίδιο και τον κόσμο του, παραπέμπει σε δυο προηγούμενες ταινίες της σειράς, την «Επιχείρηση Χρυσά Μάτια» («Goldeneye», Μάρτιν Κάμπελ, 1995) όπου ο Μποντ κλήθηκε ν’ αποδείξει την αξία του μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, και το «Ο κόσμος δεν είναι αρκετός» («The world is not enough», Μάικλ Άπτεντ, 1999) όπου ξανά η MI6 γίνεται στόχος τρομοκρατικής επίθεσης με αφορμή το παρελθόν της Μ και με τον Μποντ να τραυματίζεται στην αρχή της ταινίας. Όσο για τον Batman του Νόλαν, μαζί με τις ταινίες του Τζέισον Μπορν ήταν οι δύο βασικές επιρροές στην ανανέωση του Μποντ το 2005, κι αν το «Casino Royale» ήταν το «Batman begins» του 007, το «Skyfall» αντλεί εμφανώς από το «The Dark Knight» και το «The Dark Knight rises» ως προς την κατάσταση και τα διακυβεύματα του ήρωα, τη φυσιογνωμία και την τακτική του κακού, καθώς και την υπομονετική, σταδιακή εισαγωγή των νέων/παλιών χαρακτήρων. Το αποτέλεσμα είναι μία από τις πιο προσωπικές ιστορίες του Μποντ που έχουμε δει ποτέ, πλάι στα «Στην υπηρεσία της Αυτού Μεγαλειότητος» («On Her Majesty’s Secret Service», Πίτερ Χαντ, 1969), «Προσωπική εκδίκηση» («Licence to kill», Τζον Γκλεν, 1989) και «Casino Royale» (Μάρτιν Κάμπελ, 2006) και μία από τις καλύτερες προσθήκες στην ιστορία της σειράς, με όλα τα συστατικά της κλασικής συνταγής, έξυπνα και διασκεδαστικά ανανεωμένα. Λόγω του επετειακού χαρακτήρα της φετινής ταινίας, ο Μέντες επέλεξε ν’ αποτίσει φόρο τιμής στο παρελθόν της σειράς και ταυτόχρονα να δώσει νέα ώθηση στον ήρωα, στόχοι που επιτυγχάνονται απολύτως μέσα από τη σεναριακή τακτική αποσύνθεσης και αναγέννησης. Οι τρεις έννοιες που κινητοποιούν όλη την προσπάθεια είναι το παλιό, το νέο και η εναλλάξ διαδοχή τους. Ο Μάλορι ανακοινώνει στην Μ ότι βρίσκεται εκεί για να εξασφαλίσει μια ομαλή “μετάβαση” μετά την παραίτηση που επιχειρείται να της επιβληθεί, ενώ και η ίδια είχε εγκαταλείψει τον Σίλβα για να εξασφαλίσει την ασφαλή “μετάβαση” του Χονγκ Κονγκ από τους Βρετανούς στους Κινέζους. Ο Μποντ ξυρίζεται με τον “παραδοσιακό” τρόπο, ενώ αργότερα ο Κινκέιντ παρουσιάζει το μαχαίρι ως ύστατη καταφυγή στους “παραδοσιακούς” τρόπους μάχης. Η Μ και ο Μποντ ξεκινούν τη μεταξύ τους την κουβέντα περί ηλικίας και απόσυρσης, η οποία έπειτα συνεχίζεται από τον Μάλορι στην πρώτη του γνωριμία με τον Μποντ. Η εξεταστική επιτροπή αμφισβητεί τη χρησιμότητα του τομέα των πρακτόρων 00. Και φυσικά το όλο σχήμα της πλοκής οδηγεί στη διαδοχή των Μ, αλλά μ’ έναν τρόπο κατά τον οποίο αυτή η ανανέωση σημαίνει ταυτόχρονα την επιστροφή σε παραδοσιακά στοιχεία της τυπολογίας της σειράς, με την επανασύσταση των επιμέρους χαρακτήρων Μάνιπένι και Q, αλλά κυριότερα ίσως με την επιστροφή στον παλιότερο σχεδιασμό του γραφείου του Μ, με τη δερμάτινη πόρτα και την κλασικότροπη διακόσμηση της προ-Ντεντς εποχής. Αυτό το κυκλικό χρονικό παιχνίδι προετοιμάζεται ειδικότερα όταν ο Μποντ απαντάει στον Σίλβα ότι το χόμπι του είναι η “ανάσταση” και στην Μ όταν τον ρωτάει πού πάνε με την Aston Martin, λέγοντας “πίσω στον χρόνο”.

Εξίσου ισχυρό δείγμα της οργάνωσης και της μεθοδικότητας του σεναρίου είναι ο τρόπος με τον οποίο σχηματοποιεί κι ενισχύει τα συναισθηματικά διακυβεύματα και τις συγκρούσεις των τριών βασικών χαρακτήρων Μποντ, Σίλβα και Μ σαν έναν ανταγωνισμό αγοριών προς τη δεσποτική, ‘μεταχειρίστρια’ (manipulative) μητέρα. Και οι δύο τους έχουν ανάμεικτα συναισθήματα προς αυτή, αλλά σε διαφορετικές αναλογίες: ο Σίλβα έχει στόχο ζωής να τη σκοτώσει αλλά αδυνατεί να το κάνει όταν έρχεται η στιγμή, ενώ παρότι ο Μποντ την αποκαλεί σκύλα μπροστά της, αποκαλύπτεται τελικά ότι είναι γι’ αυτόν η μητέρα που δεν είχε ποτέ- γι’ αυτό και ‘φεύγει’ μαζί με το πατρικό του σπίτι, με τον Μποντ ν’ αποχαιρετά το οικογενειακό παρελθόν, πραγματικό και υποκατάστατο. Έτσι, το σενάριο αξιοποιεί ένα θέμα που είχε ξεκινήσει από τις δύο προηγούμενες ταινίες του Κρεγκ, καθώς φεύγοντας από το διαμέρισμα της Μ στο «Casino Royale» ο Μποντ χρησιμοποιεί για πρώτη φορά τη διφορούμενη ως τιμητική και ‘μητρική’ προσφώνηση Ma’am, κάτι που ο Μπρόσναν δεν έκανε ποτέ, ενώ στο «Quantum of solace» η Καμίλ τον ρωτάει αν αυτή που προσπαθεί να προστατεύσει είναι η μητέρα του κι εκείνος απαντάει αναφερόμενος στην Μ ότι “της αρέσει να νομίζει πως είναι”. Επίσης, φαίνεται επιτέλους να ολοκληρώνεται η τροχιά του χαρακτήρα που τον απαλλάσσει από κάθε συναισθηματικό δεσμό (Βέσπερ, Μ, οικογενειακό παρελθόν) και τον φέρνει στο σημείο εκκίνησης των παλιότερων ημερών της σειράς- ας ελπίσουμε από ‘δω και στο εξής μαζί και με λίγο περισσότερη από την ανεμελιά τους.

Ο Μέντες χειρίζεται τον ήρωα με υποδειγματική σιγουριά. Τον αποδυναμώνει αρκετά ώστε να τον κάνει πειστικότερο κι ευάλωτο, χωρίς να του στερεί την αυτοπεποίθηση που τον καθοδηγεί και την αίγλη που του αξίζει (το πλάνο στην ταράτσα με θέα το Λονδίνο και τις βρετανικές σημαίες που κυματίζουν περήφανα). Το απότομο πρώτο πλάνο του Μποντ αποπνέει τον δυναμισμό, τον αυτοέλεγχο και την ετοιμότητα του ήρωα, και υπόσχεται την ένταση που θ’ ακολουθήσει. Η επιμονή για αληθοφάνεια στις τοποθεσίες και στις σκηνές δράσης με πραγματικό γύρισμα αντί για ψηφιακό, αλλά και στις διαλογικές σκηνές με έμφαση στα ρεαλιστικά κίνητρα και αντιδράσεις, που αμβλύνονται με το χιούμορ το οποίο επιστρέφει συγκρατημένα αλλά εύστοχα. Η γεωμετρική πειθαρχία, η τάξη και τα έντονα χρώματα στις συνθέσεις που εκτελεί ο σπουδαίος διευθυντής φωτογραφίας Ρότζερ Ντίκινς, μαρτυρούν σκηνοθετική συγκρότηση, καθαρό όραμα, επίγνωση στόχου (διασκέδαση αξιώσεων). Μοναδική ίσως παρατήρηση σχετικά με τις σκηνές δράσης, είναι ότι ενώ παραμένουν έντονες και θεαματικές, ποτέ δε φτάνουν σε ευρηματικότητα τη σεκάνς ανθολογίας πριν τους τίτλους, δομική δυσαναλογία που εντοπίζεται επίσης στο «Ο κόσμος δεν είναι αρκετός» άλλα όχι στο «Casino Royale». Το πιάσιμο του ασανσέρ, οι πυροσβεστήρες στην αίθουσα της επιτροπής, η πάλη των σκιών στον ουρανοξύστη, το άλμα πάνω σε βαγόνι του μετρό και ο εκτροχιασμός ενός άλλου είναι βεβαίως έξυπνα στιγμιότυπα, ιδιαιτέρως ‘τζεϊμσμποντικά’ αλλά στερούνται έκταση και διάρκεια.

Το κάστινγκ λειτουργεί σε όλες του τις επιλογές: ο Μπαρδέμ ισορροπεί με απολαυστική ευελιξία ανάμεσα στο camp και στο τρομακτικά απειλητικό (το φλερτ προς τον Μποντ είναι μία ακόμη σεναριακή πρόκληση, στην οποία εκείνος αντεπεξέρχεται με αποστομωτική ψυχραιμία), η Ντεντς πραγματοποιεί τη συγκινητικότερή της εμφάνιση, ο Φάινς οδηγεί με χαμηλούς τόνους τον συνετό και τολμηρό Μάλορι στη νέα του θέση, ενώ η Χάρις και ο Γουίσο είναι δύο από τις πιο τολμηρά ανανεωτικές κι αποτελεσματικές επιλογές στην ιστορία της σειράς.

Όσο για τον Κρεγκ, με κάθε νέα ταινία διευρύνει περισσότερο τον χαρακτήρα του Μποντ, δίνοντας την πιο σκληροτράχηλη, αθλητική αλλά και συναισθηματική εκδοχή του μέχρι τώρα, με προφανέστερη έκφρασή της τα κοστούμια του, ραμμένα από τον Τομ Φορντ όπως και στο «Quantum of solace», ασφυκτικά στενά άλλα με πεντακάθαρες, αυστηρές γραμμές, ώστε ν’ αναδεικνύουν την ενεργητικότητα του χαρακτήρα εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την κομψότητά του.

Επίσης, για πρώτη φορά μετά το 1997 η σειρά αλλάζει συνθέτη, καθώς ο τακτικός συνεργάτης του Μέντες, Τόμας Νιούμαν, αντικαθιστά τον Ντέιβιντ Άρνολντ. Ο Νιούμαν αποδίδει επιτυχημένα τις διακυμάνσεις της ιστορίας (η δυσοίωνη προσέγγιση στο νησί του Σίλβα, ο ηρωισμός στο ποίημα του Τένισον, οι ελεγειακές τρομπέτες της Μ κ.α.), αλλά στερείται τη μελωδικότητα που διέθεταν τα θέματα του Άρνολντ, και την οποία εδώ ευτυχώς αναπληρώνει το όμορφο και μυστηριώδες τραγούδι τίτλων της Αντέλ το οποίο έγραψε η ίδια με τον συνεργάτη της Πωλ Έπγουορθ. Η επιστροφή του Ντάνιελ Κλάινμαν στον σχεδιασμό των τίτλων αρχής είναι ξανά ευρηματική κι εντυπωσιακή, με μοναδική απογοήτευση τον πυροβολισμό της κάννης ο οποίος για δεύτερη συνεχόμενη φορά σπάει χωρίς σοβαρό λόγο την παραδοσιακή συμμετρία και τοποθετείται στο τέλος του φιλμ, με ένα απλό κι επίπεδο σχέδιο που απογοητεύει, ειδικά όταν οι αφίσες της ταινίας υπόσχονταν την επιστροφή στην παραδοσιακή σχεδίαση του Μωρίς Μπίντερ, την οποία ο Κλάινμαν είχε εκσυγχρονίσει εξαιρετικά στις ταινίες του Μπρόσναν.

Τέλος, αναφορικά με τους τρόπους με τους οποίους η ταινία ‘γιορτάζει’ τα 50 χρόνια του Μποντ στον κινηματογράφο, παραθέτουμε μερικές από τις αναφορές σε προηγούμενες ταινίες: θάνατος Μποντ («Ζεις μονάχα δυο φορές»), όπλο με αναγνώριση χεριού («Προσωπική εκδίκηση»), “You must be joking” («Χρυσοδάκτυλος», «Πέθανε μια άλλη μέρα»), τα πεσμένα αγάλματα στο νησί του Σίλβα («Επιχείρηση Χρυσά Μάτια»), η επίθεση στην ΜΙ6 και ο τραυματισμός του Μποντ («Ο κόσμος δεν είναι αρκετός»), το πάτημα πάνω στον δράκο Κομόντο («Ζήσε κι άσε τους άλλους να πεθάνουν»), η προτροπή του Μποντ “for her eyes only” προς τον Τάνερ («Για τα μάτια σου μόνο») και προς την Ιβ “stop touching your ear” («Casino Royale»).

Όσο για την ισχυρότερη παρελθοντική αναφορά απ’ όλες, χρησιμοποιείται περισσότερο συμβολικά παρά κυριολεκτικά, σε μια διακειμενική ταυτολογία που γίνεται ένα από τα διασκεδαστικότερα στοιχεία της ταινίας. Το σενάριο αποφεύγει επιδεικτικά την ελάχιστη δυνατή διευκρίνιση σχετικά με την προέλευση της Aston Martin DB5 (η οποία προφανώς είναι εκείνη του «Χρυσοδάκτυλου», αλλά αν δεν είναι εταιρικό αμάξι θα πρέπει να είναι εκείνη του «Casino Royale»), διασαφήνιση που εν τέλει είναι αχρείαστη μια και ο Μέντες αξιοποιεί τη δύναμή της ως σύμβολο της σειράς, σαν σημάδι γνησιότητας και κινηματογραφικής πεμπτουσίας του ήρωα με αναγωγή στις κανονικές απαρχές της εποχής Κόνερι. Το αμάξι ορίζει τον Μποντ μέσα στην ταινία, επειδή ο θεατής αναγνωρίζει την καταγωγή του από τα πρώτα χρόνια της σειράς κι όχι από κάποιο παρελθόν της πλοκής. Δε χρειάζεται να ξέρουμε την αφηγηματική προέλευση του αυτοκινήτου, γιατί γνωρίζουμε την εξωφιλμική και μας αρκεί, ενώ ο ίδιος ο Μποντ δε θυμώνει με τον εμπρησμό του σπιτιού του αλλά με την καταστροφή του διαχρονικού αμαξιού του, ουσιαστικά κλείνοντάς μας το μάτι για να αναγνωρίσει τα προηγούμενα 50 χρόνια και να μας διαβεβαιώσει ότι δεν τελειώνουν εδώ.

Μετά από μισό αιώνα κινηματογραφικής ζωής, ο 007 εξακολουθεί να συγκεντρώνει στην ίδια αίθουσα διαφορετικές γενιές, κι απ’ ό,τι φαίνεται θα συνεχίσει να το κάνει, αφού η μέχρι στιγμής εισπρακτική πορεία του «Skyfall» τον οδηγεί σε μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες στην ιστορία του. Ο Ντάνιελ Κρεγκ έχει υπογράψει για δύο ταινίες ακόμη, ενώ έχει ανακοινωθεί ότι η επόμενη θα φτάσει στις οθόνες του κόσμου το 2014, γραμμένη ξανά από τον Τζον Λόγκαν και με τους υπόλοιπους συντελεστές να παραμένουν άγνωστοι προς το παρόν. Χρόνια πολλά κύριε Μποντ!