Toυ Φώτη Κωσταντινίδη*

Σύμφωνα με τον μεγάλο στοχαστή Κορνήλιο Καστοριάδη, ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς του 19ου αιώνα, και γενικότερα της Νεώτερης Ελλάδας, μαζί με τον Χαρίλαο Τρικούπη και τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Ένας υπερήφανος και αγέρωχος Λάκωνας που γαλουχήθηκε με εθνικό πνεύμα από τον αγωνιστή και από ιστορική οικογένεια πατέρα του, Σπύρο Κουμουνδούρο, και την παιδεία του στο γυμνάσιο του Ναυπλίου, στη Γεννάδιο Σχολή και στη Νομική Σχολή του νεοσύστατου Οθωνείου Πανεπιστημίου.

Σε ηλικία 26 ετών έλαβε μέρος στην επανάσταση του Χαιρέτη το 1841, επικεφαλής ομάδας Λακώνων φοιτητών και λογίων που συγκέντρωσε για να κατεβούν στην Κρήτη να πολεμήσουν τους Τούρκους στο πλευρό του Σφακιανού φίλου, συμμαθητή και συμφοιτητή του, Γεωργίου Ξενουδάκη, ο οποίος είχε εκλεγεί και Γραμματέας της Επανάστασης. Μια επανάσταση που κατέληξε, όπως αναμενόταν, σε πανωλεθρία και διακινδύνευσε η ίδια η ζωή του στη μάχη του Αποκόρωνα. Μια εμπειρία και ένα βίωμα που θα του χρησιμεύσουν αργότερα, στην Κρητική Επανάσταση του 1866, όταν, ως πρωθυπουργός πλέον, αποφασίζει να μην παρασυρθεί από τον πατριωτισμό του και, προ παντός, από τις υστερόβουλες προτροπές των Ξένων Δυνάμεων και εμπλακεί σε στρατιωτικά αδύναμη και ανέτοιμη Ελλάδα σε ανοικτό πόλεμο με τη στρατιωτικά ισχυρή και πανέτοιμη Τουρκία. Αντίθετα, το 1877, απέδειξε την ηρωική του φύση και φιλοπόλεμη ιδιοσυγκρασία του, όταν, ως πρωθυπουργός πάλι, απείλησε αυτή τη φορά με πόλεμο την Τουρκία, έχοντας όμως προηγουμένως παρατάξει 40.000 ετοιμοπόλεμους στρατιώτες στη Θεσσαλία. Με αυτή την ιδιοφυή πολιτική προσέγγιση ανάκτησε η Ελλάδα αναίμακτα τη Θεσσαλία και την Άρτα, με την αναγκαστικά αναμενόμενη παρέμβαση των Ξένων Δυνάμεων.

Η υπέρ της πολεμικής πολιτικής θέση του τεκμηριώνεται άλλη μια φορά όταν, στην προσπάθειά του να ελέγξει τη ληστεία, η οποία με τη Σφαγή στο Δήλεσι το 1870 είχε προκαλέσει στους ξένους ένα ανεπιθύμητο αίσθημα ανασφάλειας, χάρισε αμνηστία σε 100 ληστές για να φύγουν και να πολεμήσουν στην Κρήτη. Γιατί ο πατριωτισμός του και η μανιάτικη καταβολή του τον έφερναν πολύ κοντά στην Κρήτη, ωσάν να υπήρχε κάπου στο χρόνο μια κοινή ρίζα. Εξ ου και η στενή φιλία του με τον Γεώργιο Ξενουδάκη.

Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, που διετέλεσε πρωθυπουργός δέκα φορές, είχε κοινωνικό όραμα και διακρινόταν για το ήθος του και το δεινό ρητορικό του λόγο. Οι πολιτικές αγορεύσεις του για οικονομικά, κοινωνικά και διοικητικά θέματα ξεχώριζαν και χαρακτηρίζονταν από αφοπλιστική ειλικρίνεια, ακριβολογία, ψυχραιμία και τόλμη. Ο ίδιος διακατεχόταν από γνήσιο δημοκρατικό πνεύμα με μια δυνατή αίσθηση του δικαίου και μια διαφανή πολιτική ακεραιότητα. Φρόντισε να ρυθμίσει το φορολογικό σύστημα με περισσή ευμένεια προς το λαό και προχώρησε σε ανακατανομή 2.650.000 στρεμμάτων γης. Παράλληλα, εισήγαγε το 1872 τον περίφημο ΦΠΣΤ’ Νόμο “Περί Ευθύνης Υπουργών”, όταν παραπέμφθηκαν σε ειδικό δικαστήριο όλοι οι συνεργάτες του τότε Υπουργού Οικονομικών, και πρώην Πρωθυπουργού, Δημήτρη Βούλγαρη, με την κατηγορία πλαστογραφίας και άλλων πράξεων διαφθοράς. Αξιοσημείωτο είναι ότι το πρώτο Υπουργείο που είχε αναλάβει ο ίδιος στην αρχή της πολιτικής του σταδιοδρομίας ήταν το Υπουργείο Οικονομικών επί Πρωθυπουργίας Δημήτρη Βούλγαρη!

Η διαφθορά που ταλανίζει τη σημερινή κοινωνία υπήρχε και τότε, όπως υπήρχε από καταβολής κόσμου και πάντα θα εξαρτάται από την ποιότητα του κάθε ανθρώπου. Αρκεί να αναφερθούμε στο περίφημο ριφιφί του 1867, επί πρωθυπουργίας Κουμουνδούρου, όταν εκλάπη ένα μεγάλο ποσό από το Κρατικό Ταμείο με οργανωτές και δράστες πέντε γνωστούς και ευυπόληπτους Αθηναίους. Τρία χρόνια πριν, το 1864, αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν καθώς πορευόταν προς την Εθνοσυνέλευση. Παρόλο που είναι δύσκολο να κατανοήσουμε σε βάθος τους πολιτικούς και τα πραγματικά τους κίνητρα, η πλάστιγγα της ιστορίας φαίνεται να γέρνει προς μια θετική αξιολόγηση της πολιτικής προσφοράς του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου και ο νόμος του “Περί Ευθύνης Υπουργών” είναι σήμερα πιο επίκαιρος από ποτέ. Η ειρωνεία είναι ότι τον διαδέχτηκε ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, ο κατ΄εξοχήν αντίπαλος του άλλου σημαντικού πολιτικού της εποχής, Χαρίλαου Τρικούπη. Του πολιτικού, ο οποίος, όπως ο Περικλής, εξόδευσε το δημόσιο χρήμα για τα δημόσια έργα που έμειναν και προώθησαν την ανάπτυξη και την εξέλιξη της χώρας. Μείζονα έργα, όπως τη διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου, την αποξήρανση της Κωπαΐδας, την ανέγερση σημαντικών δημοσίων κτιρίων, την κατασκευή φάρων, την αναδιοργάνωση της τηλεγραφικής και της ταχυδρομικής υπηρεσίας και κυρίως την ανάπτυξη της συγκοινωνίας με την κατασκευή σιδηροδρομικού και οδικού δικτύου. Ο Δηλιγιάννης, που στο τέλος αποπειράθηκε να χαράξει μια πολιτική η οποία συνδύαζε ένα αλόγιστα χαλαρό φορολογικό σύστημα με την τοποθέτηση “ημετέρων” σε υψηλές θέσεις με μυθικές αμοιβές, οδήγησε τελικά την Ελλάδα σε οικονομική καταστροφή, με αποτέλεσμα ο Χαρίλαος Τρικούπης να κηρύξει τη χώρα το 1893 σε πτώχευση με τη γνωστή φράση “Δυστυχώς επτωχεύσαμεν”.

* Ο Φώτης Κωνσταντινίδης είναι σεναριογράφος-σκηνοθέτης