
Πέρασα χθες απ’ τα γνωστά μου τα δρομάκια,
που εγώ τα διάβαινα στα χρόνια των σπουδών.
Στα σπίτια, βλέπεις Τσιγγανάκια κι Αλβανάκια,
μα και παράξενες μορφές άλλων λαών
Σε όσα τύχει ανοιχτές να ‘χουν τις πόρτες ,
θα δεις σωρό τα υλικά του παλιατζή
Του κανταδόρου, δεν ακούονται πια νότες ,
έρημος είναι και ο φούρνος του Χατζή
Λίγα απ’ τα σπίτια, τα παλιά, έχουν αλλάξει
μα γειτονεύουν με ξενόγλωσσες αυλές
και σε ποια γλώσσα για βοήθεια να φωνάξει
αν χρειαστεί τ’ αφεντικό, που είναι πολλές
Τους μαθητές πια αποχωρίστηκαν οι δρόμοι
Σ’ αυτούς ποδιά μπλε, τώρα δε κυκλοφορεί
Ο κόσμος άλλαξε, αλλάξανε κι οι νόμοι,
κι ούτε πηλήκιο κεφάλι δε φορεί
Σ’ ένα σπιτάκι φτωχικό, κάνω μια στάση.
Κοιτάζω γύρω μου, γνωστός μήπως φανεί,
και μια κυρά δειλά- δειλά θα πλησιάσει,
-Με λένε Άννα, μέσα μένουν Γεωργιανοί
Εσύ ποιος είσαι και σε βλέπω, που κοιτάζεις ,
σ’ αυτό το σπίτι που ως προχθές , ήταν κενό,
και σε θωρώ που κάπου- κάπου αναστενάζεις;
-Κάτι μου φέρνει στο μυαλό μου και πονώ
Εδώ έχω ζήσει τα μαθητικά μου χρόνια
--Είσαι , Γιώργος, σε θυμήθηκα καλά,
μόνο, που τότε, στα μαλλιά δεν είχες χιόνια
--Σωστά το λες, μα ‘χουν περάσει και πολλά
--Σ’ αυτό που ξέρεις , το μακρόστενο, σοκάκι,
είμαι η μόνη που μιλώ ελληνικά.
Πονά η ψυχή μου, όταν θυμηθώ λιγάκι,
τα χρόνια εκείνα της ζωής , τα παιδικά
Θυμούμαι, τις γειτόνισσες τα όμορφα βράδια,
να βεγγερίζουν με τις πόρτες ανοιχτές,
και τώρα ανατριχιάζεις στα σκοτάδια
κι όλο μπερδεύεις τους διαβάτες με ληστές
--Είν’ απ’ αυτούς που ‘χουν το σπίτι ανακαινίσει
και το ‘χει χτίσει σε καινούρια πια δομή
μα το’ χει, μου πε, σοβαρά μετανοήσει,
δεν υπολόγισε, αυτήν την παιδωμή
Αποχαιρέτησα, και έφυγα θλιμμένος,
γιατί γυρίσανε στο νου μου τα παλιά
και προσπαθώ να μη φανώ παροπλισμένος,
μα με προδίδουν, τα λευκά μου τα μαλλιά
Σημείωση:
Μπήκε ο Σεπτέμβριος και παράλληλα αρχίζει η νέα σχολική χρονιά σε όλα τα επίπεδα της Εκπαίδευσης. Πολλοί γονείς, προερχόμενοι από ολόκληρη την Ελλάδα, συναντιούνται στους δρόμους του Ηρακλείου, διαβάζοντας τις ανακοινώσεις ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ για να βρουν κάποια φτηνή, ίσως, ανθρώπινη όμως, «γκαρσονιέρα»,και να εγκαταστήσουν τα 18χρονα και πάνω παιδιά τους, που αποφοίτησαν από το Λύκειο και πέτυχαν την εισαγωγή τους στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα Ηρακλείου.
Το ίδιο φαινόμενο παρετηρείτο και την δεκαετία του ’50, που εγώ θυμούμαι, από γονείς της επαρχίας Ηρακλείου, αλλά και των όμορων περιοχών, του νομού Ρεθύμνης και Λασιθίου, όχι για την εξεύρεση μιας «ανθρώπινης» (ευάερης, άνετης, επιπλωμένης με θέρμανση και λουτρό…) κατοικίας, αλλά κάποιας «κάμερας» που θα χρησίμευε ως υπνοδωμάτιο, κουζίνα, σαλόνι και θα διέθετε και ηλεκτρικό ρεύμα για διάβασμα και μόνο, για να στεγάσει τους …. 12χρονους (κυρίως άρρενες) μαθητές, απόφοιτους του δημοτικού, που πέτυχαν την εισαγωγή τους στα δύο γυμνάσια του Ηρακλείου και μάλιστα ρωτώντας κάποιους γνωστούς.
Ο ερχομός στη μνήμη μου αυτής της εποχής, με παρακίνησε στη σύνθεση του παραπάνω ποιήματος, που αναφέρεται σε κάποιες μόνο πτυχές της.

