Η ευπρόσδεκτη ανανέωση ενός από τους πιο αγαπητούς υπερ-ήρωες.

THE AMAZING SPIDER-MAN (3D)

Σκην.: Μαρκ Γουέμπ

Πρωτ.: Άντριου Γκάρφιλντ, Έμα Στόουν, Ρις Άιφανς, Ντένις Λίρυ, Μάρτιν Σιν, Σάλυ Φιλντ, Ίρφαν Καν, Κάμπελ Σκοτ

Ο τελειόφοιτος λυκείου Πήτερ Πάρκερ δαγκώνεται από μια μεταλλαγμένη αράχνη και αποκτά υπεράνθρωπες δυνάμεις. Στην αναζήτησή του για τον δολοφόνο του θείου του θα υιοθετήσει την ταυτότητα του Spider-Man, του ατρόμητου κυνηγού των κακοποιών, αλλά η πρώτη του αποστολή θα είναι πολύ πιο δύσκολη απ’ ό,τι περίμενε, καθώς έχει ν’ αντιμετωπίσει τη Σαύρα, δηλαδή τον επιστήμονα Κερτ Κόνορς που μεταλλάσσεται σε τερατώδες ερπετό χάρη σ’ έναν ειδικό ορό. Ο Κόνορς ήταν παλιός συνεργάτης του πατέρα του Πήτερ, και από τους λίγους που γνωρίζουν τα πραγματικά αίτια του θανάτου του όταν εκείνος ήταν ακόμη παιδί.

Τρισδιάστατη επανεκκίνηση της σειράς ταινιών με ήρωα τον χαρακτήρα της Marvel Comics που δημιούργησαν το 1962 ο Σταν Λη και ο Στιβ Ντάιτκο. Ο Σαμ Ράιμι έδωσε την πρώτη τριλογία με πρωταγωνιστικό ζευγάρι τον Τόμπι Μαγκουάιρ και την Κίρστεν Ντανστ (2002, ’04, ’07), αλλά παρά την τεράστια εμπορική επιτυχία των ταινιών, η Sony αποφάσισε ότι ήταν ήδη καιρός για ανανέωση και ανακοίνωσε ότι θα προχωρούσε στις επόμενες ταινίες με νέα πρόσωπα μπροστά και πίσω από τις κάμερες. Οι επιφυλακτικές αντιδράσεις για την απόφαση του στούντιο ενισχύθηκαν μετά από την επιλογή του σκηνοθέτη Γουέμπ ως αντικαταστάτη του Ράιμι, εντελώς άπειρου στο είδος υπερ-ηρώων και με μοναδικό διαπιστευτήριο την έξυπνη κι ευαίσθητη ρομαντική κομεντί «500 μέρες με τη Σάμερ» («500 days of Summer», 2009). Ακόμη περισσότερες επιφυλάξεις δημιούργησε η επιλογή να ξαναδούμε το ξεκίνημα του ήρωα, όταν αυτός ήταν ακόμη στο σχολείο. Ωστόσο, όλα τα παραπάνω επισκίαζε η ανάγκη για μια περισσότερο ενδιαφέρουσα οπτική σ’ έναν από τους δημοφιλέστερους ήρωες των κόμικ, μακριά από τη μάλλον διεκπεραιωτική εκδοχή που είχε δώσει ο Ράιμι και που είχε εκφυλιστεί πριν προλάβει να ωριμάσει. Συνεπώς, το ερώτημα είναι αν τελικά η νέα κατεύθυνση αποδεικνύεται καθόλου ενδιαφέρουσα και η απάντηση κατά τη γνώμη μας είναι ευτυχώς και σίγουρα ναι.

Η προφανέστερη βελτίωση έρχεται από το καστ. Ο Γκάρφιλντ και η Στόουν είναι από τους πιο ταλαντούχους ηθοποιούς της νεότερης γενιάς και φρεσκάρουν τους ρόλους τους με νεύρο και σεξ-απίλ, που το προηγούμενο ζευγάρι μάλλον στερούταν. Ο Γκάρφιλντ ισορροπεί όμορφα τη μαθητική, αμήχανη πλευρά του Πήτερ αξιοποιώντας την εκφραστικότητα των χεριών, του προσώπου και της ομιλίας, και την ηρωική του πλευρά με περισσότερη επιθετικότητα και ειρωνία, στο όριο του ‘κωλοπαιδισμού’.

Βεβαίως, αυτό σημαίνει ότι και οι χαρακτήρες είναι γραμμένοι διαφορετικά, ελαφρώς σκοτεινότεροι, πιο περίπλοκοι, πιο ζωηροί κι ευδιάθετοι, χωρίς τη μιζέρια και το άνοστο των ταινιών του Ράιμι, με τον γενικότερο τόνο του σεναρίου δραματικότερο από πριν και το χιούμορ πιο σαρκαστικό. Για παράδειγμα, ο θάνατος του θειου Μπεν εδώ προκαλεί ξανά θυμό ως την κινητήρια δύναμη του ήρωα, χωρίς όμως τόσο έντονη την ενοχή που υπήρχε στην ταινία του Ράιμι. Επίσης ο θάνατος του θείου Μπεν μοιάζει σαν ένας ‘υπο-θάνατος’ μέσα στο μεγαλύτερο σχήμα απώλειας αγαπημένων προσώπων που ξεκινάει από τον χαμό των γονιών του Πήτερ όταν εκείνος ήταν ακόμη μικρο παιδί, γεγονός που η προηγούμενη τριλογία δεν είχε αγγίξει καθόλου, και που πρόκειται να σταθεί καθοριστικό για την πορεία του ήρωα, όπως δείχνει η σύντομη σκηνή που βρίσκεται ‘κρυμμένη’ στους τίτλους τέλους.

Υφολογικά, η γενικότερη συμβολή του Γουέμπ εντοπίζεται στη λιγότερο καρτουνίστικη, περισσότερο ‘προσγειωμένη’ και μοντέρνα σκηνοθεσία, που γίνεται προφανέστερη στην ενδυματολογία και τη συνολικότερη εμφάνιση των ηρώων (ο Γκάρφιλντ είναι ένα cool που περιμένει να εκραγεί, σε αντίθεση με τον Μαγκουάιρ που ήταν ο ορισμός του ‘σκέτου’, ενώ η θεια Μέι είναι μια κοινή μεσήλικη γυναίκα αντί μια αγία με τα λευκά της μαλλιά δεμένα κότσο), αλλά και στην επιλογή και φωτογράφηση των χώρων (π.χ. το ναυπηγείο όπου ο Πίτερ κάνει την εξάσκησή του). Ο σκηνοθέτης προδίδει τις καταβολές του, εμφυσώντας την ευαισθησία και την αγωνία του νεανικού έρωτα, όπως τόσο εύστοχα είχε κάνει στην προηγούμενή του ταινία, κι έτσι το συνολικό αποτέλεσμα μοιάζει σαν ρομαντική κομεντί με υπερ-ήρωα, μια μάλλον ασυνήθιστη αλλά αποτελεσματική παραλλαγή, συναισθηματικά πλουσιότερη από το καλοκουρδισμένο αλλά επιφανειακό πολύχρωμο καρτούν του Ράιμι.

Η στερεοσκοπική κινηματογράφηση (3D) ενισχύει τα πλάνα αιώρησης του ήρωα πάνω από τη Νέα Υόρκη και η δράση είναι γενικότερα θεαματική, ενώ οι περισσότερες σκηνές είναι γυρισμένες τη νύχτα, επιλογή που εντείνει τον σοβαρότερο τόνο της ιστορίας. Ο ‘λαϊκισμός’ του Ράιμι διατηρείται αλλά με λιγότερη αφέλεια, ενώ η μουσική του Τζέιμς Χόρνερ δίνει μια παιγνιώδη κι ευαίσθητη επένδυση που δε χάνει τον ενθουσιασμό της, μαζί μ’ ένα καινούριο επικό θέμα για τον ήρωα.

Η μόνη ίσως σχετική απογοήτευση είναι ότι η ανανέωση δε φτάνει μέχρι τη δομή της πλοκής που παραμένει απολύτως προβλέψιμη και συνηθισμένη, ενώ μερικές λεπτομέρειες του σεναρίου θα μπορούσαν να είναι επίσης περισσότερο προσεγμένες (π.χ. η αναμαλλιασμένη Σάλι Φιλντ παραμένει αναξιοποίητη ως θεία Μέι, σε αντίθεση με τον εμφανώς πιο καλογραμμένο θείο Μπεν). Όσο για τον κακό της υπόθεσης, ο Άιφανς αποδεικνύει το ευέλικτο υποκριτικό του εύρος και η ψηφιακή όψη της Σαύρας είναι αρκούντως απειλητική, αλλά, εντελώς υποκειμενικά μιλώντας, στη συγκεκριμένη σειρά μας έχει λείψει ένας κακός που στο τέλος δε ζητάει συγγνώμη για όσα έχει κάνει, αφού η υποτιθέμενη ηθική αμφισημία των κακών μειώνει την εξωφρενικότητά τους και τον αντίκτυπό τους έναντι του ήρωα. Εμπορικά, το φιλμ έχει ξεπεράσει τα 520 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως μέσα σε δύο εβδομάδες και η έξοδος του «The amazing Spider-Man 2» έχει ήδη προγραμματιστεί για τις 2 Μαΐου 2014.