Επιστημονική φαντασία, όνομα και πράγμα, από έναν βετεράνο του είδους.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ (3D)

PROMETHEUS

Σκην.: Ρίντλεϊ Σκοτ

Πρωτ.: Νούμι Ραπάς, Μάικλ Φασμπέντερ, Σαρλίζ Θίρον, Ίντρις Έλμπα, Λόγκαν Μάρσαλ-Γκριν, Σων Χάρις, Γκάι Πιρς

Στα τέλη του 21ου αιώνα, μια ομάδα επιστημόνων ταξιδεύει στο διάστημα με το διαστημόπλοιο Προμηθέας αναζητώντας τα ίχνη ενός εξωγήινου πολιτισμού, από τον οποίο πιστεύουν ότι προέρχεται το ανθρώπινο είδος. Η ανακάλυψή τους όμως δε φέρνει μόνο ευχάριστα νέα.

Η ταινία με την οποία ο βρετανός Σκοτ επιστρέφει έπειτα από τριάντα χρόνια στο είδος της επιστημονικής φαντασίας, στην οποία χάρισε τα ορόσημα«Alien» (1979) και «Blade Runner» (1982). Εδώ επανέρχεται στο σύμπαν του «Alien» για να αφηγηθεί την ιστορία μιας βιολόγου που αναζητά παθιασμένα την αρχή της δημιουργίας και είναι κυριολεκτικά διατεθειμένη να φτάσει ως την άκρη του σύμπαντος για να τη βρει. Παράλληλα, το φιλμ λειτουργεί σαν prequel του «Alien», αφού όχι μόνο εκτυλίσσεται πριν από τα γεγονότα του, άλλα εξηγεί και προετοιμάζει μερικά πολύ βασικά από αυτά. Όραμα μεγάλης κλίμακας γυρισμένο τρισδιάστατα, σοβαρό, σκοτεινό, αλλά μόνο μερικώς εμπνευσμένο, αφού τελικά η πλοκή επαναλαμβάνει τη δομή ‘σταδιακής εξολόθρευσης’ του «Alien» και αφήνει συγκεχυμένα αρκετά από τα ερωτήματα που θέτει, τα οποία προφανώς πρόκειται να διασαφηνιστούν σ’ ένα δεύτερο μέρος που η ταινία προαναγγέλλει με την κατάληξή της, αλλά προς το παρόν υπονομεύουν τον φιλοσοφικό συλλογισμό του φιλμ.

Καταρχάς, ας ξεκαθαριστεί τη σχέση με τα «Alien», η οποία ενδεχομένως να μπερδέψει κάποιους. Ο πλανήτης στον οποίο προσεδαφίζεται ο Προμηθέας δεν είναι ο ίδιος μ’ εκείνον όπου προσεδαφίζεται το Νοστρόμο στα «Alien» και «Aliens» (1986, Τζέιμς Κάμερον). Ωστόσο, το διαστημόπλοιο των εξωγήινων, τα ίδια τα πλάσματα (γνωστά με το άτυπο όνομα ως Space Jockeys), ο Γουέιλαντ και η εταιρεία του, καθώς επίσης η εξελικτική πορεία των alien μέχρι την τελική τους μορφή στην τελευταία σκηνή, οδηγούν σε μια υπόθεση πως ό,τι συνέβη στον πλανήτη του «Προμηθέα» συνέβη κατ’ επέκταση και σε άλλους πλανήτες, όπως εκείνον του «Alien» με τα γνωστά γεγονότα που ακολούθησαν κάμποσα χρόνια αργότερα. Τα γεγονότα δηλαδή των δύο ταινιών αποτελούν τμήματα ενός γενικότερου ατυχήματος που ξεκινάει και εξηγείται εδώ.

Το κύριο θέμα της ταινίας είναι η αναζήτηση των θεμελιωδών απαντήσεων για την προέλευση της ζωής. Κατ’ αναλογία με τον μυθολογικό ήρωα, το σκάφος Προμηθέας οδηγεί στη γνώση αλλά και την τιμωρία- έστω κι αν η δεύτερη μένει ανεξήγητη. Η δράση και το θέαμα της ταινίας περιβάλλονται από στοιχεία που τονίζουν την επιστημονική δίψα για ανακάλυψη και το κεντρικό δίλημμα που αφόρα τον στόχο των ηρώων, δηλαδή τον θρησκευτικό ή αμιγώς επιστημονικό χαρακτήρα του. Κεντρική ηρωίδα, μοναδική -άνθρωπος- επιζήσασα, και συνεχίστρια της πλοκής, η επιστήμονας Ελίζαμπεθ για την οποία αυτό το ταξίδι αποτελεί σκοπό ζωής, όπως και για τον συνεργάτη και σύντροφό της, Τσάρλι. Παρατηρήστε επίσης το κεντρικό μουσικό θέμα της ταινίας που αποδίδει τον ζήλο, τον ενθουσιασμό και την ελπίδα της επιστημονικής αναζήτησης και που επαναλαμβάνεται ακόμη και σε κρίσιμες στιγμές όπου ανακύπτει κίνδυνος, θυμίζοντας ότι κι αυτός αποτελεί μέρος άλλα ξεπερνιέται επίσης από τον απώτερο στόχο των ηρώων, που είναι η αναζήτηση της αλήθειας με κάθε κόστος. Ένα εντυπωσιακό σκηνοθετικό μοτίβο στην ίδια κατεύθυνση νομίζουμε πως είναι η επιλογή του Σκοτ για πλάνα όπου αντιπαρατίθενται τα μεγέθη μέσα στο σύμπαν. Τα πλάνα του Προμηθέα καθώς ταξιδεύει προς τον προορισμό του, διασχίζοντας τους γαλαξίες ή προσεγγίζοντας τον πλανήτη αφήνουν το σκάφος σε μικροσκοπικό μέγεθος μπροστά στα γιγάντια ουράνια σώματα ή την αχανή περιοχή του διαστήματος. Με μια πολύ απλή και περιεκτική διαφορά μεγεθών, ο Σκοτ υπενθυμίζει συνεχώς την αδυναμία, την ασημαντότητα άλλα και την επιμονή μαζί με το θαύμα του ανθρώπου να θέτει και αν ερευνά ερωτήματα για τον κόσμο που τον περιβάλλει.

Το ότι μια γυναίκα επιστήμονας αποτελεί ταυτόχρονα τον κύριο χαρακτήρα του φιλμ και εκφραστή των κεντρικών φιλοσοφικών ζητημάτων του, ακολουθεί δύο παραδόσεις. Από τη μία, αυτήν της ίδιας της σειράς των «Alien» με ηρωίδα την Έλεν Ρίπλεϊ (ενσαρκωμένη και στα 4 φιλμ από τη Σιγκούρνι Γουίβερ), κι από την άλλη, ταινιών με ηρωίδες γυναίκες επιστήμονες που υπηρετούν παθιασμένα το αντικείμενό τους ακόμη και με κίνδυνο της ζωής τους, υπερασπιζόμενες την επιστημονική αρχή απέναντι στο θρησκευτικό αίσθημα και κατεστημένο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η «Επαφή» («Contact», 1997) του Ρόμπερτ Ζεμέκις και η «Αγορά» («Agora», 2009) του Αλεχάντρο Αμενάμπαρ. Σε αντίθεση όμως με τις αμιγώς σκεπτικίστριες και ορθολογίστριες ηρωίδες εκείνων των ταινιών, η Ελίζαμπεθ εδώ ενσαρκώνει ένα πιο συμβιβαστικό επιχείρημα ανάμεσα στην επιστήμη και τη θρησκεία. Ανικανοποίητη από την ανακάλυψή τους αφού δεν παρέχει τελική απάντηση, συνεχίζει για να βρει ποιος δημιούργησε τους δημιουργούς, κρατώντας όμως τον σταυρό στον λαιμό της, αφήνοντας ανοιχτό το περιθώριο για μεταφυσικές απαντήσεις. Προκειμένου να υποστηρίξει τόσο την υπόθεση εργασίας της όσο και το μεταφυσικό ενδεχόμενο, δηλώνει χαρακτηριστικά ότι “δεν είναι αυτό που ξέρω, αλλά αυτό που επιλέγω να πιστέψω”, ατάκα γραμμένη ώστε να δείχνει τη συνάφεια της γνώσης με την πίστη.

Ακόμη όμως κι όταν η ηρωίδα αναγνωρίζει ρητά στο τέλος τα κενά που εσκεμμένα αφήνει το σενάριο, και για τα οποία ξεκινάει ένα νέο ταξίδι δελεάζοντας για μια δεύτερη ταινία, παραμένουν ασάφειες που δε θίγονται καν, όπως η μυστηριώδης αυτοκτονία (;) στην πρώτη σκηνή ή η σημασία του ‘νεκροταφείου’ και η διαφορά του από την αποθήκη κ.α.

Η προβλέψιμη δομή και η ασάφεια της πλοκής ωστόσο, ισοσκελίζονται από τον πάντα εντυπωσιακό σχεδιασμό της παραγωγής και των εφέ, που εν μέρει ακολουθεί εκείνον του πρώτου «Alien» (π.χ. το εσωτερικό των σκαφών), την αραιή αλλά έντονη δράση, καθώς και το εύστοχο καστ που μας δίνει το πιο περίπλοκο κι ενδιαφέρον ανδροειδές της σειράς (Φασμπέντερ), μια ‘παγωμένη’ παραμελημένη κόρη με σύμπλεγμα κατωτερότητας (Θιρόν), κι έναν επιβλητικό, ικανό, συνετό και άνετο διοικητή σκάφους στο πρόσωπο του εξαιρετικού Έλμπα.