Εφηβικές και εξωγήινες περιπέτειες.

ΑΝΑΨΕ ΜΕ

FÅ MEG PÅ, FOR FAEN

Σκην.: Γιάνικε Σιστάντ Γιάκομπσεν

Πρωτ.: Ελένε Μπέργκσολμ, Μαλίν Μπιερχόβντε, Χενριέτε Στέενστρουπ, Μπεάτε Στέφρινγκ

Η 16χρονη Άλμα βιώνει τη σύγχυση από το ξύπνημα της σεξουαλικότητας, καθώς αδυνατεί να κερδίσει την προσοχή του συμμαθητή της με τον οποίο είναι ερωτευμένη, και καταφεύγει σε αδιέξοδες λύσεις, καταφέρνοντας απλώς να αποξενωθεί από τις φίλες, τους συμμαθητές και τη μητέρα της.

Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της νορβηγίδας Όλαουγκ Νίλσεν, αυτή η νεανική κομεντί μιλάει για την αναστάτωση που δημιουργεί η αφύπνιση της σεξουαλικότητας στη διάρκεια της εφηβείας, μέσα από την ιστορία ενός κοριτσιού που προσπαθεί να καταλάβει και να εκφράσει αυτή την καινούρια πλευρά του εαυτού της. Παρότι η πλοκή επαναλαμβάνεται σ’ έναν βαθμό από ένα σημείο κι έπειτα, η ταινία συνολικά καταφέρνει ν’ αποδώσει την αγωνία της ηλικίας με τρυφερότητα, χιούμορ, χωρίς δραματικές υπερβολές και σεμνοτυφία, αλλά με ειλικρίνεια και περιστασιακή αποκαλυπτικότητα που μπορεί να ξενίσει, μοιάζοντας αταίριαστη με τη γενικότερη ευαισθησία της ταινίας, αλλά κατά τη γνώμη μας εκφράζει ακριβώς το αίσθημα αποκάλυψης και εξερεύνησης ενός νέου και ακόμη μυστήριου, συναρπαστικού και ταυτόχρονα σοκαριστικού κόσμου που καλούνται να γνωρίσουν οι έφηβοι, καθώς και την αδεξιότητα που συνοδεύει αυτή την προσπάθεια.

Πολύ καλή ερμηνεία από τη νεαρή πρωταγωνίστρια Μπέργκσολμ, και φωτογραφία γεμάτη από παστέλ χρώματα που διαβεβαιώνουν για την ευαισθησία της κοπέλας μέσα σ’ όλη τη σύγχυση που περνάει και τις επιπόλαιες κινήσεις που κάνει. Σημαντική επίσης η οπτική της μητέρας, η οποία είναι εξίσου ανίσχυρη με την κόρη της, καθώς προσπαθεί να μετριάσει τη γονική ανησυχία της και να τη βοηθήσει.



ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ 3

MEN IN BLACK 3

Σκην.: Μπάρι Σόνενφελντ

Πρωτ.: Γουίλ Σμιθ, Τόμι Λη Τζόουνς, Τζος Μπρόλιν, Έμα Τόμσον, Ζεμαίν Κλεμάν, Νικόλ Σέρζινγκερ

Ο πράκτορας των Αντρών με τα Μαύρα, J, πρέπει να ταξιδέψει πίσω στο 1969 για να προστατέψει τον Κ από έναν επικίνδυνο εξωγήινο εγκληματία που απειλεί τη ζωή του και μαζί του ολόκληρο τον πλανήτη.

Τρίτη προσθήκη στην κινηματογραφική σειρά που μεταφέρει στο σινεμά το ομώνυμο κόμικ του Λόουελ Κάνινχαμ, και το πιο απρόσμενο σίκουελ του φετινού καλοκαιριού. Το πρώτο φιλμ του 1997 είχε σταθεί τεράστια εμπορική επιτυχία που εδραίωσε το αστέρι του Γουίλ Σμιθ, με φυσικό επακόλουθο μια συνέχεια το 2002, η οποία όμως απογοήτευσε εισπρακτικά και καλλιτεχνικά. Συνεπώς εύλογα αναρωτιέται κανείς για τους λόγους που οδήγησαν την Columbia να προχωρήσει σε μια νέα ταινία μια ολόκληρη δεκαετία μετά την προηγούμενη ταινία, αφού με μια απογοητευτική τελευταία ανάμνηση και χωρίς μεγάλη βάση οπαδών, η σειρά δε φαίνεται να διαθέτει αξιόλογη εμπορική δυναμική. Αυτό που διαθέτει ωστόσο είναι ένας από τους ελάχιστους πια εμπορικά αξιόπιστους χολιγουντιανούς σταρ, καθώς ο Σμιθ επιστρέφει στο σινεμά μετά από τέσσερα χρόνια απουσίας, όταν κατά την περίοδο 2004-08 είχε ‘σηκώσει’ μόνος του πέντε συνεχόμενες εισπρακτικές επιτυχίες, αποδεικνύοντας θριαμβευτικά την εμπορική του δύναμη. Επίσης, με σκηνοθέτη και πρωταγωνιστές σε γνώριμο έδαφος, και με πλήθος από σεναριακά και σκηνοθετικά ερείσματα, η ταινία αποκαθιστά το όνομα της σειράς χαρίζοντας συνηθισμένη αλλά ευχάριστη διασκέδαση.

Δεδομένου ότι πρόκειται για κωμωδία επιστημονικής φαντασίας, το πρώτο πράγμα που αναρωτιέται κανείς είναι αν εξακολουθεί να υπάρχει η χημεία ανάμεσα στους ηθοποιούς, και η απάντηση βγαίνει εύκολα καταφατική, και μάλιστα ενισχυμένη χάρη στο εύστοχο κάστινγκ με το οποίο εμπλουτίζεται ο ένας από τους δύο χαρακτήρες.

Ο Σμιθ με τον Τζόουνς συνεχίζουν τη γκρίνια λόγω των αταίριαστων χαρακτήρων τους, ενώ αυτή τη φορά το σενάριο δίνει μια χαρακτηρολογικά επιφανειακή αλλά κωμικά πρόσφορη αφορμή για μια νεότερη ενσάρκωση του Κ, την οποία ενσαρκώνει εύστοχα ο Μπρόλιν, διαθέτοντας μια αληθοφανή φυσιογνωμική ομοιότητα με τον Τζόουνς και μιμούμενος απολαυστικά τη χροιά της φωνής και τη νότια προφορά του. Επίσης, σε αντίθεση με τη δεύτερη ταινία, αυτή εδώ παρέχει έναν απειλητικότερο κακό, καθώς και μια έξυπνη τελική ανατροπή όχι απλώς για να εκπλήξει τους θεατές άλλα και για να εξελίξει τη σχέση των δύο συνεργατών.