Του Δημ. Θεοδοσάκη

Πρωινά τρικάμπανα διαλαλήσανε στο χωριό τον ερχομό της Μεγάλης Πέμπτης, της κλιτής και πένθιμης μέρας για τους χριστιανούς. Όσο ανεβαίνουνε οι μέρες της Μεγαλοβδομάδας, βαθαίνει το θρησκευτικό συναίσθημα, πληθαίνει η πεθυμιά των αλαργοξορισμένων και των ντόπιων, του γυρισμού και της έσμιξης χαρές να δοκιμάσουν.
Το Μεγαλοβδόμαδο και όλες οι βαριές σκόλες είναι πανέμορφες μέρες για τους απίκρατους, μα για τους πικραμένους είναι βαριές, απέραστες και μαρτυρικές, γιατί θυμούνται τι είχανε και τι χάσανε και πικραίνονται πιότερο. Οι απίκρατοι χαίρονται που αξιωθήκανε να φτάξουν και φέτος με υγειά την Αγία Ανάσταση και οι θρησκεύοντες καλοτυχίζουν όσους αξιωθήκανε να νηστέψουν, να ξεμολογηθούν,να μεταλάβουν τη Μεγάλη Πέμπτη και να εορτάσουν την Αγία Ανάσταση. Και οι πικραμένοι πικραίνονται πιότερο.
Σκολόλαμπρα σιμώνουνε και χαίρονται οι ανθρώποι.
Ποιος έχει μαύρη την καρδιά, να γίνομε συντρόφοι;
Η χαροκαμένη μάνα του σκοτωμένου στρατιώτη, η Ανεγνώσταινα, δεν περίμενε ανάσταση στο μοναχογιό της και τα μάτια της δεν είχαν αρνεμό, από τότε που έχασε τα βλαστάρι της. Έκλαιγε απαρηγόρητα, όπου ήθελα βρεθεί και μοιρολογιόταν και δεν έκαμε καμιά προετοιμασία για τη Λαμπρή. Μήδε ασβέστωσε το σπίτι της, να μυρίσει ο ασβέστης, μηδέ το στόλισε, μηδέ έραψε ρούχα, για να λαμπρογκινιάσουν. Τα καθημερνά και τα λίγα σκολινά ρούχα τα έβαψε μαύρα, μαυροφόρεσε και τη μικρή θυγατέρα της, το Κατερίνι. Μαυροφορέθηκε και η παντρεμένη θυγατέρα της, η Ζωή, και μαυροφόρεσε και την τετράχρονη πρωτογόνατη θυγατέρα της, τη Μαρία. Πενθούσε όλη η φαμελιά το θάνατο του παλικαριού, πενθούσανε το θάνατο του στρατιώτη τους. Ήταν ένα όμορφο παλικάρι, είκοσι χρονών, σαν τον αποχαιρέτισαν κι έφυγε για το στρατό ο Δημήτρης τους, που χαϊδευτικά τον λέγανε Μίμη, και τώρα τη Λαμπρή, αντί να το καμαρώσουνε στο χακί, αντί να τους λένε ευχές και καλωσορίσματα, είχανε μνημόσυνο, τα εξαμήνια του.
Η άτυχη μάνα, άθελά της ανεστορήθηκε την περσινή Μεγαλοβδομάδα, που ήταν τότε ακόμη χαιράμενη, ήταν ευτυχισμένη, μα δεν το ήξερε και πικράθηκε. Τη Μεγάλη Πέμπτη, μετά την πρωινή λειτουργιά, έφαγε ένα πικραμύγδαλο, ήπιε μια στάξη ξίδι σε ανάμνηση που ο Χριστός ζήτησε νερό και του δώσανε ξίδι και χολή και κίνησε να βάψει με κόκκινη μπογιά τ’ αυγά, σαν το αίμα του Χριστού. Και καμάρωνε που πετύχανε και βάψανε πολύ όμορφα. Μα φέτος μηδέ εθίματα ξάνοιγε, μηδέ αυγά έβαψε. Σε όσα σπίτια πενθούσανε, δε βάφανε αυγά.
Η αδερφή της η Ελένη έδεσε σε μια φαντή πετσέτα λίγα βαμμένα κόκκινα αυγά και της τα πήγε, για να μην παραπονεθεί.
-Είντα κάνεις, μωρή αδερφή;
-Είντα να κάμω, επαέ κλαίω τα βάσανά μου και την κακομοιριά μου.
-Γιάντα δεν έρχεσαι στην εκκλησία, που για τους πικραμένους είναι λιμάνι και παρηγοριά;
-Μηδέ του Λαζάρου το Σαββάτο πήγα, μηδέ των Βαγιών, μηδέ και τις άλλες αγρυπνιές ελειτρουήθηκα, δε μου κάνει καρδιά να στολιστώ, να πάω στην εκκλησία, ποιο θα πάω να καμαρώσω, που το παλικάρι μου είναι σκοτωμένο;
-Χαρά στον που έχει υπομονή, αδερφή μου, ο χρόνος είναι ο πιο μεγάλος γιατρός.
-Αχ, αδερφή μου, και να κάτεχες, εκεί που θωρώ τους σογκαιρίτες του άτυχου γιου μου, καίγεται η καρδιά μου.
Η περσινή χρονιά ήταν πρώιμη και η Ανεγνώσταινα πρωτόψησε κληματοφυλλένιους ντολμάδες, άλλες φαμελίτισσες ψήσανε πρωτοφανίστικα χλωροκούκια με μάραθο, όπως το είχανε συνήθειο τη Μεγάλη Πέμπτη, μα φέτος πράμα δεν τη συγκινούσε και τίποτα δεν της άρεσε.
Το Μαργιώ της θεια-Ελένης, πρωτανιψιά της Ανεγνώσταινας, είδε όνειρο το σκοτωμένο ξάδερφό της το Μίμη του Ανεγνώστη, που πολύ τον αγαπούσε, πως ήρθε στο πατρικό της σπίτι και της είπε:
-Μαρία, μη φοβάσαι, δεν ήρθα να σου κάμω κακό.
-Μα είσαι πεθαμένος και σε φοβούμαι.
-Μη φοβάσαι, εγώ έρχομαι κάθε μέρα στο σπίτι σας, γιατί με αγαπάτε, μα κι εγώ σας αγαπώ. Εγώ σας βλέπω, σας ακούω τι λέτε, μα εσείς δεν μπορείτε να με δείτε. Δε βρίσκετε πράματα στο σπίτι σας, να τα έχουν μεταξεσύρει; Εγώ τα μετακινώ, για να σας σε δείξω σημάδι πως έρχομαι στο σπίτι σας. Κι άμε να πεις της μάνας μου, να μη στενοχωράται, να μην κλαίει,γιατί πάω στο σπίτι και δεν μπορώ να τη βλέπω να κλαίει και φεύγω.
-Και πώς είσαι, Μίμη, έτσι κακοντυμένος;
-Αυτά τα ρούχα που φορώ τα έδωσε η μάνα μου σ’ ένα διακονιάρη και αυτά μου δώσανε και μένα να φορέσω. Μόνο πες της μάνας μου να μη φυλάει τα ρούχα μου στην κασέλα, να τα πλύνει και να τα σιδερώνει, μόνο να τα δώσει, να μην τα θωρεί να κλαίει, γιατί μηδέ σ’ εκείνη κάνει καλό, μηδέ σε μένα.
Βάλσαμο ήταν τα σοφά λόγια της πρωτανιψιάς στην πικραμένη θεία της. Ελογόπιασε η θεία της ανιψιάς κι αποφάσισε ν’ αλλάξει και μονολόγησε: «Να μην κλαίω δεν μπορώ, γιατί πονώ, μα τα ρούχα του παλικαριού μου θα τα δώσω και θα προσπαθήσω να πάω στην εκκλησία».
Νυχτωπά ξανάπαιξε η καμπάνα και κάλεσε τους χωριανούς στην όμορφη αγρυπνιά της Μεγάλης Πέμπτης. Αποφάσισε και η πικραμένη Ανεγνώσταινα, πήρε τον άντρα της και τη θυγατέρα της να πάνε στην αγρυπνιά. Κορακοστολίστηκε, πήρε από το σπίτι της ένα κουτσουράκι να κάθεται λιγάκι να ξεκουράζεται, γιατί η λειτουργία της Μεγάλης Πέμπτης είναι μεγάλη, ανάψανε κερί και μυρωθήκανε.
Το πρωί, μετά το άγιο ευχέλαιο, στη μέση της εκκλησιάς είχανε πάνω σ’ ένα τραπέζι μια πετρολεκανίδα γεμάτη στάρι, στη μέση μέσα στο στάρι, είχαν το αναμμένο καντήλι κι από γύρου- γύρου στην άκρη πάνω στο στάρι είχανε για μυρωτήρια βούρλα με λίγο μπαμπάκι και όσοι δεν είχανε μυρωθεί το πρωί, μπορούσανε να μυρωθούνε το βράδυ. Μυρωνότανε στα καύκαλα των χεριών τους, στο κούτελο, στο πηγούνι και στα μάγουλα, «για όραση, για ακοή και για ζωή αιώνια». Οι ηλικιωμένες γυναίκες κάνανε μικρές σκυφτές μετάνοιες και οι νεότερες κάνανε μεγάλες προσκυνητές. Ανάψανε κερί και μυρωθήκανε. Κύματα κύματα, πατούλιες πατούλιες, οικογενειακώς, με τους καλοντυμένους αλαργοξορισμένους έρχονταν οι χωριανοί στην εκκλησία.
Στο πέμπτο Ευαγγέλιο ο παπάς, σαν το Χριστό ανεβαίνοντας το δρόμο για το Γολγοθά, σηκώνοντας λυπημένα το Σταυρωμένο, ακουμπώντας τον στην κλιτή κεφαλή του, με βαθιά ευλάβεια και πολύ αργά βήματα, από την Ω ραία Πύλη διέσχισε το ναό έως κάτω, γύρισε στον τόπο των αντρών, μπροστά στα τέμπλα και τοποθέτησε το Σταυρωμένο στην πελεκένια βάση. Άκρα σιγή και συγκίνηση, οι γυναίκες πετούσανε καλορίζικα, κλαίγανε για τα πάθη του Χριστού, μα και για τα δικά τους πάθη. Η άτυχη μάνα του σκοτωμένου στρατιώτη ξέσπασε σε αναφιλητά,έκλαιγε για το σκοτωμένο γιο της, για το βαρύ σταυρό που της δώσανε να σηκώνει, μα και για τα πάθη του Χριστού.
Οι ψαλτάδες ψάλλανε με θρησκευτική σεμνότητα τα κατανυχτικά τροπάρια, την ποίηση των μεγάλων θρησκευτικών ποιητών, που σε μαγεύουν, αν είναι καλλίφωνοι. Συγκίνηση σκόρπισαν τα αντίφωνα «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την γη κρεμάσας…», «Λαός μου, τι εποίησά σοι και τι μοι ανταπέδωκας; Αντί του μάννα χολήν, αντί του ύδατος όξος, αντί του αγαπάν με σταυρώ με προσηλώσατε. .».
Στα μαρτυρικά λιοχώρια της Βιάννου οι γυναίκες είναι βουτηγμένες στα μαύρα,πενθούν τους άντρες, τους γιους και τους αδερφούς,τους «στύλους» των σπιτιών τους, τη χαρά της ζωής τους, το αποκούμπι των γερατειών τους. Τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής τις «δικάσανε» ισόβια, τις μαυροφορέσανε, τις πικράνανε και τις «σταυρώσανε».
Η μαυροφορεμένη μάνα ξάνοιξε το Χριστό στα μάτια και της φάνηκε πως Εκείνος πάνω από το σταυρό άνοιξε τα μάτια του, της χαμογέλασε και της είπε:«Μάνα, πάρε υπομονή, μάνα κάνε κουράγιο».
Τα πένθιμα μονοκάμπανα, που έπαιζε ο καντηλανάφτης την ώρα που έβγαναν το Σταυρωμένο, τόσο άγγιξαν την ψυχή της, που η καμπάνα σαν να πήρε ανθρώπινη φωνή και της έλεγε «κάνε κουράγιο, μάνα». Μα εκείνη δεν άντεξε, ξάνοιξε της Παναγιάς το εικόνισμα και μονολόγησε σιγανά: «Παναγιά μου, δώσε μου κουράγιο από το κουράγιο σου». Ένιωσε πως και η μάνα Παναγιά της χαμογέλασε και της μίλησε γλυκά, για να την παρηγορήσει, μα εκείνη ξέσπασε σε λυγμούς κι έφυγε και βγαίνοντας από την πόρτα της εκκλησίας είπε:«ανάθεμα στους πολέμους, κατάρα στους σταυρωτές, που σκοτώνουν τ’ αθώα μας παιδιά και σταυρώνουν του κόσμου τις μανάδες».
Ξημέρωσε η Μεγάλη Παρασκευή, η πιο κλιτή και παραπονεμένη μέρα του χρόνου, η συγκινητικότερη βραδιά. Όλοι οι χωριανοί πηγαίνουνε στην εκκλησία και μόνο «του Ιούδα η μάνα» λένε πως λείπει. Το χαροποιό πένθος της χαρμολύπης έγειρε τον καμπανό στη χαρά, γιατί σε λίγο πρόσμεναν οι χωριανοί την Αγία Ανάσταση. Μα στο σπίτι της χαροκαμένης μάνας του σκοτωμένου στρατιώτη ήταν η πρώτη χρονιά, που βάραινε η πίκρα του θανατικού το σπιτικό της και δεν ήθελε καλά καλά να πάει στην εκκλησία η άτυχη μάνα. Ποιο να καμαρώσει, αφού δε θα έβλεπε το παλικάρι της να πατήσει το κατώφλι της εκκλησίας;
Ο άτυχος κύρης του σκοτωμένου στρατιώτη,ο άντρας της, ο Ανεγνώστης, που ήταν μόνος και ξένος στο χωριό της γυναίκας του, το Χόνδρο, έφυγε με τα πόδια τη μεγάλη Τρίτη και πήγε στον Αχεντριά γενειασμένος, πεινασμένος και πικραμένος. Από εκεί βαστούσε η σκούφια του, βρήκε το σόι του κι έκανε τα παράπονά του για το σκοτωμένο παλικάρι του, έκλαιγε ώρες να πάει και ώρες να γυρίσει ο έρμος.
Ώρα κολατσού ήρθε ένα ξενοχωριανάκι στα κακόσκαλα του Θυμιανού και έλεγε τα κάλαντα, το μοιρολόι της Παναγίας. Ήτανε ξένο και δεν ήξερε πως σ’ εκείνο το σπίτι πενθούσανε και δε θέλανε κάλαντα, στάθηκε στο πορτομάγουλο της Ανεγνώσταινας και ρώτησε:
-Να τα πω;
-Πες τα, παιδί μου.
Κι όταν άρχισε να λέει τους στίχους από το μοιρολόι της Παναγίας:
«-Δε μου μιλείς, παιδάκι μου, δε μου μιλείς, παιδί μου;
-Τι να σου πω, μανούλα μου, που διάφορο δεν έχει», η πικραμένη φαμελίτισσα δάκρυσε, γιατί, «όπου πονεί κανείς, βαρίσκει». Ξανάνοιξε η πληγή της και άρχισε να κλαίει με ανεστουλουχητά. Έβγαλε από την ντουλάπα το καφέ κουστούμι του γιου της και ένα μπλάβο παντελόνι, τα φίλησε κλαίγοντας, αποχαιρέτησε ό,τι αγαπημένο ενθύμιο είχε από το παλικάρι της, τα ρούχα του μοναχογιού της και τα έδωσε στο θεόφτωχο παιδί, που έλεγε τα κάλαντα. Εκείνο συγκινημένο φίλησε τα χέρια της πικραμένης μάνας και από καρδιάς την ευχαρίστησε.
Η Ανεγνώσταινα έδεσε πέτρα την καρδιά, μάζωξε λίγα λουλούδια και τα πήγε για το στόλισμα του Επιταφίου. Κάθησε πέρα πέρα παραπονεμένη. Άξαφνα πετάρισε και μπήκε μέσα στην εκκλησία ένα χελιδόνι, τιτίβισε και έκανε βόλιτες πάνω από τον Επιτάφιο. Τα παιδιά τρέξανε να το πιάσουν και η άτυχη μάνα ξέσπασε σε κλάημα λέγοντας:
-Μη μαλώνετε το πουλί και μην το ζυγώνετε, γιατί μπορεί να είναι η ψυχή του αδικοχαμένου μου παλικαριού,του Δημήτρη μου.
Βραδιάσματα,κορακοστολισμένη, πήρε τον άντρα της και τη μικρή θυγατέρα της και πήγανε στην εκκλησία. Πήρε και τη φωτογραφία του παλικαριού της. Και όταν σίμωσε να προσκυνήσει το Σταυρωμένο, δεν άντεξε και είπε μεγαλόφωνα: «Παναγία μου, δώσε μου κι εμένα κουράγιο από το κουράγιο σου, που άντεξες να δεις το μοναχογιό σου σταυρωμένο».
Άρχισαν να ψάλλουν τα εγκώμια και σε όλη την πρώτη στάση τρέχανε τα μάτια της, δεν άντεξε και σίμωσε κοντά στο λουλουδοστολισμένο Επιτάφιο και όταν τέλειωσε η πρώτη στάση, έσυρε εκείνη το λυπητερό σκοπό του μοιρολογιού και φωναχτά είπε ένα μοιρολόι:
Χριστέ, τη στράτα της χαράς θα την ανεγυρίσω,
γιατί δεν έχω μπλιο μου γιο, να τονε χαιρετίσω.

Ράγισε το μοιρολόι της μάνας την εκκλησία, κλάψανε οι γυναίκες, συγκινηθήκανε και οι άντρες. Και μετά τα εγκώμια άρχισε η περιφορά του Επιταφίου σπίτι προς σπίτι, γειτονιά προς γειτονιά.
Μετά την περιφορά απόλυσε ο παπάς και άρχισαν τον ξεστολισμό του Επιταφίου. Παίρνανε τα ματσάκια τις βιόλες, για να τα φυλάξουνε στο κονοστάσι, τη νύχτα σαν δεν καλομπορεί κανείς να τον καπνίσουνε, να γενεί καλά ή τα κοπέλια, που τα πειράζει πόνος ή ο φταρμός, τα καπνίζανε κι εκείνα να γιάνουνε.
Οι ερωτευμένοι ξανοίγανε να πάρουνε τις βιόλες, που πήγανε οι αγαπητικές τους. Εκείνη τη στιγμή μέσα στην εκκλησιά συναντήθηκαν οι ματιές της Ανεγνώσταινας και της κοπελιάς που αγαπούσε ο άτυχος σκοτωμένος γιος της, ο Δημήτρης της. Έπεσε η μια στην αγκαλιά της άλλης, κλάψανε οι δυο γυναίκες για μια ψυχή, που αγαπούσαν πολύ, η μάνα για το βλαστάρι της και η κοπελιά για τον αγαπημένο της. Βγαίνοντας έξω λέγανε αγαναχτισμένες:«Ανάθεμα στον πόλεμο. Καταραμένοι να είναι όλοι οι σταυρωτές του κόσμου».
Ξημερώνοντας του Μεγάλου Σαββάτου οι νοικοκυρές είχανε προζυμίσει, για να ζυμώσουν. Η Ανεγνώσταινα έδεσε πέτρα την καρδιά, προζύμισε λίγα φτάζυμα ψωμιά, για να στέσει κι εκείνη λαμπριάτικο σοφρά στο πικραμένο φτωχικό της, για το χατίρι του άντρα της και της λεύτερης θυγατέρας της.

Από το βιβλίο του Δ.Ν. Θεοδοσάκη
«Του Κάστρου Ταχυδρόμος»