Του π. Ηλία Βολονάκη

Η λέξη που κυριαρχεί στο λεξιλόγιο μας τούτο τον καιρό είναι η κρίση. Δεν πρόκειται βέβαια για κρίση απλώς οικονομική, αλλά για κρίση κοινωνική, ανθρωπιστική, πολιτιστική και θεολογική. Η ορφάνια μαστίζει τους ανθρώπους, ορφάνια από Θεό και πλησίον. Και όταν ο άνθρωπος θέλει να στηριχτεί πάνω σε οικονομικά μεγέθη κα τότε αισθάνεται την μοναξιά, αφού δεν ικανοποιούνται οι υπαρξιακές του ανάγκες και αναζητήσεις.
Πολλοί είναι αυτοί που μιλούν για ανατροπή του κατεστημένου. Πολλοί είναι αυτοί που καταδικάζουν την καταπιεστική εξουσιαστικότητα. Πως όμως; Τον τρόπο τον εξαγγέλλει ο Κύριος στη σημερινή ευαγγελική περικοπή “Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και ο Υιός του Ανθρώπου παραδοθήσεται” (Μαρκ. ι’ 32-45).
Ο Κύριος μιλάει στους δώδεκα στο στενό κύκλο των Αποστόλων. Στους αγαπημένους Του που Τον συνοδεύουν με σφιγμένη καρδιά στην τελευταία Του πορεία προς τα Ιεροσόλυμα. Αποκαλύπτει τα γεγονότα που έρχονται. Το σταυρικό πάθος, που δεν είναι μακριά.
Σ’ αυτή τη φάση δυο από τους διαλεκτούς Του μαθητές ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, νικημένοι από την αγάπη στο πρόσωπο του Δασκάλου τους παθαίνουν μια ζάλη και τολμούν να ζητήσουν προνόμια. Τιμή εξαιρετική και θέσεις πρτοκαθεδρίας στη Βασιλεία των Ουρανών. Ο Κύριος αρνείται να ικανοποιήσει το αίτημα. Και με το διακριτικό Του λόγο καταλύει την έπαρση των μαθητών και ανοίγει μια άλλη προοπτική στις ανθρώπινες σχέσεις και στην αξιολόγηση των προνομίων:
“Ξέρετε ότι αυτοί που θεωρούνται ηγέτες των Εθνών ασκούν απόλυτη εξουσία πάνω τους και οι άρχοντες τους καταδυναστεύουν. Σε σας όμως δεν πρέπει να συμβαίνει αυτό, αλλά όποιος θέλει να γίνει μεγάλος ανάμεσα σας πρέπει να γίνει υπηρέτης σας και όποιος από σας θέλει να είναι πρώτος πρέπει να γίνει δούλος όλων”. (Μαρκ. 10, 43).
Επαναστατικός ο λόγος. Μα και αληθινός. Μετακινεί τη σκέψη μας από την εστία των μικροτήτων και των σκληρών καταπιέσεων. Μας φέρνει σε χώρο ελεύθερο που ο άνθρωπος αναγνωρίζεται ως προσωπικότητα και του προσφέρεται γνήσιος σεβασμός και εξυπηρέτηση. Για να υλοποιήσει κανείς αυτήν τη προσταγή του Κυρίου πρέπει να κάνει μια ριζική ανακαίνιση. Να αλλάξει μέσα του τη θεώρηση του ανθρώπου. Να πάψει να τον βλέπει σαν μονάδα. Σαν στοιχείο οικονομικό ή πολιτικό-όλα για τον πολίτη-να πάψει να τον βλέπει σαν απλή βαθμίδα στην εξέλιξη του ζωικού βασιλείου, και να τον δει με την αληθινή μορφή του και με το γνήσιο πρόσωπό του που αντανακλάει το πρόσωπο του Θεού. Δεν σκύβεις να διακονήσεις έναν άνθρωπο αν δεν τον τοποθετήσεις σε αυτό το φωτεινό πλαίσιο. Δεν ξεπερνάς τη στείρα προσκόλληση στο άτομο σου και την επιθυμία σου να εξουσιάσεις και να κατατυραννάς, αν δεν νιώσεις από πάνω σου την σκιά και το πνεύμα του κοινού Πατέρα του Θεού και αν δεν μετρήσεις την αγάπη, που ο Θεός προσφέρει στο πλάσμα Του.
Ο άνθρωπος μέσα στη δημιουργία του Θεού είναι μια ύπαρξη απόλυτα σεβαστή. Ενας κόσμος ξεχωριστός “εν μικρώ μέγας”. (Γρηγ. Ναζιανζηνός). Ενας ζωντανός δέκτης της αγάπης του Θεού. Και ένας πομπός που εξαγγέλλει με μόνη την ύπαρξή του, το θείο μεγαλείο”.
Οταν κανείς αντικρύσει μ’ αυτό το μάτι τον άνθρωπο, τότε βρίσκει το κουράγιο να σκύψει για να τον διακονήσει. Τότε γίνεται αληθινά πρωτοπόρος στην αγάπη και αναδεικνύεται μέγας και πρώτος.
Η διδαχή που αναφέρεται στη διακονία δεν είναι θεωρία. Δεν είναι ουτοπικό σύνθημα, που ρίχνεται για να εντυπωσιάσει τις μάζες. Είναι το παράδειγμα το δικό του-μεταποιημένο σε προσταγή. Παρόλο που ήταν Θεός άδειασε τον εαυτό του-εκένωσε εαυτόν. Ταπεινώθηκε και έγινε άνθρωπος. Πήρε τη μορφή του δούλου. Κι έφτασε στην εσχάτη ταπείνωση και στην εσχάτη προσφορά. Δέχθηκε να ανηφορίσει στον Γολγοθά και να προσφέρει την ατίμητη θυσία. Περπάτησε ανάμεσά μας-Διήλθεν Ευεργετών-Διακόνησε-Υπηρέτησε, έγινε πρότυπο ταπεινώσεως “υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού” (Φιλ. β’ 7-8).
Ο Αγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας γράφοντας κατά τον 14ο αιώνα θα μας πει: “Ο Θεός αφού εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, εκπληρώνει τον πόθο και ζητάει ανταπόκριση. Κι όταν ο άνθρωπος απαξιεί Εκείνος δεν φεύγει και όταν υβρίζεται δεν δυσανασχετεί και όταν διώκεται προσμένει... και δεν επιβάλλεται όπως αξίζει σε δούλους, αλλά τιμάει σε μέγιστο βαθμό το να γίνεται αντικείμενο της αγάπης και για να το πετύχει κάνει τα πάντα”.
Ο Θεός “κουρνιάζει” ταπεινά στις καρδιακές θύρες για να γεννήσει σωτηρία. Κι από το ύψος αυτό σιγοψιθυρίζει στα πλάσμα Του: “Εγώ πατέρας, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφέας, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιο για σένα. Ο,τι θέλεις εγώ. Τίποτα να μη σου λείψει. Εγώ θα δουλέψω για χάρη σου. Ηλθα να διακονήσω και όχι να διακονηθώ. Εγώ φίλος και ξένος και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μητέρα. Τα πάντα εγώ. Αρκεί να διάκεισαι φιλικά απέναντι μου. Εγώ φτωχός για σένα και αλήτης, στο σταυρό για σένα, στον τάφο για σένα, στον ουρανό για σένα προσεύχομαι ικετευτικά στον Πατέρα. Κάτω στη γη για σένα ήλθα πρεσβευτής από Αυτόν. Για μένα είσαι τα πάντα και αδελφός και συγκληρονόμος και φίλος και μέλος. Τι πλέον θέλεις;” (Ιερός Χρυσόστομος).
Τώρα που βρισκόμαστε στους πρόποδες του Γολγοθά και στα προπύλαια της μεγάλης θυσίας-ας αφήσουμε τον εαυτό μας να φωτιστεί, να εμπνευστεί-να υλοποιήσει τη θεία προσταγή του και το παράδειγμά του. “Και γαρ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι αλλά διακονήσαι και δουναι την ψυχή αυτού λύτρον αντί πολλών” (Μάρκου 10,45).
Αδελφοί μου. Αρχοντες και αρχόμενοι. Στώμεν Καλώς. Ας γίνουμε πιο υπεύθυνοι. Ο υπεύθυνος άνθρωπος είναι το λυχνάρι που διαλύει τα σκοτάδια του ατομικισμού. Ειναι ο γενναίος που σπάει τις αλυσίδες του καιροσκοπισμού. Ο υπεύθυνος είναι ο άνθρωπος της αγάπης. Είναι αυτός που κρατά ψηλά το αίσθημα της αξιοπρέπειας, ο υπεύθυνος άνθρωπος είναι η ελπίδα για ένα κόσμο καλύτερο. Είναι ο ειρηνικός μάρτυρας της ζωής.