Ένα τρυφερό, νοσταλγικό ταξίδι στην κινηματογραφική ιστορία, με υποδειγματική χρήση της τρισδιάστατης τεχνολογίας από έναν από τους καλύτερους αμερικανούς σκηνοθέτες.



HUGO (3D)

Σκην.: Μάρτιν Σκορσέζε

Πρωτ.: Άσας Μπάτερφιλντ, Κλόι Γκρέις Μόριτς, Μπεν Κίνγκσλεϊ, Σάσα Μπάρον Κόεν, Ρέι Γουίνστον, Έμιλυ Μόρτιμερ, Κρίστοφερ Λη

Ο Χιούγκο Καμπρέ είναι ένα μικρό αγόρι που ζει σ’ έναν σιδηροδρομικό σταθμό του Παρισιού, συντηρώντας τα ρολόγια του σταθμού κι εξασφαλίζοντας ότι όλα λειτουργούν πάντοτε σωστά. Παράλληλα προσπαθεί να επιδιορθώσει ένα ρομπότ που του άφησε ο πατέρας του, και γι’ αυτό κλέβει εξαρτήματα από ένα κατάστημα παιχνιδιών που ανήκει σ’ έναν δύστροπο ηλικιωμένο κύριο.

Η πρώτη τρισδιάστατη ταινία στη φιλμογραφία του Σκορσέζε, είναι μια κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος «Η εφεύρεση του Ούγκο Καμπρέ» του Μπράιαν Σέλζνικ, η οποία κατέχει 11 υποψηφιότητες για Όσκαρ, τις περισσότερες για φέτος. Μια θεαματική κομεντί που μπορεί να έχει για κεντρικούς χαρακτήρες δύο παιδιά, αλλά δεν απευθύνεται αποκλειστικά στο παιδικό κοινό, αφού και οι ενήλικες χαρακτήρες του σεναρίου είναι επίσης σημαντικοί για την πλοκή.

Περισσότερο απ’ όλους, ο σκηνοθέτης Ζωρζ Μελιές, μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες στην ιστορία του κινηματογράφου, καθώς από τα τέλη του 19ου αιώνα υπήρξε πρωτοπόρος στη δημιουργία και χρήση οπτικών εφέ, με τα οποία αφηγήθηκε τις φανταστικές ιστορίες του, οι οποίες με τη σειρά τους πλούτισαν την κινηματογραφική γλώσσα και βοήθησαν να εδραιωθεί ο κινηματογράφος ως νέο εκφραστικό μέσο. Έτσι, ο Σκορσέζε (ο οποίος κάνει ένα σύντομο πέρασμα στην ταινία σαν φωτογράφος), γνωστός για την κινηματογραφική του καλλιέργεια και τη δράση του για την αποκατάσταση και φύλαξη παλιών ταινιών της παγκόσμιας κινηματογραφικής κληρονομιάς, φτιάχνει μια ταινία εντυπωσιακή, τρυφερή και πάνω απ’ όλα σινεφιλική, καλώντας τον θεατή να συμμετάσχει σε μια περιπέτεια συναισθηματικής ολοκλήρωσης αλλά και κινηματογραφικής γνώσης, συστήνοντας στο ευρύ κοινό ένα σημαντικό κομμάτι από την ιστορία της έβδομης τέχνης.

Ο πλούτος και η λεπτομέρεια του σχεδιασμού παραγωγής δημιουργούν ένα ζεστό, παραμυθένιο περιβάλλον, που περιβάλλει τους μικρούς και μεγάλους ήρωες με θαλπωρή και μαγεία, ενώ το βάθος, η σύνθεση και η κίνηση των πλάνων είναι όσο το δυνατόν ευνοϊκότερα για την τρισδιάστατη κινηματογράφηση, η οποία με τη σειρά της ενισχύει την υφή και την υλική ποιότητα των εικόνων, κάνοντάς τις σχεδόν απτές. Το ίδιο το γεγονός μάλιστα ότι μια ταινία με θέμα έναν πρωτοπόρο της κινηματογραφικής τεχνικής εκμεταλλεύεται την τελευταία λέξη της κινηματογραφικής τεχνολογίας, αποτελεί ένα απολύτως θετικό σχόλιο για τη στενή σχέση ανάμεσα στο σινεμά και την τεχνολογία. Το μακιγιάζ τελειοποιεί την ομοιότητα του Κίνγκσλεϊ με τον Μελιές, ενώ ο ηθοποιός δίνει μια συγκινητική ερμηνεία, πλαισιωμένος από τα δύο χαριτωμένα ταλαντούχα παιδιά που επίσης παίζουν με ζωηράδα κι ευαισθησία.



ΚΙ Ο ΚΛΗΡΟΣ ΕΠΕΣΕ ΣΤΟΝ ΣΜΑΪΛΙ

TINKER, TAILOR,

SOLDIER, SPY

Σκην.: Τόμας Άλφρετνσον

Πρωτ.: Γκάρι Όλντμαν, Κόλιν Φερθ, Τομ Χάρντι, Μαρκ Στρονγκ, Τζον Χερτ, Κιάραν Χιντς, Τόμπι Τζόουνς, Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, Κάθι Μπερκ

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο Τζωρτζ Σμάιλι είναι ένας βετεράνος πράκτορας της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών ΜΙ6 που έχει μόλις απολυθεί αιφνιδίως, αλλά επαναφέρεται στην ενεργό δράση για ν’ ανακαλύψει τον πληροφοριοδότη των ρώσων που έχει διεισδύσει στην κορυφή της ιεραρχίας της υπηρεσίας.

Η νέα ταινία του σουηδού Άλφρεντσον μετά το εξαιρετικό θρίλερ τρόμου «Άσε το κακό να μπει» του 2008, είναι ένα κατασκοπικό δράμα μυστηρίου που αποτελεί μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Τζον λε Καρέ, του θρυλικού βρετανού συγγραφέα κατασκοπικής λογοτεχνίας με πασίγνωστους τίτλους όπως το «Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο», «Ο επίμονος κηπουρός» και «Ο ράφτης του Παναμά», τα οποία έχουν μεταφερθεί κατά καιρούς στον κινηματογράφο. Όπως τα υπόλοιπα φιλμ, έτσι κι αυτό αποδίδει εξαιρετικά εύστοχα τον κόσμο της κατασκοπίας με απαισιοδοξία, αδιέξοδα και κυνισμό, στο γνώριμο ύφος του συγγραφέα, ο οποίος έζησε ο ίδιος από μέσα τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες.

Το σενάριο στήνει έναν περίπλοκο ιστό καχυποψίας ανάμεσα σε στενούς συνεργάτες, τον οποίο καλείται να διαλύσει ο Σμάιλι, ο οποίος βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση, έχοντας να εμπιστευτεί μόνο την εμπειρία του και τον συνεργάτη του. Ομολογουμένως η πλοκή θα μπορούσε να είναι σαφέστερη, αλλά η συνωμοτική περιπλοκότητά της αντανακλά ενδεχομένως τη σύγχυση του Σμάιλι και την αδυναμία του να εμπιστευτεί και να δει καθαρά τι συμβαίνει. Μαζί του λοιπόν, ο θεατής χάνεται μέσα στη δαιδαλώδη ιστορία, που παρέχει συνεχώς νέα στοιχεία από διαφορετικές οπτικές γωνιές και γι’ αυτό απαιτεί τη συνεχή προσοχή του. Ακόμη κι έτσι όμως, η περιστασιακή ασάφεια δεν αποφεύγεται, όπως σχετικά με την αιτία και το παρασκήνιο της αποπομπής του Ελέγχου και του Σμάιλι εξαρχής, εφόσον ο υφυπουργός καταφεύγει αμέσως μετά στον δεύτερο για την επίλυση της κρίσης.

Οι χαρακτήρες απογοητευμένοι, λιγομίλητοι, είρωνες, σ’ έναν κόσμο λυκοφιλίας και θλίψης, κινούνται αργά, περιβεβλημένοι από σκιές και μελαγχολική μουσική. Δε λαμβάνουν όλοι ίση κατανομή αφηγηματικού χρόνου, αλλά η σημασία τους τονίζεται τόσο από το κάστινγκ εξίσου σπουδαίων ηθοποιών όσο και από την τακτική επαναφορά τους στην πλοκή από το μοντάζ. Δυνατές, συγκρατημένες, εσωτερικές ερμηνείες απ’ όλο το καστ, με τον Άλφρεντσον να εφαρμόζει την ίδια τακτική τόσο στη μακρο-ιστορία του σεναρίου όσο και στις επιμέρους των κατασκόπων του, υπονοώντας δηλαδή περισσότερα απ’ όσα δείχνει, ενώ όσα τελικά αποκαλύπτει, τα αφήνει να εκφραστούν με αξιοπρέπεια και συγκρατημένη συμπάθεια, χωρίς να προλάβουν να εκφυλιστούν (π.χ. ο συνδυασμός ήχου και μοντάζ στη δολοφονία του Χέιντον, η απόσταση και η διάρκεια των πλάνων στην τελική επιβράβευση του Σμάιλι).