
Στο τέλος του Μάη 1979, ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης βρέθηκε στο Ηράκλειο, προσκαλεσμένος του Δήμου και του τότε δημάρχου Μανόλη Καρέλλη για να παρευρεθεί στην τελετή της απονομής του τίτλου του επίτιμου δημότη του Ηρακλείου που του είχε δοθεί με ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου.
Η τελετή έγινε στην περίοπτη αίθουσα της πόλης του Ηρακλείου, τη Βασιλική του Αγίου Μάρκου και ήταν μία από τις πιο λαμπρές που έμειναν στη μνήμνη των μιας κάποιας ηλικίας Ηρακλειωτών.
Στην εκδήλωση μίλησαν ο “οικουμενικός” κ. Στέλιος Αλεξίου, ο τότε δήμαρχος Ηρακλείου Μανόλης Καρέλλης (που “διήνυε” τη δεύτερη κατά σειρά από τις τέσσερις θητείες που του είχε χαρίσει ο ηρακλειώτικος λαός) και ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης.
Ο κ. Στέλιος Αλεξίου “σκιαγράφησε” στη σύντομη αλλά εξαιρετικά μεστή ομιλία του την ελληνική ποίηση και την παρουσία σ’ αυτήν του Οδυσσέα Ελύτη.
Ο Μανόλης Καρέλλης αναφέρθηκε στο ιστορικό της απονομής του τίτλου του επίτιμου δημότη Ηρακλείου και στο σκεπτικό της.
Ο Οδυσσέας Ελύτης μίλησε για την προσωπική του σχέση με την Κρήτη και τους ανθρώπους της.
Από την ομιλία του κ. Στέλιου Αλεξίου μεταφέρω χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
“... Με την πρώτη του ποιητική συλλογή “Προσανατολισμοί”, που τυπώθηκε τον Δεκέμβριο του 1939, ενώ ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος είχε αρχίσει στην Ευρώπη, συνέβαλε ο Ελύτης αποφασιστικά στην ανανεωτική στροφή της ποίησής μας. Τον ίδιο μεγάλο ρόλο έπαιξε παράλληλα ο Γιώργος Σεφέρης, και - πιστεύω - ο Παντελής Πρεβελάκης με τη Γυμνή Ποίησή του, και ακόμη ο Ρίτσος και ο Βρεττάκος.
Αλλά ποιο ήταν το κλίμα στον νεοελληνικό έμμετρο λόγο τη στιγμή που παρουσιάζεται ο Ελύτης; Ο Παλαμάς ζει ακόμη αλλά έχει σωπάσει και η μεγάλη ιδεολογική του ανάταση φαίνεται ξένη προς τους καιρούς. Ο απλοϊκός λυρισμός του Μαλακάση και του Άγρα ήταν επίσης εντελώς ξεπερασμένος. Ένας γνήσιος ποιητής του Μεσοπολέμου, ο Καρυωτάκης, είχε εκφράσει την απογοήτευση και την απαισιοδοξία της εποχής. Είχε δημιουργηθεί και ένας κύκλος μιμητών του και το ίδιο είχε γίνει με τον Καβάφη. Αλλά φυσικά τα ρεύματα αυτά δεν ήταν γνήσια και οδηγούσαν σε αδιέξοδο. Υπήρχε επίσης η κοινωνική ποίηση του Βάρναλη, και μια καθυστερημένη μίμηση των Γάλλων συμβολιστών, ενώ ορισμένοι κύκλοι (ιδιαίτερα στην Κρήτη, με τον Α. Αλεξίου) συνέχιζαν την παρνασική λατρεία της μορφής. Ο Μηνάς Δημάκης και ο Άρης Δικταίος, πολύ νέοι τότε, δεν είχαν ακόμη επιβληθεί. Ο Νίκος Καζαντζάκης, ο ερημίτης της Αίγινας, ακολουθούσε το δικό του προσωπικό δρόμο, με την επική και φιλοσοφική του Οδύσσεια. Η μεγάλη μυστικιστική προσπάθεια του Σικελιανού έμενε χωρίς απήχηση.
Ανάμεσα στους λογίους των Αθηνών γινόταν συζήτηση για το αν η λογοτεχνία μας έπρεπε να στραφεί στην “ελληνικότητα” ή να γίνει “ευρωπαϊκή”. Κάποιος έλεγε ότι ο περιορισμός στο ελληνικό περιβάλλον “θα μας χαντάκωνε σαν διανοούμενους”!
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα κυκλοφόρησαν οι Προσανατολισμοί. Μ’ αυτούς ο Ελύτης γυρίζει αποφασιστικά στην ελληνική πραγματικότητα που ήταν η μόνη δυνατή για μας. Μας μιλεί για την αρραβωνιαστικιά που περιμένει, τους δεκαπενταύγουστους, για τα νησιά του Αιγαίου με τα σπίτια και τα καράβια τους. Η συλλογή περιλαμβάνει ποιήματα που έγιναν γρήγορα κλασικά, όπως το Επίγραμμα, η Μαρίνα των Βράχων, η Τρελή Ροδιά. Αλλά η επιστροφή αυτή στο παραδοσιακό, συνδυαζόταν με μια τολμηρή ανανέωση της ευαισθησίας και των εκφραστικών τρόπων. Έτσι δινόταν απάντηση και λύση στο αδιέξοδο της ελληνικής ποίησης.
Με τους Προσανατολισμούς (και με ό,τι είχε προηγουμένως δημοσιεύσει ο Ελύτης στα Νέα Γράμματα) εισάγονται νέα ρεύματα στην ελληνική ποίηση. Όπως γράφει ο Mario Vitti ο Ελύτης “μπόρεσε να χρησιμοποιήσει γόνιμα τον υπερρεαλισμό... Ο υπερρεαλισμός γόνιμα και συνετά χρησιμοποιούμενος έδωσε στον Ελύτη την ευκαιρία να αναδιαρθρώσει τον ποιητικό λόγο”. Ο υπερρεαλισμός γίνεται με τον Ελύτη κάτι περισσότερο από αυτό που αρχικά ήταν. Δεν είναι πια ένα παιγνίδι, ή αυτόματη γραφή, ή λογική που παριστάνει το υποσυνείδητο. Είναι μιά επαναστατική εκφραστική απελευθέρωση, και ένα τεράστιο ψυχικό απόθεμα υπάρχει πίσω από τις λέξεις. Η διπλή αυτή ανανέωση, της ελληνικής παράδοσης από τη μιά, και των ευρωπαϊκών εκφραστικών τρόπων από την άλλη, καταξιώνει το έργο του Ελύτη, από την αρχή σαν μια μεγάλη στιγμή όχι μόνο της ελληνικής λογοτεχνίας, αλλά και της ευρπωαϊκής και παγκόσμιας ποίησης”.
Από την ομιλία του Δημάρχου Μανόλη Καρέλλη μεταφέρω χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
“...Φίλοι μας, η κοινότητα του Ηρακλείου, επιλέξαμε τον Οδυσσέα Ελύτη, αποδίδοντάς του την υψίστη τιμή που μπορεί να αποδώσει μια πόλη, την αποδεικτική ανυπόκριτης φιλίας, εκτίμησης και θαυμασμού, τον τίτλο του επιλεγμένου δημότη.
Το δημοκρατικά εκλεγμένο και εκφραστικό των απόψεων του ηρακλειώτικου λαού Δημοτικό Συμβούλιο, στη συνεδρίασή του της 4ης Μαΐου, αποφάσισε ομόφωνα να ανακηρύξει τον Οδυσσέα Ελύτη επίτιμο δημότη, θεωρώντας τον από τους κορυφαίους ποιητές του καιρού μας.
Γράφει το ψήφισμα του Δημοτικού Συμβουλίου.
“Τον εκλεκτό πολίτη και άξιο ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, που δόξασε με την ποιητική φωνή το ελληνικό όνομα, το Δημοτικό Συμβούλιο Ηρακλείου Κρήτης, της γενέτειρας πόλης του, με πρόταση του Δημάρχου, ομόφωνα ανακ ηρύσσει επίτιμο δημότη.
Και ανήκει η υπέρτατη τιμή στον Οδυσσέα Ελύτη.
- Γιατί η ποίησή του είναι γνήσια.
- Γιατί είναι ελληνική.
- Γιατί είναι πανανθρώπινη.
- Γιατί είναι μεγάλη.
- Γιατί οι καιροί μας χρειάζονται την ποίηση και τους ποιητές.
Είναι η απογίωσή μας.
Σ’ αυτούς προσφεύγομε στις ώρες της κρίσης και της αμφισβήτησης. Μας εφοδιάζουν με τη σιγουριά του ονείρου.
Δεν είναι, όμως, χωρίς αξία και η πόλη που τιμά σήμερα τον ποιητή της. Πέρα από την ιστορία της, που χάνεται στα βάθη των χιλιετηρίδων, πέρα από τη συμβολή της στη δημιουργία ενός από τους παλιότερους, του πιο χαριτωμένου σίγουρα πολιτισμού της Μεσογείου, πέρα από το θάρρος των κατοίκων της και την προσήλωσή τους στα ιδανικά της ελευθερίας, ιδιότητες που αποκτούν, αυτές τις μέρες του Μάη, ένδοξη επικαιρότητα, έχει να επιδείξει και κορυφές του πνεύματος και της τέχνης ανάμεσα στους οικιστές της.
Τον Κορνάρο, το Στειακό, που τη διάλεξε για κατοικία του, μεγάλο ανάμεσα στους μεγάλους ποιητές μας.
Το Θεοτοκόπουλο, μέγιστο ζωγράφο των αιώνων, τρυφερό αναπολητή, στα τότε μακρινά πέρατα της οικουμένης, της γενέτειράς του.
Τον Ξανθουδίδη, ακαταπόνητο ερμηνευτή και πολυεδρική πνευματική προσωπικότητα.
Τον Καζαντζάκη, τιτάνα της σύγχρονης διανόησης και εραστή του Μεγάλου Κάστρου του.
Όχι ανάξια λοιπόν η πόλις που τιμά σήμερα τον ποιητή της.
Άξιος εστί και ο ποιητής της υπέρτατης τιμής.
Και καλείται να παραλάβει το τιμητικό δίπλωμα του Δήμου, συμβόλαιο φιλίας, εκτίμησης και θαυμασμού, διά βίου”.
Μεταφέρω την ομιλία του Οδυσσέα Ελύτη ακριβώς όπως εκφωνήθηκε γιατί πιστεύω ότι είναι μια από τις πιο σημαντικές που ακούσθηκαν στη Βασιλική, όλα τα χρόνια που λειτουργεί ως αίθουσα των σπουδαίων εκδηλώσεων.
Αγαπητοί φίλοι και συμπατριώτες.
Ομολογώ ότι κατά κάποιο τρόπο, με αιφνιδιάσατε. Όχι ότι δεν εγνώριζα την πατροπαράδοτη φιλοξενία σας, τα πνευματικά σας ενδιαφέροντα, τη ζωντάνια σας. Απλώς δεν επίστευα ότι ήμουν άξιος μιας τόσο εγκάρδιας υποδοχής και μιας τόσο μεγάλης τιμής.
Σας ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά.
Προσωπικά, συνήθισα πάντοτε ν’ αντιλαμβάνομαι την ποίηση σαν μιά αποστολή, που δεν υπάρχει λόγος να επιβραβεύεται. Γι’ αυτό, και πολλές φορές χρειάστηκε ν’ αποφύγω ως και ν’ αρνηθώ σημαντικά βραβεία και σημαντικές άλλες διακρίσεις. Τη δική σας όμως, τη σημερινή, την αποδέχομαι. Και την αποδέχομαι με βαθύτατη ευγνωμοσύνη. Επειδή η σημασία που της δίνω - η ουσιαστική και η συναισθηματική - είναι μεγάλη.
Πολλές φορές μου έτυχε να συλλογιστώ ότι ίσως κατά βάθος, είναι μια εύνοια της τύχης να έχεις γεννηθεί στην Κρήτη και μάλιστα στο Ηράκλειο, δυο βήματα από την Κνωσό και δυο βήματα από το σπίτι του Θεοτοκόπουλου. Για οποιονδήποτε ξένο ή Έλληνα, θα ήταν ένας τίτλος τιμής. Πόσο μάλλον για κάποιον που αφιέρωσε τη ζωή του στα γράμματα και στα ιδανικά της ελευθερίας.
Οι στίχοι του Ερωτόκριτου, όπως άλλωστε και άλλων θαυμαστών έργων της Κρητικής Αναγέννησης, σ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας μου, με διαποτίσανε, με φωτίσανε, καθοδηγήσανε τα βήματά μου.
Και ευγνωμονώ την τύχη που σε κάποια στιγμή παρακίνησε τον πατέρα μου, πριν από ένα σχεδόν αιώνα, να έρθει να εγκατασταθεί σ’ αυτά τα χώματα. Να δημιουργήσει οικογένεια, αλλά και να λάβει ενεργό μέρος στους απελευθερωτικούς αγώνες του νησιού, πλάι στους Κρήτες οπλαρχηγούς. Κάθε φορά λοιπόν που βλέπω στα πιστοποιητικά μου ότι “φέρομαι εγγεγραμμένος” στα Μητρώα Αρρένων του Δήμου Ηρακλείου, το βλέπω σαν μια συμβολική χειρονομία της Μοίρας. Ακόμη και το γεγονός ότι μου εδόθηκε να θηλάσω γάλα κρητικό - η παραμάνα μου ήτανε από το Κράσι - αποκτά ξεχωριστή σημασία στα μάτια μου. Μπορεί, καθώς ήμουν ο τελευταίος γιος, να μην πρόφτασα να μεγαλώσω στο νησί. Όμως οι αναμνήσεις της οικογένειας που είχε ζυμωθεί επί δεκαετίες ολόκληρες με τους Ηρακλειώτες, με περιβάλλανε σ’ όλη την παιδική και την εφηβική μου ηλικία.
Άλλωστε και από την Αθήνα, ο πατέρας μου, στο πλάι του Ελευθερίου Βενιζέλου, συνέχισε την πατριωτική του δράση, διώχθηκε, φυλακίστηκε. Και η μητέρα μου, ως την τελευταία της ώρα δεν έπαυε να εξομολογείται, ότι οι πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής της ήταν αυτές που έζησε στο Ηράκλειο. Αγαπητοί φίλοι και συμπατριώτες, ότι βρίσκομαι και πάλι σήμερα ύστερα από τόσα χρόνια στα γενέθλια χώματα, με συγκινεί βαθιά. Ότι βρίσκομαι όμως μέσα σε μιά τόσο γεμάτη από κατανόηση ατμόσφαιρα - που την δημιουργείτε σεις με την αγάπη σας - είναι κάτι που μου γεννά και υποχρεώσεις. Η ποίηση στα χρόνια μας - αυτό είναι αλήθεια - έχει γίνει δύσκολη. Θέλω να πω, από την άποψη ότι, σαν τέχνη, δεν περιορίζεται πια να εκφράζει απλώς αισθήματα, εικόνες, εντυπώσεις. Ζητά να πάει βαθιά, να βρει τις αναλογίες της με τη φύση, την ιστορία, τον κοινωνικό περίγυρο. Και μεσ’ απ’ όλα αυτά να οδηγηθεί σε μιαν ύψιστη σύνθεση.
Πρόκειται για έναν αγώνα συνεχή, μεσ’ απ’ τη γλώσσα, που δεν διαφέρει καθόλου από τους άλλους που κάνουν οι επιστήμονες μεσ’ απ’ τα μαθηματικά π.χ. ήξ οι πολιτικοί αρχηγοί μεσ’ απ’ τους χειρισμούς των προβλημάτων, που ορθώνει κάθε φορά η πραγματικότητα μπροστά της.
Στο Άξιον Εστί προσπάθησα να δείξω τις αντιστοιχίες ανάμεσα στη μοίρα του ποιητή που έχει ν’ αντιπαλαίσει με τέτοιου είδους αντιξοότητες και στη μοίρα του λαού του, που κι αυτός, από τότε που υπάρχει, δεν κάνει παρά ν’ αντιπαλαίει με του κόσμου τις εσωτερικές κι εξωτερικές αντιξοότητες. Αλλά, όπως ο ελληνικός λαός βγήκε πάντοτε νικητής στον αγώνα του κι έγραψε λαμπρές σελίδες - έτσι κι η ποίηση, η ελληνική (και όπως καταλαβαίνετε δεν αναφέρομαι καθόλου στο ταπεινό μου πρόσωπο αλλά σε μιά σειρά ενδόξων συναδέλφων μου) βγήκε από τις πιο λαμπρές του κόσμου.
Και το κυριότερο: χωρίς να σταματήσει ποτέ. Δεν υπάρχει ούτε ένας αιώνας, από την εποχή του Ομήρου ίσαμε σήμερα, που να μην έχει γραφτεί ποίηση, στη γλώσσα την ελληνική. Είναι κάτι μοναδικό, που δεν έχει να το παρουσιάσει κανένας άλλος λαός και καμιά άλλη γλώσσα, το επαναλαμβάνω, τουλάχιστον μέσα στα πλαίσια του δυτικού πολιτισμού. Εάν συλλογιστούμε την παράλληλη πορεία της τέχνης, από τα πρώτα παλαιότατα ίχνη της, όπως τα βλέπουμε εδώ γύρω μας στην Κρήτη, στο Ηράκλειο και περνώντας από την αρχαϊκή, την κλασική, την ελληνιστική, τη βυζαντινή με τα άφθαστα αριστουργήματά της - φτάσουμε αδιάλειπτα ως τις ημέρες μας, θα καταλάβουμε τι αντιπροσωπεύει αυτή η συνέχεια, τι μεγάλο και αναντικατάστατο θησαυρό διαθέτουμε. Αλλά και τι όπλο - προσθέτω - απέναντι σ’ εκείνους που με την οικονομική τους ισχύ και τη δύναμη του αριθμού, ευνοούν να μας υπαγορεύουν τις θελήσεις τους.
Κατεξοχήν σήμερα που οι διεθνείς συνθήκες υποχρεώνουν τους λαούς να εντάσσονται σε ευρύτερους συνασπισμούς, είναι ανάγκη να έχουμε συνείδηση του όπλου αυτού που διαθέτουμε.
Τα κατορθώματα των Ηγητόρων και των Πολεμάρχων, δυστυχώς έρχονται και παρέρχονται. Τα δημιουργήματα τα πνευματικά, είναι αυτά που διασώζουν το ισόποσο των κατορθωμάτων τους σε αξίες αθάνατες. “Ο καθείς με τα όπλα του”, όπως είπα κάποτε.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος αγωνίστηκε με τη δράση, ο Νίκος Καζαντζάκης με τις ιδέες - για ν’ αναφερθούμε σε δύο μεγάλα τέκνα της Κρήτης. Αλλά η Κρήτη δεν έπαψε ποτέ να προμηθεύει τέκνα μικρά και μεγάλα, πολιτικούς, στρατηγούς, συγγραφείς, καλλιτέχνες, επιστήμονες που εργάζονται ο καθένας στα μέτρα του, χωρίς σταματημό, για να κρατιέται ψηλά αυτό που ονομάζουμε “ελληνική ιδέα”.
Και όταν λέω ψηλά εννοώ στα πλαίσια της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας. Αδελφωμένοι, όλοι εμείς, στα εδάφη αυτά, με αγωνιστικό πνεύμα και με αγάπη συνάμα, ας κρατήσουμε ψηλά τα ιδανικά μας. Αυτό το χρέος αισθάνομαι και αυτό ομολογώ μπροστά σας και σας ευχαριστώ που θελήσατε να με ακούσετε. Και κάτι ακόμη: την τιμή που μου κάνατε σήμερα, να ξέρετε, θα την κρατώ για να συνοδεύει τις προσπάθειές μου σ’ όλο το υπόλοιπο του βίου μου. Και πάλι σας ευχαριστώ”.
Με την ευκαιρία της απονομής στον Οδυσσέα Ελύτη του τίτλου του επίτιμου δημότη Ηρακλείου, ο Δήμος κυκλοφόρησε μια ανθολογία της ποίησης για τα έτη 1935 έως 1977, στις πρώτες σελίδες της οποίας ενσωματώθηκαν οι ομιλίες που εκφωνήθηκαν στην τελετή της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου.
Η ανθολογία μοιράστηκε στους μαθητές των Λυκείων του Ηρακλείου που μπόρεσαν έτσι να αρχίσουν να έρχονται σε επαφή με τη μεγάλη ποίηση.
Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι μετά από λίγους μήνες ο Οδυσσέας Ελύτης βραβεύθηκε με το βραβείο Νόμπελ για το ποιητικό του έργο.
Για τη βράβευση του Οδυσσέα Ελύτη θα ασχοληθώ σε άλλο σημείωμα καθώς είχα τη σπουδαία ευκαιρία να την παρακολουθήσω, προσκαλεσμένος από τους οργανωτές ως Δήμαρχος της πόλης που γεννήθηκε ένας από τους βραβευθέντες.

