Της Αννας Παπαδοκωστάκη

Ισχυριζόμενος ότι ο Σαμιωτάκης τον απειλούσε συνεχώς, γεγονός που δεν άντεχε, παραδόθηκε αργά χθες ο βράδυ στην Αστυνομία ο 34χρονος Κώστας Κλάδος, που κατηγορείται ότι είναι ο δράστης της δολοφονίας του 30χρονου εργαζόμενου στα μπαρ, γνωστού και ως «Επικίνδυνου», το βράδυ της 29ης Οκτωβρίου, στην λεωφόρο 62 Μαρτύρων.

Ο Κλάδος, που επί σχεδόν 3 εβδομάδες απέφευγε τη σύλληψη κρυβόμενος, σύμφωνα με πληροφορίες, σε περιοχές του τόπου καταγωγής του, παραδόθηκε στο διευθυντή της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας αστ. υποδιευθυντή Γιώργο Μιχαλάκη.

Ο κατηγορούμενος για το άγριο φονικό τηλεφώνησε στις 8 μμ στον κ Μιχαλάκη , ανακοινώνοντας του την πρόθεση του να παραδοθεί το ίδιο βράδυ. Πράγματι, λίγο μετά τις 9.30 ο Κλάδος έφτασε μόνος του στο κτίριο της Ασφάλειας , λέγοντας στο φρουρό ποιος είναι και ότι παραδίδεται.

Αυτομάτως συνελήφθη, καθώς υπάρχει το ένταλμα της ανακρίτριας, και οδηγήθηκε στο γραφείο του διευθυντή της Υπηρεσίας. Ο κατηγορούμενος δεν κατέθεσε στην Ασφάλεια, ούτε θα οδηγηθεί στην Εισαγγελία, ακριβώς επειδή υπάρχει το ένταλμα της σύλληψης του, και θα οδηγηθεί πιθανότατα σήμερα στην ανακρίτρια.

Λίγα λεπτά μετά τη σύλληψή του επικοινώνησε με τους δικηγόρους του ενημερώνοντας τους ότι παραδόθηκε.

Αργά το βράδυ στο κτίριο της Ασφάλειας μετέβη ο εκ των συνηγόρων του Ανδρέας Βαρδιάμπασης.

Ο Κλάδος, σύμφωνα με πληροφορίες, συνομιλώντας με το διευθυντή Ασφαλείας ισχυρίστηκε ότι ο Σαμιώτικης τον είχε προσβάλει και τον είχε απειλήσει επανειλημμένως . «Δεν άντεχα άλλο τις προσβολές και τον εξευτελισμό», φέρεται να είπε στον αξιωματικό της Αστυνομίας.

Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, υποστήριξε ότι το βράδυ του φονικού το θύμα πέρασε από το μπαρ του απειλώντας τον για μια ακόμη φορά.

Όταν ξαναπέρασε έξω από αυτό, γύρω στις 10 το βράδυ της 29ης Οκτωβρίου, ο Κλάδος του ζήτησε το λόγο για τη συμπεριφορά του. Ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι ο Σαμιωτάκης τράβηξε πρώτος πιστόλι και στη συνέχεια ο ίδιος τον πυροβόλησε. Μάλιστα ισχυρίζεται ότι μετά το φόνο το όπλο το πήρε η κοπέλα που συνόδευε το Σαμιωτάκη και εξαφανίστηκε.

Υπενθυμίζεται ότι το φονικό έγινε στις 10 το βράδυ της Τετάρτης 29 Οκτωβρίου. Ο Σαμιωτάκης βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο του, μαζί με μια κοπέλα, στο φανάρι της 62 Μαρτύρων, σχεδόν έξω από το μπαρ του Κλάδου και απευθυνόταν στο προσωπικό.

Τότε ο Κλάδος βγήκε από το μπαρ, πλησίασε το σταθμευμένο αυτοκίνητο του Σαμιωτάκη, αντάλλαξε μαζί του μερικές κουβέντες και μετά έβγαλε το πιστόλι και έριξε τέσσερις φορές στο μπροστινό παρμπρίζ και στη συνέχεια έφυγε με τα πόδια.

O Σαμιωτάκης, κατάφερε να βγει από το αυτοκίνητο αλλά σωριάστηκε αμέσως αιμόφυρτος, ενώ η συνοδός του, μια 23χρονη με την οποία συζούσε τελευταία, έφυγε τρέχοντας και εμφανίστηκε αργότερα στην Aστυνομία όπου έδωσε κατάθεση.

Ο Σαμιωτάκης εξέπνευσε μερικές ώρες αργότερα στο νοσοκομείο όπου είχε μεταφερθεί.

Μια μέρα πριν το φονικό, σύμφωνα με πληροφορίες, οι αδελφοί Kώστας και Δράκος Kλάδος που μαζί με ένα ακόμα αδελφό τους είναι ιδιοκτήτες του μπαρ «Λας Bέγκας» στην 62 Mαρτύρων, πήγαν στο μπαρ όπου εργάζεται επίσης ως πορτιέρης ο Γιώργος Σαμιωτάκης, μικρότερος αδελφός του Mανόλη και αφού ήπιαν δημιούργησαν θέμα με το λογαριασμό τον οποίο δεν ήθελαν να πληρώσουν.

Ο Γιώργος Σαμιωτάκης, θεώρησε τη συμπεριφορά τους προσβλητική και ενημέρωσε το Mανόλη. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι αδελφοί Σαμιωτάκη, είχαν ενοχληθεί επίσης επειδή μια συγγενής τους απασχολούνταν στο μπαρ των Kλάδων και ενώ τους είχαν ζητήσει να τη διώξουν, αυτοί δεν το έκαναν.

Tο απόγευμα της Tετάρτης, οι Σαμιωτάκηδες, άρχισαν να ενοχλούν τους Kλάδους. Aρχικά, ο Γιώργος Σαμιωτάκης, τσακώθηκε με το Δράκο Kλάδο μέσα στο μπαρ του στην 62 Mαρτύρων, τον οποίο-σύμφωνα με αστυνομικές πηγές- χτύπησε πολύ δυνατά στο πρόσωπο.

Λίγο αργότερα, ξεκίνησε για το μπαρ και ο Mανόλης Σαμιωτάκης με την κόκκινη διθέσια BMW του και έχοντας στο πλάι του τη νεαρή σύντροφο του.

Σταμάτησε μπροστά στο μπαρ, λίγο πριν το φανάρι της Xανιόπορτας και χωρίς να βγει από το αυτοκίνητο, άρχισε να απευθύνεται στο προσωπικό του μπαρ. O Kώστας Kλάδος, βγήκε έξω, άρχισαν να ανταλλάσσουν βαριές κουβέντες και το κακό δεν άργησε να γίνει.

O Σαμιωτάκης, βλέποντας ότι ο Kλάδος οπλοφορούσε, επιχείρησε να διαφύγει κάνοντας όπισθεν, όμως αυτό ήταν αδύνατο λόγω των άλλων αυτοκινήτων που ακολουθούσαν.