Του Ν. Τσαγκαράκη

Ο Μπραντ Πιτ σ’ έναν από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του, σε μια από τις πιο ευαίσθητες ταινίες της χρονιάς.

MONEYBALL

Σκην.: Μπένετ Μίλερ

Πρωτ.: Μπραντ Πιτ, Τζόνα Χιλ, Ρόμπιν Ράιτ, Φίλιπ Σίμουρ Χόφμαν, Κρις Πρατ

Η αληθινή ιστορία της ομάδας μπέιζμπολ τωνAthletics του Όκλαντ, οι οποίοι στις αρχές της δεκαετίας του 2000 υπό την καθοδήγηση του μάνατζερ Μπίλυ Μπιν, εφάρμοσαν ένα σχέδιο μεταγραφών βασισμένο στη στατιστική και στην εργομετρία, κι όχι στις εμπειρικές υποδείξεις των παλαίμαχων συμβούλων. Η μέθοδος του Μπιν κατάφερε ν’ ‘αναστήσει’ την ομάδα, και μάλιστα με προϋπολογισμό υπο-πολλαπλάσιο των πρωτοκλασάτων αντιπάλων τους, αλλάζοντας έτσι για πάντα τη νοοτροπία του παιχνιδιού στις Η.Π.Α.

Το σενάριο είναι γραμμένο από δύο από τους καλύτερους σεναριογράφους του Χόλυγουντ, τον Στίβεν Ζέιλιαν (Όσκαρ για τη «Λίστα του Σίντλερ») και τον Άαρον Σόρκιν (Όσκαρ για το «The social network»), βασισμένο στο βιβλίο του Μάικλ Λούις «Moneyball: The Art of Winning an Unfair Game». Ο Μίλερ φροντίζει ν’ αποφύγει τον λαϊκίστικο ενθουσιασμό που χαρακτηρίζει παραδοσιακά αμερικανικά θέματα (βλ. Κέβιν Κόστνερ), και φροντίζει να εξισορροπήσει ιδανικά το γενικότερο αθλητικό πλαίσιο με την προσωπική ιστορία του Μπίλυ, ενός ανθρώπου στιγματισμένου από τον φόβο της αποτυχίας. Η επιτυχία του Μίλερ δεν είναι μόνο η ισορροπία αυτών των δύο αλληλένδετων ιστοριών, αλλά κι η απόδοση του χαρακτήρα του Μπίλυ χωρίς ίχνος μελοδραματισμού ή αυτο-λύπησης, αλλά μ’ ένα εσωτερικευμένο άγχος που ο Πιτ αποδίδει με εξαιρετικό έλεγχο και ηρεμία. Ένα φιλμ γεμάτο από θετικά συναισθήματα, που προτιμά όμως να μην τα βροντο-φωνάζει, αλλά να τα προσφέρει μετρημένα και ταπεινά.

Σ’ έναν από τους πιο περίπλοκους ρόλους του, που αναμένεται να τον φέρουν για τρίτη φορά στην καριέρα του στην οσκαρική πεντάδα, ο Πιτ δημιουργεί έναν εξαιρετικά ευαίσθητο, καλοσυνάτο και λιγομίλητο χαρακτήρα, που τραυματισμένος από την αποτυχία του να αντεπεξέλθει στις προσδοκίες της νιότης του, προχωρεί με τολμηρά αλλά μικρά βήματα, αφενός επειδή είναι αρκετά έξυπνος για ν’ αναγνωρίσει ότι δεν έχει τίποτα να χάσει, αφετέρου επειδή είναι αρκετά φοβισμένος για να καυχάται για τα ρίσκα του.

Ο Μπίλυ είναι ένα ευάλωτο ”καλό παιδί” που απλώς δεν κατάφερε να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του. Το φιλμ διατηρεί αυτή την καλοσύνη σε όλη την ταινία μέσα από το πάντα εύστοχο συγκρατημένο χιούμορ του χαρακτήρα και τη συμπεριφορά του προς τον επίσης χαμηλών τόνων Πίτερ, με τον οποίο μοιάζουν στο ότι καλούνται να ρισκάρουν βασισμένοι στην πίστη στον εαυτό τους, τη στιγμή που όλοι οι άλλοι τους θεωρούν αναξιόπιστους (από τα πιο αστεία σημεία της ταινίας, η πρώτη σύσκεψη με τους σκάουτερ). Μακριά πια από τους ρόλους του γόη, ο 48χρονος Πιτ είναι εξαιρετικός στον τρόπο με τον οποίο ελέγχει ό,τι συμβαίνει, με σπάνια και σύντομα ξεσπάσματα εκτόνωσης να διακόπτουν την εσωτερική του αγωνία. Χαρακτηριστικό το εύρημα της αποσπασματικής παρακολούθησης των αγώνων, που μεταφέρει το βάρος της πίεσης, της ευθύνης, του ρίσκου που βρίσκει δύσκολο να χειριστεί ακόμη και μετά από τόσα χρόνια. Οι ήρεμοι ρυθμοί του φιλμ “κουβαλούν” μονίμως αυτόν τον φόβο, παρασύροντας τον θεατή στην ψυχολογία του Μπίλυ, αφήνοντάς τους ν’ ανησυχήσουν αλλά και ν’ ανακουφιστούν μαζί (ιδανικό παράδειγμα ο αγώνας για την 20η νίκη). Η αναπόληση του παρελθόντος, η μοναχικότητα, η προσπάθεια να προχωρήσει μπροστά για να εξαντλήσει τις πιθανότητες για ένα επίτευγμα σ’ αυτή τη ζωή, όλα περικλείονται στη διακριτική μουσική του Μάικλ Ντάνα και τη μελαγχολική φωτογραφία του Γουόλι Φίστερ.

NEW YEAR’S EVE

Σκην.: Γκάρι Μάρσαλ

Πρωτ.: Μισέλ Φάιφερ, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Σάρα Τζέσικα Πάρκερ, Άστον Κούτσερ, Χάλι Μπέρι, Ζακ Έφρον, Χίλαρυ Σουάνκ, Άμπιγκεϊλ Μπρέσλιν, Τζον Μπελούσι, Τζος Ντιμέλ, Τζον Μπον Τζόβι

Την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 2012, παρακολουθούμε διάφορες ανθρώπινες ιστορίες στη Νέα Υόρκη.

Μετά από το περυσινό «Valentine’s Day», ο Μάρσαλ («Pretty Woman», «Η νύφη το ‘σκασε») επιστρέφει με μία ακόμη ταινία- ‘κονσέρβα’ ή ‘χάπι’ ή όπως αλλιώς θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει αυτά τα εγχειρήματα που είναι ό,τι γράφουν στο κουτί: με πανομοιότυπη συνταγή και πολύ ξεκάθαρη λειτουργία, προορισμένα να καταναλωθούν σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, αλλά με αμφίβολα αποτελέσματα.

Ξανά ένα ανσάμπλ διάσημων ηθοποιών που απευθύνονται σε όλες τις ηλικίες, από την Άμπιγκεϊλ Μπρέσλιν και τον Ζακ Έφρον μέχρι τη Μισέλ Φάιφερ και τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο. Συγκινητικά διακυβεύματα όπως εγκυμοσύνη, μοναξιά, έρωτας, επανασύνδεση, θάνατος, γραμμένα όμως με τόση κοινοτοπία και συμβατικότητα που η απόλαυση της ταινίας μπορεί να προκύψει κυρίως με παραχωρήσεις από την πλευρά του θεατή. Ως συνήθως υπάρχει και ο κυνικός της υπόθεσης, ενσαρκωμένος εδώ από τον Άστον Κούτσερ, ο οποίος όμως το μόνο που χρειάζεται για να μεταπειστεί είναι έναν αποκλεισμό μέσα σε ασανσέρ με μια κουκλάρα τραγουδίστρια με θεϊκή φωνή.

Το ζήτημα δεν είναι καν η προσκόλληση στη συνταγή, οι συμβάσεις ή η επιδιωκόμενη γλυκύτητα. Όπως και στη μαγειρική, κάθε συνταγή είναι αποτελεσματική, εφόσον τα υλικά είναι καλά, και η εκτέλεση γίνεται με φαντασία. Εδώ όμως το σενάριο είναι άτολμο, υπερβολικά τετριμμένο και περιστασιακά κακόγουστο, όπως για παράδειγμα στον ανταγωνισμό των εγκύων για το χρηματικό έπαθλο. Η ατμόσφαιρα βέβαια είναι ζεστή, η παραγωγή πλούσια και λαμπερή, οι ηθοποιοί κεφάτοι, αλλά όλα αυτά δε φτιάχνουν πάρα το ελκυστικό περιτύλιγμα του απογοητευτικού δώρου που μας επεφύλαξε ο Μάρσαλ.