Βραβευμένο, αμφιλεγόμενο ελληνικό σινεμά.

ΑΛΠΕΙΣ

Σκην.: Γιώργος Λάνθιμος

Πρωτ.: Αγγελική Παπούλια, Αριάν Λαμπέντ, Άρης Σερβετάλης, Τζόνι Βεκρής

Οι Άλπεις είναι μια τετραμελής ομάδα, αποτελούμενη από μια νοσοκόμα, έναν τραυματιοφορέα, μια αθλήτρια γυμναστικής και του προπονητή της, που συστάθηκε για να αντικαθιστά προσφάτως πεθαμένα πρόσωπα στην καθημερινότητα των οικογενειών τους, ώστε να εξομαλύνεται η απώλεια.

Τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του Λάνθιμου, η οποία ακολουθεί τον περιβόητο και πολυβραβευμένο «Κυνόδοντα», ξεκινώντας αντάξια τη διεθνή της πορεία με το βραβείο σεναρίου στο 68ο φεστιβάλ Βενετίας τον περασμένο Σεπτέμβριο, το οποίο ο σκηνοθέτης μοιράστηκε με τον συνεργάτη του, Ευθύμη Φιλίππου, μαζί με τον οποίο είχαν επίσης γράψει τον «Κυνόδοντα». Κεντρικό θέμα των «Άλπεων» είναι η απώλεια, με επιμέρους ζητήματα που συνεχίζονται από τον «Κυνόδοντα», όπως η καταπίεση της ομάδας προς το άτομο και το παιχνίδι ρόλων μέσα στη ζωή. Μια ιστορία που ζωντανεύει με το γνώριμο σκηνοθετικό ύφος του Λάνθιμου, το οποίο συνδυάζει συγκροτημένο γύρισμα και ακατέργαστη υποκριτική. Κατά τη γνώμη μας, η ταινία δημιουργεί την ίδια αμφιθυμία με τον «Κυνόδοντα», αφού από τη μία διαθέτει μια εξεζητημένη αλλά πολύ πρόσφορη για εξερεύνηση κεντρική σεναριακή ιδέα, από την άλλη όμως επιλέγεται ένα ύφος απόδοσής της που μοιάζει να αναλώνεται στον μανιερισμό του και δεν επιτρέπει στον θεατή να διεισδύσει κάτω από την επιφάνεια.

Κεντρικό πρόσωπο της πλοκής, η νοσοκόμα και μέλος της ομάδας που υποδύεται με καρτερικότητα και καταπιεσμένη θλίψη η Αγγελική Παπούλια. Είναι ο μόνος χαρακτήρας με μια ανιχνεύσιμη συναισθηματική τροχιά, καθώς έχει χάσει τη μητέρα της και μένει με τον πατέρα της. Αυτό τουλάχιστον είναι το πιθανότερο, αφού ενώ θα μπορούσε κι εκεί να ‘εργάζεται’ σε ρόλο κόρης, η σκηνοθεσία και το σενάριο μας οδηγούν να πιθανολογήσουμε ότι οι στιγμές της στο οικογενειακό σπίτι είναι αυθεντικές και όχι ώρες εργασίας, καθώς τη βλέπουμε να καταφεύγει στο δωμάτιό της εκεί όταν το έχει ανάγκη, και οι στιγμές που περνάει με τον πατέρα της είναι οι μόνες που δεν προδίδουν τον πιθανό υποκριτικό χαρακτήρα τους, ο οποίος διασαφηνίζεται σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις που αναλαμβάνει η ομάδα. Αντιθέτως μάλιστα, από την αυθεντικότητα αυτής της σχέσης γίνεται απωθητική και μεμπτή η θνησιγενής απόπειρα εκ μέρους της κοπέλας για ‘αντικατάσταση’ της μητέρας της.

Μια μητέρα που παρέχει επίσης το πιθανότερο αίτιο για τη συμπεριφορά της κοπέλας και την ανάγκη της να συμμετάσχει σε μια ομάδα που έχει στόχο ν’ αναστέλλει την απώλεια του θανάτου. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ωθημένη από την απώλεια της μητέρας της, συμμετέχει στην ομάδα χαρίζοντας στον εαυτό της μια ψευδαίσθηση, φτάνοντας ακόμη και να δοκιμάσει άδοξα να αντικαταστήσει τη μητέρα της. Οι δύο μοναδικές ‘χαραμάδες’ που παρέχει ο σκηνοθέτης για το συναισθηματικό υπόστρωμα της ηρωίδας του είναι τα δύο ξεσπάσματά της σε λυγμούς, όταν ανακοινώνει τον θάνατο της νεαρής κοπέλας στους γονείς της κι όταν αφηγείται στον πατέρα της την κατασκευασμένη ιστορία της σχέσης της με τον νεαρό. Σ’ αυτές τις δύο στιγμές αφήνεται να διαφανεί ότι η κοπέλα καθοδηγείται από ένα βαθύτερο συναισθηματικό τραύμα, το οποίο την οδηγεί να υιοθετήσει μια εικονική συμπεριφορά. Το γεγονός ότι τα ξεσπάσματα έρχονται σε στιγμές όπου μιλάει με κλισέ και με ψέματα, δημιουργεί ένα χάσμα ανάμεσα στον αληθινό της εαυτό που απλώς υπονοείται και στον πλασματικό που έχει υιοθετήσει ώστε να λειτουργήσει μέσα σ’ έναν κόσμο που κατ’ επέκταση μοιάζει συνολικά ψεύτικος και προσποιητός, εφόσον όλοι μιλούν με παρόμοια ‘αφασική’ εκφορά. Σημαντική λεπτομέρεια, ότι το πρώτο ξέσπασμα τη στιγμή που ανακοινώνει τον θάνατο της κοπέλας, διακόπτει τα λόγια της συγχρονισμένο σαν εκείνη στιγμιαία να καταρρέει υπό το βάρος του ρόλου που παίζει και στο πλαίσιο του οποίου καλείται να χρησιμοποιήσει τυποποιημένες φράσεις.

Ωστόσο, εδώ αρχίζουν πια και τα προβλήματα της ταινίας. Όπως και στον «Κυνόδοντα», ο Λάνθιμος δεν αναλύει τους χαρακτήρες του, προτιμώντας να μείνει στην επιφάνεια των πράξεών τους, και πραγματοποιώντας ίσως μια γενικότερη αλλά πιο αόριστη κριτική για τη συμβατικότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των σχέσεων γενικότερα, καθώς και την -καταπιεστική;- ανάγκη του ανήκειν. Βασικό όχημα αυτής της κριτικής, το αναίσθητο ερμηνευτικό ύφος, που καθιερώνεται πια ως μία από τις χαρακτηριστικές ιδιομορφίες του σκηνοθέτη. Παρά την πολύ καλή ερμηνεία της Παπούλια, η συναισθηματική ισορροπία των σκηνών υπονομεύεται από τα υφολογικά και σεναριακά τεχνάσματα (π.χ. η απλοϊκότητα με την οποία χειρίζονται τα γεγονότα οι συγγενείς των νεκρών, η ανεδαφική λογική πίσω από την ονομασία της ομάδας), το χιούμορ δημιουργεί αμφιβολίες για το αν η ταινία παίρνει τον εαυτό της καν στα σοβαρά (το παιχνίδι με τη ρακέτα στο νοσοκομείο, οι σωματικές μιμήσεις διασήμων, η εξήγηση της ονομασίας της ομάδας), ενώ εκτός από τη νοσοκόμα, οι υπόλοιποι χαρακτήρες ελάχιστα προσφέρουν στην εξέλιξη της πλοκής, η οποία εξαιτίας του μονότονου ερμηνευτικού ύφους και της αδιαφορίας για τη σκηνοθετική αληθοφάνεια των σκηνών, παραμένει επιφανειακή. Επιφανειακότητα που αποπνέει μεν κυνισμό και θλίψη, αφήνει δε ανεκμετάλλευτη τη δυναμική της ιστορίας.