Πόσο σκοτεινός μπορεί να γίνει ο Πέδρο Αλμοδόβαρ; Κατά τη γνώμη μας, περισσότερο απ’ όσο αφήνει να φανεί.

ΤΟ ΔΕΡΜΑ ΠΟΥ ΚΑΤΟΙΚΩ LA PIEL QUE HABITO

Σκην.: Πέδρο Αλμοδόβαρ

Πρωτ.: Έλενα Ανάγια, Αντόνιο Μπαντέρας, Μαρίζα Παρέδες, Γιαν Κορνέ, Μπλάνκα Σουάρεθ, Ρομπέρτο Άλαμο

Ένας πλαστικός χειρουργός κρατάει φυλακισμένη σ’ ένα δωμάτιο της έπαυλής του μια κοπέλα, για την οποία κατασκευάζει ένα πρωτοποριακό είδος μεταλλαγμένου δέρματος. Μια μέρα, ο ανεπιθύμητος παρανοϊκός γιος της οικονόμου της έπαυλης θα επισκεφτεί το σπίτι και θα βιάσει την κοπέλα, επεισόδιο που θα τη φέρει πιο κοντά με τον γιατρό και θα γίνει η αφορμή να ξετυλιχτεί η τραγική ιστορία πίσω από τη σχέση τους.

Η 19η μεγάλου μήκους ταινία του ισπανού δημιουργού, βασίζεται στο μυθιστόρημα «Μυγαλή, η δηλητηριώδης αράχνη» του Τιερί Ζονκέ. Ένα δραματικό θρίλερ, που δε νιώθει ποτέ ότι πρέπει να υπηρετήσει ειδολογικές συμβάσεις, ακριβώς επειδή φέρει μια τόσο δυνατή δημιουργική σφραγίδα όπως του Αλμοδόβαρ, κάτι που βέβαια είναι ευχάριστο για όσους αγαπούν τον σκηνοθέτη, αλλά θέτει διάφορα ζητήματα σχετικά με τη δύναμη και την αποτελεσματικότητα της αφήγησης.

Καταρχάς όπως συνηθίζει, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος φορτώνει την ιστορία του με σαπουνοπερατικές υπο-πλοκές και λεπτομέρειες, μερικές από τις οποίες είτε δεν έχουν καμία σημασία για την υπόθεση, όπως το γεγονός ότι ο Ζέκα κι ο Ρόμπερτ είναι αδέρφια, είτε συσσωρεύουν ακόμη περισσότερη εκζήτηση (η οικογενειακή τραγωδία του Ρόμπερτ), σαν να μην έφτανε η ήδη υπάρχουσα στην κεντρική πλοκή.

Επίσης, η σεναριακή υπερβολή αντί να μετριάζεται σκηνοθετικά με ανάλογα σκοτεινούς χρωματικούς και φωτιστικούς τόνους, τονίζεται ακόμη περισσότερο μέσω της επίσης χαρακτηριστικής έντονης πολυχρωμίας που σχεδόν πάντα χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης, και που δημιουργεί μια αισθητή ανισορροπία ύφους ανάμεσα στα γεγονότα της αφήγησης και την αναπαράστασή τους. Για παράδειγμα, αφενός ο τόνος της αφήγησης παραμένει συνεχώς φορτωμένα δραματικός, με χιούμορ ελάχιστο και γκροτέσκο (η στολή του Ζέκα, τα διαφορετικού μεγέθους ομοιώματα πέους που ο Ρόμπερτ παρουσιάζει χαιρέκακα στον Βισέντε), και ο Μπαντέρας δίνει μία από τις καλύτερες και σοβαρότερες ερμηνείες της καριέρας του σ’ έναν ασυνήθιστα για αλμοδοβαρικό σενάριο επιβλητικό χαρακτήρα, με στιβαρότητα που αντανακλάται επίσης στα μεθοδικά πλάνα και στον μοντέρνο, αληθοφανή σχεδιασμό της παραγωγής (π.χ. το γυάλινο υπόγειο εργαστήριο, τα επιμελημένα πλάνα από τη διαδικασία της κατασκευής του δέρματος) που τον απεικονίζουν ως ένα αφοσιωμένο, συγκροτημένο, έγκριτο αλλά κι επικίνδυνο επιστημονικό μυαλό.

Αφετέρου όμως, η φωτεινότητα και πολυχρωμία των πλάνων μαζί με την έλλειψη κρισιμότητας στα επιμέρους διακυβεύματα (η εξαφάνιση του Βισέντε, η συμφιλίωσή του με το νέο του σώμα, η σχέση της Βέρας με τον Ρόμπερτ, η επιστροφή της στον έξω κόσμο μετά από καιρό και με νέα ταυτότητα, η ευκαιρία για απόδραση της Βέρας στη βόλτα στα μαγαζιά κ.α.) δημιουργούν ένα είδος ανισορροπίας που υπονομεύει τα επιμέρους αφηγηματικά στοιχεία για χάρη της αλμοδοβαρικής ταυτότητας του φιλμ. Παράμετροι αυτής της ιδιότυπης ταυτότητας είναι τα γνώριμα θέματα της μεταμόρφωσης και της χρήσης του σώματος, το ερωτικό πάθος, οι μελοδραματικές περιπλοκές, αλλά και τα σκηνοθετικά παιχνίδια, όπως ο συσχετισμός των πινάκων στο σπίτι του Ρόμπερτ με τη σύνθεση των πλάνων της παρακολούθησης της Βέρας στην τηλεοπτική οθόνη.