
Αστικός ηρωισμός και ρομάντζο σε μια από τις πιο συνηθισμένες αλλά γοητευτικότερες ταινίες της σεζόν.
DRIVE
Σκην.: Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν
Πρωτ.: Ράιαν Γκόσλινγκ, Κάρι Μάλιγκαν, Άλμπερτ Μπρουκς, Μπράιαν Κράνστον, Ρον Πέρλμαν, Όσκαρ Άιζακ, Κριστίνα Χέντρικς
Ένας μηχανικός αυτοκινήτων αξιοποιεί την οδηγική του δεξιοτεχνία ως κασκαντέρ σε κινηματογραφικές ταινίες και ως μεταφορέας κακοποιών σε ληστείες. Ερωτευμένος με την όμορφη γειτόνισσά του, θα βοηθήσει τον μόλις αποφυλακισμένο σύζυγό της να ξεμπλέξει από μια συμμορία, ώστε ν’ αποκατασταθεί η οικογενειακή τους αρμονία. Τα γεγονότα όμως δεν εξελίσσονται σύμφωνα με το σχέδιο.
Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του αμερικανού Τζέιμς Σάλις, το φιλμ χάρισε στον Ρεφν το βραβείο Σκηνοθεσίας στο φετινό φεστιβάλ Καννών. Δεν πρόκειται για μια καταιγιστική ταινία δράσης όπως ίσως περιμένει κανείς εξαιτίας του θέματός του, που έχει επανέλθει στο προσκήνιο με τη σειρά «Fast and Furious». Είναι ένα δράμα εγκλήματος (crime drama) και τρίτη ταινία του Γκόσλινγκ αυτή τη σεζόν, μετά τα «Crazy stupid love» και «Αι ειδοί του Μαρτίου», τίτλοι που πιστοποιούν το εύρος και τη δικαιολογημένη απήχηση του ταλαντούχου 31χρονου καναδού ηθοποιού. Η ταινία διαθέτει μια μάλλον συνηθισμένη ιστορία, όμως εδώ σημασία δεν έχει η απλή πλοκή αλλά η συναρπαστική εικονογράφησή της, που αποπνέει την αίσθηση του cool μέσα από τον λακωνικό, ατρόμητο, ρομαντικό και σκοτεινό ήρωα, το υπολογισμένο ατμοσφαιρικό καδράρισμα και το σφιχτό μοντάζ που μοιάζουν να μην έχουν τίποτα περιττό, καθώς και από τη νοσταλγική αναφορά στο ύφος της δεκαετίας του ’80 που δημιουργούν οι φούξια τίτλοι και το electropop σάουντρακ.
Ο ατρόμητος ανώνυμος οδηγός του Γκόσλινγκ μάς θυμίζει μια διασταύρωση ανάμεσα στον ατίθασο Μάβερικ του Τομ Κρουζ στο «Top Gun» (Τόνι Σκοτ, 1986) και στον Μάριον Κομπρέτι του Σιλβέστερ Σταλόνε στο «Cobra» (Τζωρτζ Κοσμάτος, 1986): οδοντογλυφίδα στο στόμα, μπουφάν-σήμα κατατεθέν, λακωνικότητα, ατάραχη αυτοκυριαρχία, γρανιτένιο βλέμμα, ‘πιλοτάρισμα’ του αυτοκινήτου με απόλυτο συγχρονισμό μυαλού, καρδιάς και χεριών. Ο Οδηγός δε λέει πολλά αφενός επειδή δε χρειάζεται, αφετέρου ίσως επειδή κρύβει μέσα του ένα άσχημο παρελθόν που του έχει μάθει ότι ο έρωτας και η φιλία είναι τα μόνα πράγματα για τα οποία αξίζει να θυσιαστεί κανείς. Οι μόνες ενδείξεις για έναν εσωτερικό του κόσμο είναι οι δύο αντίθετες εκφάνσεις του, η έλξη για την Αϊρίν και η μανιώδης βία που εκρήγνυται μόνο σε στιγμές που κρίνουν την επιβίωση.
Ο Γκόσλινγκ ουσιαστικά “κουβαλάει” ερμηνευτικά την ταινία, με την καλύτερη βοήθεια να έρχεται από τον Μπρουκς και τον Κράνστον, στους ρόλους του κυνικού μαφιόζου με το κατά τ’ άλλα “καθημερινό” ύφος και του καλόκαρδου αλλά ανίσχυρου μέντορα αντιστοίχως. Ο Γκόσλινγκ μοιάζει να έχει χτίσει έναν ολόκληρο κόσμο για τον χαρακτήρα του, τον οποίο όμως κρατάει σφαλισμένο γερά, μέχρι οι συνθήκες να τον αναγκάσουν ν’ ανοίξει μια χαραμάδα τρυφερότητας ή βίας. Το φορτισμένο βλέμμα του υπονοεί όσα το σενάριο δε μας παρέχει. Μας δίνονται μόνο τα ελάχιστα απαραίτητα κίνητρα για την επίτευξη του στόχου του, που είναι η αποκατάσταση της συναισθηματικής του ισορροπίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη κι όταν έχει τελειώσει όλες του τις δουλειές, νόμιμες και παράνομες, θα νόμιζε κανείς ότι ο Οδηγός θα είχε ανάγκη από ξεκούραση και θα παρέμενε σπίτι. Όμως η μοναξιά του τον αναγκάζει να μη σταθεί καθόλου και να ξαναφύγει για βόλτα με το αμάξι του. Η σχέση με την Αϊρίν και το παιδί της, του προσφέρει μια προοπτική οικογενειακής ευτυχίας, ίσως αυτό ακριβώς που δεν είχε ποτέ.
Όλα αυτά δοσμένα από τον Ρεφν με θαυμαστή μεθοδικότητα και οικονομία των πλάνων του, τα οποία συνθέτει και κινεί αξιοποιώντας έξοχα τον φωτισμό (π.χ. δείτε πώς οι θερμές περιοχές των κάδρων στις σκηνές της με τον Οδηγό αρχικά ανήκουν στην Αϊρίν, η είσοδος του Οδηγού στο διαμέρισμά του, το φιλί στο ασανσέρ κτλ.), και με περιορισμένες, ήρεμες κινήσεις (σε αντιστοιχία με την ψυχραιμία του ήρωα), οι οποίες διαταράσσονται από απότομο όμως υπολογισμένο μοντάζ, που δεν εκτρέπεται σε επιπολαιότητες, αλλά φροντίζει απλώς να ενισχύσει συγκρατημένα την ένταση στις σκηνές.
Η μοναξιά και το μυστήριο του ήρωα, η μελαγχολία της νυχτερινής μεγαλούπολης, ο ανεκπλήρωτος έρωτας, ο κίνδυνος και η θλίψη της αυτοθυσίας, όλα περνάνε μέσα από την ηλεκτρονική μουσική του Κλιφ Μαρτίνεζ, τη δουλειά του οποίου απολαύσαμε πρόσφατα στο «Contagion» του Στίβεν Σόντερμπεργκ. Εδώ δίνει ακόμα ένα εξαιρετικό ηλεκτρονικό σάουντρακ, πλαισιωμένο από γνωστά ονόματα της σημερινής synthpop, όπως οι Chromatics με το φουτουριστικό νουάρ «Tick of the clock», ο Kavinsky με το «Nightcall», οι Desire με το «Under your spell», και οι College με τους Electric Youth στο «A real hero».

