
Του Αλέκου Α. Ανδρικάκη [email protected]
Με φορολογικές ελαφρύνσεις στους φτωχούς και φορολόγηση των πλουσίων ξεπέρασε ο Βενιζέλος την κρίση του 1910
Το ανορθωτικό πρόγραμμα, όπως παρουσιάστηκε σε ομιλία στη Λάρισα στις 14 Νοεμβρίου, προέβλεπε ακόμη, εκκίνηση της παραγωγικής – αναπτυξιακής μηχανής, μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, απόδοση γης στους ακτήμονες αγρότες
Η «απάντηση» στη σημερινή σφοδρή κρίση από την ελληνική κυβέρνηση και την τρόικα επικεντρώνεται διαρκώς σε φορολόγηση των νοικοκυριών, κυρίως των πιο αδύναμων οικονομικά, γεγονός που προκαλεί όλο και πιό έντονες αντιδράσεις. Τακτικές και έκτακτες φορολογίες, κεφαλικά και άλλα χαράτσια, κατάργηση, στην ουσία, των εργασιακών σχέσεων και της σταθερής εργασίας…
Ανεργία, αβεβαιότητα, εκατομμύρια Ελλήνων ζουν ήδη κάτω από το όριο της φτώχειας… Θυσίες μονομερείς και υπερβολικές, χωρίς να φαίνεται κάποιο φως ελπίδας… Συνταγή αποτυχημένη, υποστηρίζουν οικονομολόγοι, καθώς δεν δίνει προοπτικές ανάπτυξης στη χώρα και αντιθέτως με την ύφεση η κρίση βαθαίνει. Αλλά κυρίως οι άνθρωποι δυστυχούν. Κι όλα αυτά, την ώρα που η απόγνωση αλλά και η διαμαρτυρία του απλού κόσμου κορυφώνεται, μαζί με την απέχθειά του για το πολιτικό σύστημα… Πριν από σχεδόν έναν αιώνα, τον Οκτώβριο του 1910, μπροστά σε μια ανάλογη πολιτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση, ο Ελευθέριος Βενιζέλος αναλάμβανε για πρώτη φορά πρωθυπουργός της χώρας. Ενδιαφέρον έχει ότι η «συνταγή» που χρησιμοποίησε είναι εντελώς διαφορετική από τη σημερινή: φορολογικές ελαφρύνσεις για τους φτωχούς, φορολόγηση των πλουσίων, μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, απόδοση γης στους ακτήμονες, εκκίνηση της παραγωγικής διαδικασίας στη χώρα, με την ενίσχυση της βιομηχανίας, αλλά και της βιοτεχνίας. Και πέτυχε! Κι αυτό παρά το γεγονός ότι πιθανώς τα προβλήματα ήταν πολύ οξύτερα από τα σημερινά, ενώ η χώρα βρισκόταν σε διεθνή οικονομικό έλεγχο από τα τέλη του 19ου αιώνα…
Αδύναμη χώρα…
Στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα η Ελλάδα ήταν μια αδύναμη χώρα, χωρίς να μπορεί να ανταποκριθεί στον ιστορικό της ρόλο στην περιοχή, με τη φαυλοκρατία των παλαιών πολιτικών κομμάτων να συντρίβει κάθε προσπάθεια προόδου. Το «εθνικό ζήτημα» ήταν κυρίαρχο και συνδεόταν με την πορεία του Ανατολικού Ζητήματος και με τα «αλυτρωτικά οράματα», που παρέμεναν «ζωντανά», παρά την πρόσφατη, μόλις, ταπεινωτική ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Κρητικό και Μακεδονικό αποτελούσαν τα κρίσιμα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής. Στο εσωτερικό, τα κοινωνικά προβλήματα, σε συνδυασμό με την οικονομική κατάσταση (πτώχευση, σταφιδική κρίση, Διεθνής Οικονομικός Ελεγχος), επέτεινε ένα γενικευμένο κλίμα δυσφορίας, που κατευθυνόταν εναντίον των κομμάτων, του στέμματος και της βασιλικής αυλής. Η εκδήλωση του κινήματος των Νεοτούρκων το 1908, που υποσχόταν ισοπολιτεία και ισονομία στις εθνότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και το συνακόλουθο κλίμα εκσυγχρονισμού δημιουργούσαν αυτομάτως σύγκριση με το «τέλμα» που υπήρχε στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα στις τάξεις του στρατού υπήρχε έντονη δυσαρέσκεια για την κατάληψη επιτελικών θέσεων από τους πρίγκιπες και της γενικής διοίκησης από τον Διάδοχο, καθώς και για τη σκανδαλώδη ευνοιοκρατία και τον νεποτισμό.
Η άθλια πολιτική κατάσταση στη χώρα οδήγησε κορυφαίους στρατιωτικούς να εξεγερθούν τη νύκτα της 14ης προς 15η Αυγούστου 1909. Ήταν το «κίνημα στο Γουδί» από το Στρατιωτικό Σύνδεσμο με αρχηγό το συνταγματάρχη Νικόλαο Ζορμπά, με το οποίο οι επίλεκτοι αξιωματικοί ζήτησαν από τον τότε πρωθυπουργό Δημήτριο Ράλλη, ο οποίος στις 4 Ιουλίου είχε διαδεχθεί τον παραιτηθέντα Γεώργιο Θεοτόκη, την ανανέωση της πολιτικής ζωής, την αναδιοργάνωση των στρατιωτικών δυνάμεων, ώστε η χώρα να καταστεί πολεμικά αξιόμαχη, και την εκκαθάριση των κρατικών υπηρεσιών, οι οποίες είχαν διαφθαρεί από τη λειτουργία των παλαιών κομμάτων και τον ακόλαστο και ευτελισμένο, όπως χαρακτηριζόταν, κοινοβουλευτικό βίο. Στους στρατώνες στο Γουδί συγκεντρώθηκαν 449 αξιωματικοί και 2.546 οπλίτες μαζί με χωροφύλακες και πολίτες, καλώντας την κυβέρνηση να υιοθετήσει το πρόγραμμα του Συνδέσμου, που δεν διακρινόταν, πάντως, από επαναστατικά αιτήματα. Οι βασικές θέσεις του αφορούσαν αλλαγές στο στράτευμα, εξέφραζαν δηλαδή μάλλον επαγγελματικά συμφέροντα και εξοπλιστικά σχέδια, ενώ διατυπωνόταν μάλλον η ευχή για τις αλλαγές που έπρεπε να γίνουν στην εκπαίδευση, τη δικαιοσύνη, την οικονομία και τη διοίκηση. Ο Σύνδεσμος εξέφραζε απλώς τον πόθο του όπως «ο σχεδόν πενόμενος Ελληνικός λαός ν΄ ανακουφισθή εκ των επαχθών φόρων, ους ήδη καταβάλλει και οίτινες ασπλάχνως κατασπαταλώνται προς διατήρησιν πολυτελών και περιττών υπηρεσιών και υπαλλήλων, χάριν της απαισίας συναλλαγής». Δηλωνόταν εξάλλου κατηγορηματικά ότι στόχος δεν ήταν το πολίτευμα και ο βασιλιάς, ούτε η εγκαθίδρυση στρατιωτικής δικτατορίας.
Τα αιτήματα των στρατιωτικών, που προβλήθηκαν με εντυπωσιακό τρόπο από τις εφημερίδες της εποχής, δεν εισακούστηκαν από την αυλή και τους πολιτικούς, αλλά γρήγορα έγιναν κτήμα του πενόμενου λαού. Ο αθηναϊκός και ο πειραϊκός λαός στις 14 Σεπτεμβρίου πραγματοποίησε ένα μεγάλο συλλαλητήριο στο Πεδίον του Άρεως, ενώ ανάλογα συλλαλητήρια πραγματοποιήθηκαν σε όλη τη χώρα. Οι εφημερίδες υπολόγισαν ότι στην Αθήνα οι συγκεντρωμένοι κυμάνθηκαν από 70.000 μέχρι 100.000. Οι διαδηλώσεις έδειξαν ότι το στρατιωτικό κίνημα είχε πάρει πλέον παλλαϊκή μορφή, με αίτημα την ανόρθωση του κράτους και την απομάκρυνση των παλαιών προσωποκεντρικών κομμάτων, τα οποία ο λαός θεωρούσε υπεύθυνα για τη φαυλοκρατία.
Η πρόσκληση στον Βενιζέλο
Το κίνημα και τα αιτήματά του δεν άφησαν ασυγκίνητη την Κρήτη, που και πάλι βρισκόταν σε ετοιμότητα για να διεκδικήσει την ένωση. Ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αρχηγός της αντιπολίτευσης τότε, χαιρέτισε την εξέγερση με άρθρα στην εφημερίδα «Κήρυξ» των Χανίων. Ο ξεσηκωμός αυτός, εκτιμούσαν πολλοί, χρειαζόταν έναν πολιτικό ηγέτη για να πάρει την πολιτική μορφή που ήταν απαραίτητη, καθώς οι στρατιωτικοί από την ίδια τη θέση τους δεν θα μπορούσαν να σηκώσουν αυτό το βάρος. Κι αυτός ο ηγέτης, όπως πρώτος έγραψε ο Άγγλος δημοσιολόγος Δίλλων, ήταν ο Βενιζέλος, ο οποίος αρχικά απέφυγε την ενεργό ανάμειξη. Τον Δεκέμβριο του 1909 ο Ζορμπάς έστειλε στη Χαλέπα το λοχαγό Κονταράτο μαζί με μια πρόσκληση προς τον Βενιζέλο να μεταβεί στην Αθήνα και να συνομιλήσει με το Στρατιωτικό Σύνδεσμο. Ο αρχηγός του κινήματος ήθελε τις απόψεις του Κρητικού επαναστάτη και πολιτικού πιστεύοντας ότι θα τον έπειθε να αναλάβει ο ίδιος την ευθύνη του ανορθωτικού αγώνα.
Ο Βενιζέλος πείστηκε τελικά να συναντηθεί με τους εκπροσώπους του κινήματος. Βρέθηκε στην Αθήνα στις 26 Δεκεμβρίου 1909. Η παρουσία του φυσικά δεν έμεινε μυστική, καθώς οι επαφές του δεν έγιναν μόνο με τους στρατιωτικούς του συνδέσμου, αλλά και με τους ηγέτες των πολιτικών κομμάτων. Οι εφημερίδες, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, έγραφαν ακόμη και ότι πήγε στην Αθήνα προκειμένου να αρχίσει αγώνα κατά της βασιλείας. Ο Βενιζέλος αφού μίλησε αναλυτικά για την κατάσταση με την επιτροπή του Στρατιωτικού Συνδέσμου, τάχθηκε υπέρ μιας αναθεωρητικής, κι όχι συντακτικής, βουλής καθώς, όπως έλεγε, δεν είχε στόχο να αλλάξει τα πάντα στο πολίτευμα. Με αυτό τον τρόπο καθησύχαζε και το παλάτι.
Τελικά ο Βενιζέλος δεν δέχτηκε τότε την ανάληψη της ευθύνης της χώρας, αλλά με δική του πρόταση ανατέθηκε η πρωθυπουργία στον Στέφανο Δραγούμη, σε μια κυβέρνηση που στήριξε και ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, έχοντας ως υπουργό Άμυνας τον Νικόλαο Ζορμπά.
Ο Κρητικός πολιτικός επέστρεψε στο νησί, τον Μάιο του 1910 ανέλαβε την πρωθυπουργία του, αλλά λίγο μετά επέστρεψε στην Ελλάδα. Στις πρώτες εκλογές για την αναθεωρητική βουλή, στις 8 Αυγούστου 1910, εκλέχτηκε πρώτος βουλευτής Αττικοβοιωτίας. Βουλευτές του ελληνικού κοινοβουλίου εκλέχτηκαν άλλοι 4 Κρήτες, σε μια συμβολική πολιτική κίνηση των Κρητών και των ελληνικών πολιτικών κομμάτων, ώστε να εμφανιστούν τα δύο κοινοβούλια ενιαία. Εκτός από τον Βενιζέλο εκλέχτηκαν βουλευτές και οι άλλοι τέσσερις Κρήτες που εντάχθηκαν στους ελληνικούς συνδυασμούς: Αντώνιος Μιχελιδάκης, Μανούσος Κούνδουρος, Γεώργιος Παπαμαστοράκης και Χαράλαμπος Πωλογεώργης. Στην έκθεση των υποψηφιοτήτων αντέδρασε η Τουρκία, θεωρώντας casus belli τις πέντε υποψηφιότητες και δια στόματος του Μεγάλου Βεζύρη Χακή – βέη απείλησε ότι αν τελικά ήταν υποψήφιοι τότε θα καταλάμβανε τη Θεσσαλία.
Κάτω από αυτή την απειλή απέσυραν τις υποψηφιότητες τους οι Μιχελιδάκης, Κούνδουρος και Παπαμαστοράκης, ενώ παρέμειναν αυτές των Βενιζέλου και Πωλογεώργη οι οποίοι είχαν και την ελληνική υπηκοότητα. Από τα ψηφοδέλτια όμως δεν πρόλαβαν να σβηστούν τα ονόματα των 3. Έτσι εξελέγησαν και οι πέντε βουλευτές. Παρέμειναν όμως μόνο οι Βενιζέλος και Πωλογεώργης, ενώ οι άλλοι τρεις παραιτήθηκαν.
Λίγες ημέρες αργότερα ο Βενιζέλος παραιτήθηκε από τα αξιώματά του στην Κρήτη και στις 4 Σεπτεμβρίου 1910 βρέθηκε στην Αθήνα.
Η ομιλία στο Σύνταγμα
Στις 5 Σεπτεμβρίου εκφώνησε την πρώτη ομιλία του στο Σύνταγμα, με την οποία απέδειξε σε πανελλήνιο πλέον επίπεδο τις ηγετικές του ικανότητες. Ενώπιον χιλιάδων λαού έκανε τις πρώτες αναφορές του για την προσπάθεια να ανανεωθεί η πολιτική ζωή και να ανορθωθεί η χώρα. Χαρακτηριστικό σʼ αυτό το λόγο που εκφώνησε ήταν το γεγονός ότι ενώ μιλούσε σε ένα άγνωστο στον ίδιο κοινό, δεν δίστασε να διαφωνήσει μαζί του και να επιβάλλει τη δική του θέση: οι συγκεντρωμένοι ζητούσαν συντακτική βουλή και ο Βενιζέλος απαντούσε αναθεωρητική. Αυτό επαναλήφθηκε μερικές φορές, μέχρι που το πλήθος συνάχτηκε με την άποψη του ομιλητή.
Στις 6 Οκτωβρίου σχημάτισε την πρώτη του κυβέρνηση, αλλά για να ενισχύσει τη θέση του στο κοινοβούλιο παραιτήθηκε λίγες ημέρες αργότερα και ζήτησε από το βασιλιά Γεώργιο να προκηρύξει νέες εκλογές για αναθεωρητική βουλή. Στις 28 Νοεμβρίου 1910 οι Έλληνες ανέδειξαν στην πρωθυπουργία τον Βενιζέλο, δίνοντάς του 307 από τις 362 έδρες της βουλής.
Το ανορθωτικό πρόγραμμα
Δύο εβδομάδες πριν την εκλογική διαδικασία, στις 14 Νοεμβρίου, μίλησε στη Λάρισα σε μια μεγάλη προεκλογική συγκέντρωση. Η ομιλία του μπορεί να χαρακτηριστεί ιστορική, καθώς ήταν ο πρώτος προγραμματικός του λόγος, με τον οποίο σκιαγράφησε το ανορθωτικό του πρόγραμμα. «Λέγοντες ανόρθωσιν και επιδιώκοντες αυτήν - εξηγούσε- ζητούμεν να παράσχωμεν εις τον Ελληνικόν Λαόν το ποσόν της ευμαρείας, εις το οποίον έχει δικαίωμα ο Ελληνικός Λαός, ο οποίος από μακρού χρόνου φορολογηθείς βαρέως, επί τη ελπίδι καλλιτέρας διαρρυθμίσεως των πραγμάτων του δημοσίου, εύρε εαυτόν εξαπατώμενον εκάστοτε εις τας προσδοκίας του».
Το ανορθωτικό πρόγραμμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, όπως ανέφερε για πρώτη φορά στην ομιλία του στη Λάρισα, προέβλεπε:
-Τη φορολογική ελάφρυνση «των απορωτέρων τάξεων», τόσο από τους άμεσους όσο και τους έμμεσους φόρους, ώστε ένα μέρος των δημοσίων βαρών, όπως έλεγε, να μετατοπιστεί «εις τους ισχυροτέρους ώμους των ευπορωτέρων τάξεων».
-Ενίσχυση της ελληνικής βιομηχανίας, με την αλλαγή του δασμολογίου.
-Την ίδρυση του υπουργείου Εμπορίου και Γεωργίας, ως καθοδηγητικού μέσου για τη στήριξη της ελληνικής παραγωγής και την εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου της χώρας.
-Τη σύνταξη κτηματικού βιβλίου για την εξασφάλιση της ακίνητης περιουσίας. Είναι το γνωστό μας κτηματολόγιο που εφαρμόζεται σχεδόν ένα αιώνα μετά!
-Την αντιμετώπιση του αγροτικού προβλήματος με την απόδοση στους ακτήμονες γεωργούς μικρών ιδιοκτησιών. Η αναφορά του είχε τότε ιδιαίτερη σημασία, καθώς στο θεσσαλικό κάμπο είχαν ξεσηκωθεί οι ακτήμονες κατά των τσιφλικάδων, ενώ στο Κιλελέρ είχε δολοφονηθεί ο μάρτυρας των αγροτικών αγώνων Μαρίνος Αντύπας.
-Την προστασία της εργασίας από τις αυθαιρεσίες των εργοδοτών.
-Τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων.
-Την επιστροφή στο θεσμό των κοινοτήτων, ως πρωτοβάθμιας μορφής αυτοδιοίκησης. Τότε ο Βενιζέλος είχε εντοπίσει στη λειτουργία των δήμων ένα πρόβλημα το οποίο θα διαπιστώναμε 80 χρόνια αργότερα, με την εφαρμογή του προγράμματος «Καποδίστριας»: την αναποτελεσματικότητα και την ανομοιογένεια των τοπικών κοινωνιών σε αναγκαστικές συνενώσεις των κοινοτήτων για την διαμόρφωση των δήμων.
-Την εδραίωση του κλίματος της δημόσιας ασφάλειας και την αναβάθμιση της δικαιοσύνης, με την αναμόρφωση, μεταξύ άλλων, του αστικού και ποινικού κώδικα.
-Μια πρώτη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, με την οργάνωση δημοτικών σχολείων και την ίδρυσή τους στις αγροτικές κοινότητες, την διεύρυνση του χρόνου φοίτησης στη μέση εκπαίδευση και στο πανεπιστήμιο, στο οποίο εισήγαγε τις ετήσιες εξετάσεις.
-Τον εκσυγχρονισμό και την ανασυγκρότηση του στρατεύματος.
«Το έργον της ανορθώσεως είναι χρόνιον και μακρόν. Τʼ αποτελέσματα όμως θʼ αρχίσουν να φαίνωνται ευθύς άμα τη εφαρμογή του προγράμματος», κατέληγε ο Βενιζέλος εκείνο το βροχερό απόγευμα στη Λάρισα, μιλώντας από τον εξώστη της Λέσχης της πόλης.
Αναδημοσιεύομε από τις εφημερίδες της εποχής ολόκληρο το κείμενο ομιλίας, που χαρακτηρίζεται ιστορικό.

