Του Κώστα Xατζάκη*

Το τελευταίο διάστημα γινόμαστε μάρτυρες μιας ανοίκειας και μεθοδευμένης επίθεσης κατασυκοφάντησης των ΔΟΥ από τον Τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό. Και κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να υπερασπίσει ένα κλάδο που είναι η καριδά του κράτους. Ούτε η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών αλλά ούτε και η συνδικαλιστική ηγεσία του κλάδου. Τι να πρωτοθυμηθούμε.

Την περίφημη έκθεση Ρακιτζή, που με ανακριβή στοιχεία, έδωσε την πάσα στον Τύπο να εκδώσει πρωτοσέλιδα με τίτλους “κίνημα δεν εισπράττω στις ΔΟΥ”, ή “λευκή απεργία στις ΔΟΥ” που αναπαρήγαγαν οι καλοθελητές και κάθε πικραμένος από κάποια προσωπική του υπόθεση με την εφορία, ή τα καθημερινά πια σχόλια αμφισβήτησης, από κάθε αρμόδιο ή αναρμόδιο ντόπιο ή ξένο (Γερμανό).

Ολα αυτά δημιουργούν μια απέχθεια στους πολίτες, για τον φοροεισπρακτικό μηχανισμό και τους ενισχύει την επιθετικότητα που επιδεικνύουν το τελευταίο διάστημα, λόγω και των σοβαρών οικονομικών και όχι μόνο προβλημάτων που αντιμετωπίζουν. Θεωρούν και τους εργαζόμενους στις ΔΟΥ σαν μέρος του προβλήματος και όχι σαν συμμάχους στον αγώνα για την ανατροπή αυτής της κατάστασης. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Προφανώς δεν είναι.

Οι εφοριακοί είναι οι πλέον αγανακτισμένοι πολίτες, που βλέπουν τις αποδοχές τους να σμπαραλιάζονται, τις συνθήκες εργασίας τους να γίνονται απάνθρωπες, το μέλλον τους αβέβαιο, την εφεδρεία να επικρέμεται στα κεφάλαια τους και διαρκώς και μεθοδευμένα να απαξιώνονται σαν κλάδος.

Ειρήσθω εν παρόδω, ότι αν υπάρχει ένας κλάδος που έπρεπε να εξαιρεθεί από την εφεδρεία, αυτός είναι ο κλάδος των εφοριακών. Εκτός αν κάποιοι απεργάζονται την αποσάθρωση και πλήρη διάλυσή του και κατάρρευση των εσόδων του δημοσίου για αλλότριους σκοπούς (την πώληση του μηχανισμού σε ιδιώτες και στελέχωσή του με ξένους διευθυντές π.χ. Γερμανούς).

Το ότι ο μηχανισμός είσπραξης υπάρχει ακόμη και δεν έχει τελείως αποσαθρωθεί με τις επιθέσεις που δέχεται, οφείλεται εν πολλοίς στην φιλοπατρία και το φιλότιμο πολλών εφοριακών αν όχι όλων.

Δεν ευθύνονται οι εφοριακοί αν μετά την δεκαετία του ‘80 πολλοί μπήκαν στις εφορίες από τα παράθυρα, με μετατάξεις από διάφορους φορείς. Δεν ευθύνονται οι εφοριακοί για τις παρεμβάσεις που δέχονται από το πολιτικό πελατειακό σύστημα και που καθημερινά πρέπει να αντιπαλεύουν πάνω στην εργασία τους με προσωπικό κόστος. Για τους συνεργάτες της πολιτικής ηγεσίας διαχρονικά, που είναι η πραγματική “εξουσία” στο υπουργείο, πάνω από την υπηρεσιακή ηγεσία του κλάδου. Ακόμη πρόσφατα παράγοντας του υπουργείου, μετέθεσε παράνομα δύο ελεγκτές από την υπηρεσία μας στο ΣΔΟΕ με 30 χρόνια υπηρεσίας (Ν. 3943/31-03-11 άρθρο 6).

Το 2004 η κυβέρνηση της ΝΔ κατήργησε τα ΤΕΚ (επιτυχημένος θεσμός κατά της φοροδιαφυγής) και μετέτρεψε το ΣΔΟΕ σε ΥΠΕΕ. Αυτό ήταν ένα πολύ μεγάλο κτύπημα στον μηχανισμό βεβαίωσης. Το 2010 με το νόμο  Ραγκούση για τις κρίσεις των προϊστάμενων (που ήταν κάποιο βήμα αξιοκρατίας) καθυστέρησαν πολύ, σχεδόν χρόνο, οι κρίσεις. Ο μηχανισμός κόντεψε να καταρρεύσει. Και όμως ακόμα υπάρχει και λειτουργεί παρά τα λάθη και τις παραλείψεις της πολιτικής ηγεσίας διαχρονικά.

Η συνδικαλιστική μας ηγεσία τα τελευταία 15 χρόνια, λυπάμαι που το λέω γιατί είναι φίλοι μου, εξάντλησε την δραστηριότητά της σε ένα μερίδιο εξουσίας που της παραχώρησε η πολιτική ηγεσία για να την παροπλίσει. Την συνδιοίκηση. Καμιά μεταθεσούλα, καμιά τοποθέτηση προϊσταμένου και αυτό ήταν όλο.

Η ψήφος του εφόρου και της καθαρίστριας ίδιας βαρύτητας, άρα ίδια και η συμμετοχή στα ΔΙΒΕΕΤ. Η φράση αμοιβή και παραγωγικότητα ήταν απαγορευμένη. Συμφωνίες κάτω από το τραπέζι.

Δεν πέρασε στην ελληνική κοινωνία, τους άλλους εργαζόμενους και την πολιτική ηγεσία ότι η δουλειά του εφοριακού είναι πολύ δύσκολη και ψυχοφθόρα. Οτι μέσα σε δύο χρόνια ψηφίστηκαν 15 φορολογικά νομοσχέδια, δηλαδή χιλιάδες σελίδες που ο εφοριακός πρέπει να γνωρίζει απέξω κι ανακατωτά (χωρίς επίδομα βιβλιοθήκης).

* Ο Κώστας Χατζάκης είναι προϊστάμενος της Α’ ΔΟΥ