Του Μανόλη Καρέλλη
π. δημάρχου και ευρωβουλευτή Ηρακλείου

Ο Εβραίος της γνωστής ιστορίας, ας τον ονοματίσουμε Ιεζεκιήλ, δεν μπορούσε να κοιμηθεί το βράδυ.
Η γυναίκα του που τον έβλεπε να στρυφογυρίζει στο κρεβάτι και να σηκώνεται μετά και να κάνει άσκοπες βόλτες στο δωμάτιο, τον ψυχοπόνησε. Και τον ρώτησε: 
- Τι έχεις, άντρα μου και δεν κοιμάσαι;
O Eβραίος Ιεζεκιήλ της είπε:
- Aύριο λήγει ένα γραμμάτιο που έχω υπογράψει στο γείτονά μας τον Ιερεμία και δεν έχω τα χρήματα να το πληρώσω.
Η αποφασιστική γυναίκα του είπε τότε:
- Άφησε σ’ εμένα να κανονίσω το ζήτημα!
Άνοιξε η γυναίκα το παράθυρο και φώναξε προς την κατεύθυνση του σπιτιού του γείτονα με το γραμμάτιο του άντρα της:
-Γείτονα, ε γείτονα!
Βγήκε ο γείτονας ο Ιερεμίας απ’ το δικό του παράθυρο και της είπε:
- Τι θέλεις γειτόνισσα;
Και του είπε η γυναίκα:
- O άντρας μου σου έχει υπογράψει ένα γραμμάτιο που λήγει αύριο. Ε, λοιπόν, δεν έχει τα χρήματα να στο εξοφλήσει.
Η συνέχεια της ιστορίας και το ηθικό δίδαγμά της:
Από την ώρα που ο Ιερεμίας πληροφορήθηκε ότι το γραμμάτιο του Ιεζεκιήλ δεν θα πληρωνόταν, τα πράγματα αντιστράφηκαν. Ο Ιεζεκιήλ ήταν εκείνος που κοιμήθηκε κανονικά τον ύπνο του δικαίου και ο Ιερεμίας ξαγρύπνησε σαν κολασμένος.
Θα μπορούσαμε, πολύ άνετα, να το κάμουμε κι εμείς οι Έλληνες, όπως ο Ιεζεκιήλ της ιστορίας: να πούμε ορθά-κοφτά στους Ευρωπαίους τραπεζίτες και λοιπούς της παρέας, ότι δε έχουμε τα χρήματα για να ξοφλήσουμε το χρέος μας. Και να ξαγρυπνήσουν εκείνοι για πολλές νύχτες.
Δεν τη συνιστούμε, όμως, μια τέτοια κίνηση.
Κι ας μην είναι ασυνήθιστη πρακτική και μεταξύ των πιο απαιτητικών και “μίζερων” Ευρωπαίων.
Η ίδια η Γερμανία, λόγου χάρη, που σήμερα παριστάνει τον πρωταγωνιστή της νομιμότητας και του καθωσπρεπισμού, αρνήθηκε πολλές φορές να πληρώσει τα χρέη της.
Τα αρνήθηκε μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο - που τον έχασε.
Τα αρνήθηκε όταν της ζητήθηκε να πληρώσει για τα εγκλήματα και τις καταστροφές των στρατευμάτων της, κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, καθώς και για τα δάνεια που πήρε, με το έτσι θέλω, από τους κατακτημένους για τις ανάγκες της βάρβαρης κατοχής της.
Αρνήθηκε, ακόμα, να πληρώσει τα αμερικάνικα δάνεια που εισέπραξε για την ανασυγκρότησή της, μετά τον τερματισμό του πολέμου και την ήττα της. Τα “συμψήφισε” τότε, με τη στράτευσή της, στον ψυχρό πόλεμο, με την πλευρά των αμερικανών.
Δεν λέω, λοιπόν, να μην πληρώσουμε τα δάνεια που πήραμε και που τα ξοδέψαμε σε μη παραγωγικές επενδύσεις, για τις ολυμπιακές περάτες και τους κούφιους μεγαλοϊδεατισμούς ή για μισθούς και συντάξεις και άλλες λειτουργικές δαπάνες.
Θα τα πληρώσουμε και με το παραπάνω που λέει ο λόγος.
Ζητούμε, όμως, από την κυβέρνηση και από τους πολιτικούς μας να δείξουν περήφανη στάση και να μην ανεχθούν τις ταπεινώσεις με τις οποίες μας “φιλεύουν” οι Ευρωπαίοι εταίροι.
Ζητούμε να τους πουν, κυβερνήτες και πολιτικοί της χώρας, στους Ευρωπαίου, ότι τα χρήματα με τα οποία μας ευκολύνουν δεν είναι χάρισμα. Δανεικά είναι που μας τα δίδουν και με διόλου ασήμαντο διάφορο.
Να τους πουν, ακόμα, κι όσο και όσοι το καταλαβαίνουν ότι η Ελλάδα δεν βγήκε ηττημένη από κάποιο πόλεμο, ούτε κατηγορήθηκε για εθνοκαθάρσεις και για ολοκαυτώματα, όπως ορισμένοι.
Να προσθέσουν, ακόμα, κυβερνήτες και πολιτικοί της χώρας, απευθυνόμενοι στους Ευρωπαίους και τους άλλους του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που, με την ευκαιρία ας ειπωθεί, ιδρύθηκε για να βοηθήσει όσους έχουν ανάγκη ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να πνίξουν τον ελληνικό λαό και την Ελλάδα σε εφαρμογή των κανόνων της σχολής του Σικάγου των δοξασιών του Φρήντμαν και των νόμων της αγοράς και του αδυσώπητου νεοφιλελευθερισμού. Όπως το έκαναν στην Αργεντινή, τη Χιλή, τη Βολιβία, με τις ασιατικές τίγρεις και όπου αλλού έσπευσαν για να τις “σώσουν”.
Να μη χαρίσουν, ακόμα κάστανα, όπου δεν πρέπει να χαρίσουν. Όταν λόγου χάρη η πολύ μικρού διαμετρήματος κυρία Μέρκελ κάνει λόγο για τις παλιές ημέρες αργίας των Ελλήνων εργαζομένων και αποδεικνύεται ότι οι γερμανικές ημέρες αργίας είναι κατά πολύ περισσότερες, να τις πει κάποιος ότι ψεύδεται ασυστόλως και λαϊκίζει υπέρμετρα.
Κι όταν άλλος, Γερμανός μεν κι αυτός, προτείνει να κυματίζουν μεσίστιες οι σημαίες της Ελλάδας, γιατί χρωστά τις τράπεζες της πατρίδας του, να τον ρωτήσουν πως θα πρέπει να κυματίζουν οι σημαίες των κρατών εκείνων που δημιούργησαν τα Άουσβιτς και τον Μπούχαβαλντ και τα απανταχού Κρεματόρια.
Προλαβαίνω τις ενστάσεις:
Δεν είναι ολ’ αυτά αυθάδειες και λεονταρισμοί και ανέξοδες “εξυπνάδες”.
Είναι η αναγκαία άμυνα ενός λαού, άξιου καλύτερης τύχης, που τον ταπεινώνουν καθημερινά ορισμένοι (όχι, βέβαια, προς Θεού όλοι), συμφεροντολόγοι τραπεζίτες, ιδιοτελείς πολιτικοί μικρού αναστήματος δημόσιοι άνδρες (και δημόσιες γυναίκες).
Ενός λαού που πρέπει να ξεπεράσει την παρούσα κρίση, χωρίς να χάσει την τιμή και την υπόληψη και την περηφάνεια του.